Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, ruling lower courts correctly applied civil code provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The lower courts had rejected the defendants' claims of ownership and prescription, ultimately recognizing the plaintiff as a co-heir entitled to half of the disputed property. The Court found the lower courts correctly applied the Civil Code regarding inheritance and prescription, deeming the appeal arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1094 and 1871 of the Civil Code; Articles 247, 249, 251, 271, 980-983, 994, 1041-1055, 1094, 1846, 1871, 1879 of the Civil Code; The Supreme Court held that claims for inheritance and partition may be joined in one document if necessary facts are cited, and that lower courts must correctly apply prescription rules and inheritance laws to determine ownership rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 764 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 764/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2 οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο. Της αναιρεσίβλητης:Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πιστικό με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2001 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς λόγω αρμοδιότητας. Ασκήθηκε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως και εκδόθηκε η 1563/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσ/κης, η οποία ανέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς εξέδωσε την 199/2003 απόφαση και το Εφετείο Θεσσαλονίκης την 2616/2004 απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7-1-2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 13-10-2006 έκθεσή, του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση στου Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 και 1871 ΑΚ προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 218 παρ.1 ΚΠολΔ, μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική και η περί κλήρου αγωγή, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτό τα απαραίτητα για τη θεμελίωση εκάστης των ανωτέρω αγωγών περιστατικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικη αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτό περιλαμβάνονται τα στοιχεία και των δύο πιο πάνω αγωγών, καθώς και το αντίστοιχο για καθεμιά από τις αγωγές αυτές αίτημα. Έτσι, στο κρινόμενο δικόγραφο αναφέρονται αφενός τα συγκροτούντα τη βάση της περί κλήρου αγωγής περιστατικά και συγκεκριμένως:
α) ο κατά την 11-7-1967 θάνατος της κληρονομουμένης Γ1, β) η συγγενική σχέση της ενάγουσας (και του πρώτου εναγομένου), με την ανωτέρω κληρονομουμένη, δεδομένου ότι πρόκειται περί εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, γ) η ιδιότητα του ζητουμένου με την αγωγή ακινήτου ως κληρονομιαίου (ανήκοντος στη νομή της κληρονομουμένης) και δ) η κατακράτηση του επιδίκου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού από τους εναγομένους του μεν πρώτου ως κληρονόμου της Γ1, των δε δεύτερης και τρίτης, ως αποκτησασών την ψιλή κυριότητα του επιδίκου από τον πρώτο (νομέα της κληρονομιάς) και αφετέρου (αναφέρονται στο δικόγραφο) τα θεμελιούντα τη βάση της διεκδικητικής αγωγής στοιχεία, ορισμένα, από τα οποία, δεν είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση της περί κλήρου αγωγής και δη:
α) η ακριβής περιγραφή του διεκδικούμενου ακινήτου (ιδανικού μεριδίου), β) ο νόμιμος τρόπος κτήσεως της κυριότητας της ενάγουσας, και της δικαιοπαρόχου της κληρονομουμένης στο επίδικο (συμβόλαιο αγοράς-αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφές τους), γ) η προσβολή της κυριότητας από τους εναγομένους στο επίδικο, δ) η κατοχή τούτου (επιδίκου) από τους εναγομένους και ε) η αξία του επιδίκου, ταυτοχρόνως δε ζητούνται, με το υπό κρίση δικόγραφο, αφενός η αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας και η απόδοση του επιδίκου ως αντικειμένου της κληρονομιάς (αίτημα της περί κλήρου αγωγής) και αφετέρου η αναγνώριση και της κυριότητας της ενάγουσας στο ιδανικό μερίδιο του επιδίκου και η απόδοση του "κατά κυριότητα, νομή και κατοχή" σ' αυτή (αίτημα που αρμόζει στη διεκδικητική αγωγή).
Συνακόλουθα, στο υπό κρίση δικόγραφο σωρεύονται, παραδεκτώς, κατά τα προαναφερόμενα, οι δύο πιο πάνω αγωγές (περί κλήρου και διεκδικητική).
II). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 980, 981, 982, 983, 994, 1041, 1045 και 1846 ΑΚ, αν ο συγκληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κληρονομιαίο ακίνητο, θεωρείται ότι κατέχει αυτό στο όνομα και των άλλων συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν να καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι νέμεται περισσότερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο τούτο, αποκλειστικά σαν κύριος,
γενικότερα δε η απώλεια της νομής δεν επέρχεται για τον νομέα, πριν πληροφορηθεί τη μεταστροφή της βουλήσεως του αντιπροσώπου του. (.Ολ. ΑΠ 485/1982, Α.Π. 1468/2006, Α.Π 1526/2006, ΑΠ 298/2004 Δ/νη 46.756, ΑΠ 1400 και 1410 έτους 2003 Δ/νη 45 σελ. 1442.). Τέλος, το άρθρο 559 ΚΠολΔ στον μεν αριθ.1 ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον δε αριθ.19 ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της τελευταία αυτής διατάξεως ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσο αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρισίμων περιστατικών, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθ. ..... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Κιλκίς Ανδρέα Δημουλά, που μεταγράφηκε νόμιμα...η Γ1, έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου, που βρίσκεται στην πόλη του ...έχει εμβαδόν 223,40 τ.μ.
και συνορεύει ...Στο επίδικο οικόπεδο υπάρχει ....πλινθόκτιστη κεραμοσκεπής διώροφη οικία... Η ανωτέρω Γ1 απεβίωσε στις 11-7-1967 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της και εγγόνια της, την ενάγουσα και τον πρώτο εναγόμενο Ψ. Το ως άνω οικόπεδο μετά της επ' αυτού οικίας αγοράσθηκε δια χρημάτων της ως άνω κληρονομουμένης, που ήταν αρχηγός οικογένειας, η οποία εγκαταστάθηκε το 1939 στο Κιλκίς, αφού εγκατέλειψε τη Ρωσία.
Στην οικία αυτή διέμενε η κληρονομουμένη μαζί με τα μέλη της οικογένειας της, που είχαν έλθει στην Ελλάδα, δηλαδή τη σύζυγο του προαποβιώσαντος υιού της ...... και τον εγγονό της Ψ, ενώ η εγγονή της Ψ1 (ενάγουσα) παρέμεινε στη Ρωσία, αφού είχε νυμφευθεί εκεί. Ουδέποτε όμως η κληρονομουμένη όσο ζούσε, παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο και εγγονό της Ψ τη νομή της επιδίκου οικίας και του πέριξ οικοπέδου την οποία αυτή είχε αποκλειστικά, ενώ τα λοιπά μέλη της οικογένειας της είχαν απλώς κατοχή ως συνοικούντα μετ' αυτής και αυτή εξακολούθησε να είναι νομέας του ακινήτου μέχρι που πέθανε και τότε τη διαδέχθηκαν στη νομή κατ' άρθρο 983 ΑΚ οι ως άνω κληρονόμοι της, δηλαδή η ενάγουσα και ο πρώτος εναγόμενος, οι οποίοι κατέστησαν ούτω συννομείς του κληρονομιαίου ως άνω ακινήτου, ο δε πρώτος εναγόμενος είχε πλέον το ακίνητο αυτό στη φυσική του εξουσίαση, αφού η αδελφή του και συγκληρονόμος του ενάγουσα διέμενε στη Ρωσία, πλην όμως ως συγκληρονόμος λογιζόταν ότι νεμόταν αυτό και επ' ονόματι της συγκληρονόμου του ενάγουσας μέχρι που στις 9-4-1979, προέβη σε αποδοχή της κληρονομιάς της γιαγιάς του Γ1 ενώπιον του συμβολαιογράφου Κιλκίς Ιωάννη Καντζάβαλου, που συνέταξε τη .....
πράξη, με την οποία αποδέχεται την κληρονομιά αυτής ως μοναδικός κληρονόμος της ως άνω κληρονομουμένης. Ετσι ο εναγόμενος εκδήλωσε την πρόθεση του να νέμεται πλέον για τον εαυτό του ολόκληρο το επίδικο ακίνητο. Την πρόθεση του αυτή δεν κατέστησε τότε γνωστή στην συγκοινωνό του ενάγουσα ούτε αυτή έλαβε γνώση αυτής κατ' άλλον τρόπο, αν και ορισμένες φορές τον είχε επισκεφθεί στην Ελλάδα και αυτός την είχε επισκεφθεί στη Ρωσία και πάντοτε τη διαβεβαίωνε ότι δεν κινδυνεύουν τα δικαιώματα της από την κληρονομιά της γιαγιάς της, αποκρύπτοντας της την ως άνω αποδοχή της κληρονομιάς απ' αυτόν, ως μοναδικού κληρονόμου της παραπάνω κληρονομουμένης, ενώ στη συνέχεια με το .....
συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κιλκίς Γεσθημανής Σάββα-Δημητριάδου, το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε κατ' ισομοιρία τη ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου στις δύο θυγατέρες του (δεύτερη και τρίτη των εναγομένων) ήδη εφεσιβλήτους, χωρίς βέβαια να αποκτήσουν αυτές κανένα δικαίωμα κυριότητας στο ανήκον στην ενάγουσα ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου αυτού.
Για πρώτη φορά το έτος 1994, όταν η θυγατέρα της ενάγουσας είχε πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στο Κιλκίς, προερχομένη από την πρώην Σοβιετική Ένωση και αξίωσε από τον πρώτο εναγόμενο την τακτοποίηση της κληρονομιάς της γιαγιάς της για να μπορέσει και αυτή να εγκατασταθεί στο επίδικο ακίνητο, τότε ο πρώτος εναγόμενος κατηγορηματικά δήλωσε στην ενάγουσα δια της θυγατρός της, ότι δεν την αναγνωρίζει πλέον ως συγκληρονόμο και της γνωστοποίησε πλέον την ήδη από καιρό ληφθείσα απόφαση του να νέμεται αποκλειστικά ως δικό του ολόκληρο το επίδικο ακίνητο.
Έκτοτε η ενάγουσα κατέφυγε σε δικηγόρο και μετά από αίτηση της πέτυχε την έκδοση της 91/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με την οποία διατάχθηκε η έκδοση, υπέρ αυτής κληρονομητηρίου, με το οποίο πιστοποιείται ότι είναι νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω κληρονομουμένης γιαγιάς της.
Το κληρονομητήριο αυτό με αριθμό ... μετέγραφε νόμιμα η ενάγουσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς στον τόμο ... και αριθμό ... και έτσι έγινε συγκυρία του επιδίκου ακινήτου κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου. Όμως οι εφεσίβλητες (δεύτερη και τρίτη των εναγομένων) μετά το θάνατο του πατέρα τους που επισυνέβη στις 19-1-2001, νέμονται και κατέχουν αποκλειστικά αυτές το επίδικο ακίνητο, χωρίς να έχουν κανένα δικαίωμα στο μερίδιο της ενάγουσας και αρνούνται να της το αποδώσουν.
Με βάση τα παραπάνω αφού απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν η ένσταση ιδίας κυριότητας των εφεσίβλητων, αφού από τότε που έγινε η γνωστοποίηση προς την ενάγουσα της πρόθεσης του πρώτου εναγομένου δικαιοπαρόχου των να νέμεται πλέον για τον εαυτό του ολόκληρο το επίδικο ακίνητο δηλ. από το έτος 1994 και έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται ο χρόνος της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας των 10 και 20 ετών αντίστοιχα και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος αφού εκτός από την αδράνεια της εναγομένης, που ήταν δικαιολογημένη πριν εκδηλωθεί και γνωστοποιηθεί στην ενάγουσα η ως άνω πρόθεση του πρώτου εναγομένου δεν προέκυψαν και άλλα περιστατικά.
που να καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την υπό κρίση διεκδικητική αγωγή, ως παραγεγραμμένη, θεωρήσασα αυτήν ως περί κλήρου, έσφαλε, αφού δεν εφάρμοσε σωστά το νόμο και δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις, που του προσκόμισαν οι διάδικοι".
Στη συνέχεια δε το Εφετείο εξαφάνισε την 199/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, δέχθηκε την, από 5-8-1999, διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειουσών και του Ψ, αναγνώρισε την ενάγουσα "κληρονόμο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς της Γ1, που πέθανε στις 11-7-1967" και "συγκυρία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου" και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες "να αποδώσουν στην ενάγουσα το ανήκον σ' αυτήν ως άνω ποσοστό επί του επιδίκου ακινήτου...".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε, μετ' απόρριψη της ενστάσεως ιδίας κυριότητας και παραγραφής των αναιρεσειουσών, την αποδοχή της διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσιβλήτου, ορθώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις Ιη και
ΙΙη σκέψεις της παρούσας, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 271, 980, 981, 982, 983, 994,1041-1055, 1094, 1846, 1871 και 1879 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ` αυτή σαφής, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, γι` αυτό και οι σχετικοί, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.1.2005 αίτηση των Χ1 κλπ. για αναίρεση της 2616/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ