Supreme Court dismisses appeal by heirs of deceased party due to lack of standing and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs of a deceased party against a final court decision. The heirs lacked standing because the original plaintiff died before the appeal was filed, and the court rejected arguments regarding the validity of the initial lawsuit and the existence of res judicata. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 159, 160, 536 of the Code of Civil Procedure; Article 35 of the Civil Code: An appeal filed by a natural person who died before the appeal was lodged is invalid due to lack of standing, and heirs cannot exercise the right of appeal unless they were already parties to the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 763 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 763/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Φ. του Β., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ψάλτη, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Φ. του Β., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Β. Φ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Σ. συζύγου Β. Φ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Φ., χήρας Χ. Φ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αντωνόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Αθανάσιος Ψάλτης, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσείων απεβίωσε στις 7-12-2018, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 40/6/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί κληρονόμοι αυτού: 1ος, 2η και 4η λοιποί αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2181/2015 που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, 5500/2017 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 613/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδάφ. α', 73, 159 αριθμ. 2, 160 αριθμ. 1 και 536 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και της διατάξεως του άρθρου 35 του Α.Κ., η οποία ορίζει την παύση της υπάρξεως του φυσικού προσώπου με τον θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση αναιρέσεως δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 536§1 του Κ.Πολ.Δ.
που είναι εν ζωή, πράγμα το οποίο βέβαια σημαίνει ότι δικόγραφο αναιρέσεως, που φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που πέθανε πριν από τον χρόνο καταθέσεώς του - με την οποία, κατ' άρθρο 495§§1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., συντελείται η άσκηση της αναιρέσεως - είναι άκυρο, ως τέτοιο, η δε ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδάφ.
α' του Κ.Πολ.Δ. ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικο, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ. . Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 613/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12.02.2018 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 5500/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η από 20.11.2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης από τα άρθρα 70 του Κ.Πολ.Δ., 1820, 1822 και 1871 επόμ.
του Α.Κ., ασκήθηκε στις 08.01.2020, ενώ ο τρίτος αναιρεσείων Β. Φ. του Χ. απεβίωσε στις 07.12.2018, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με στοιχεία 43/6/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου της Δημοτικής Ενότητας Δραπετσώνας του Δήμου Κερατσινίου - Δραπετσώνας.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον τρίτο αναιρεσείοντα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553§1 περίπτ. β', 309 εδάφ. α', 321 και 495 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο ασκήσεως του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (Ολ. Α.Π. 17/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 503§1 του Κ.Πολ.Δ. αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες.
Κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513§1 περίπτ.
β' εδάφ. β'του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 215/2018, Α.Π. 737/2017).
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553§1 περίπτ.
β' του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 17/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 524§3 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και, για τον λόγο αυτό, πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.Α.Π. 16/1990, Α.Π. 1528/2021, Α.Π. 1253/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς κρίση η από 08.01.2020 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η, ερήμην των εκκαλούντων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 613/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε, ως ανυποστήρικτη, την από 12.02.2018 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 5500/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 20.11.2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης από τα άρθρα 70 του Κ.Πολ.Δ., 1820, 1822 και 1871 επόμ.
του Α.Κ. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως, ενόψει της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στις 25.11.2019, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1822 του Α.Κ., το κληρονομικό δικαίωμα, καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο του συζύγου που επιζεί, αποκλείονται, αν ο κληρονομούμενος, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του. Οι όροι, επομένως, προς αποκλεισμό του κληρονομικού αυτού δικαιώματος είναι να είχε ο κληρονομούμενος βάσιμο λόγο διαζυγίου, δηλαδή, νόμιμη αιτία που δικαιολογεί την αιτηθείσα διάπλαση και να είχε, γι' αυτό εναντίον του συζύγου του ασκήσει (με κατάθεση έστω και σε αναρμόδιο δικαστήριο και επίδοση στον εναγόμενο), την αντίστοιχη αγωγή.
Ως νόμιμες αιτίες που δικαιολογούν τη λύση του γάμου νοούνται οι εκ των άρθρων 1439 και 1440 του Α.Κ. λόγοι διαζυγίου, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αμαχήτως τεκμαιρόμενος εκ της διετούς διασπάσεως κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, ο οποίος, κατά το ρητό ορισμό του νόμου (άρθρο 1439§3α του Α.Κ.), θεμελιώνεται ακόμη και όταν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος.
Συνεπώς, το ανωτέρω έννομο αποτέλεσμα του αποκλεισμού του επιζήσαντος εναγομένου συζύγου από το κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομία και στο εξαίρετο του αποβιώσαντος συζύγου επέρχεται ασχέτως υπαιτιότητας του εναγομένου, αφού ο νόμος αποσυνδέει τους λόγους διαζυγίου από την υπαιτιότητα (Α.Π. 108/2021, Α.Π. 1796/2005, Α.Π. 766/2004).
Περαιτέρω, με τον θάνατο ενός των συζύγων η περί διαζυγίου εκκρεμής δίκη καταργείται, καθόσον εκλείπει το αντικείμενό της, αφού άλλωστε η περί διαζυγίου αγωγή δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους. Το δε ζήτημα, αν ο λόγος του διαζυγίου, είναι (νόμω και ουσία) βάσιμος, θα κριθεί σε νέα δίκη από τους κληρονόμους ή τον επιζώντα και δη είτε με αναγνωριστική περί τούτου αγωγή είτε με αγωγή περί κλήρου, στην οποία, παρεμπιπτόντως, θα κριθεί το ζήτημα (Α.Π. 108/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση (Α.Π. Ολ. Α.Π. 1/2020, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1572/2021, 625/2008). Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο (Α.Π. 646/2020, Α.Π. 17/2020, Α.Π. 94/2018).
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφήρμοσε τον νόμο (Ολ. ΑΠ 2/2022, Ο. ΑΠ. 2/2019). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
και τούτο διότι το εκδώσαν αυτή Δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο υπό την έννοια δεχόμενο ότι ο κληρονομούμενος αδελφός και γιος τους δεν είχε ολοκληρώσει την έγερση κατά της αναιρεσίβλητης αγωγή διαζυγίου, έχοντας βάσιμο σχετικό λόγο και, σε κάθε περίπτωση, το αυτό Δικαστήριο παραβίασε ευθέως (άρθρο 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ.) το άρθρο 1822 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο δεν εφήρμοσε καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, και εκ πλαγίου διότι διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.).
Σε σχέση με τις αιτιάσεις αυτές, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της ενσωματωθείσης στην εφετειακή απόφαση αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: " ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αν και η με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 10065/10-10-2008 αγωγή που άσκησε ο αποβιώσας σε βάρος της ενάγουσας διελάμβανε βάσιμους κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν λόγους διαζυγίου που αφορούσαν στο πρόσωπο της ενάγουσας, ήτοι α) εγκατάλειψή του από την ενάγουσα, β) υβριστική και γ) εν γένει αντισυζυγική συμπεριφορά της και κατατέθηκε στις 10-10-2008, τελικά επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 22-10-2008, ενώ ήδη είχε επέλθει ο θάνατος του ως άνω κληρονομούμενου, και ειδικότερα της επιδόθηκε στις 14.00 μ.μ. (όπως προκύπτει από την σφραγίδα του επιδόσαντος του επισήμου αντιγράφου αγωγής στην ενάγουσα Δικαστικού Επιμελητή που προσκόμισε με επίκληση η ενάγουσα), ενώ όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 167/τόμος Β'/'Ετος 2008 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ληξίαρχου Νίκαιας ο ως άνω κληρονομούμενος απεβίωσε από εισρόφηση αίματος σε έδαφος μεγάλου βαθμού πνευμονορραγία παθολογικής αιτιολογίας στις 22-10-2008 στις 09.00 π.μ., νοσηλευόμενος στο Γ.Ν.Ν.Π. "'Αγιος Παντελήμων" στη Νίκαια.
Συνεπώς, κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, ήτοι κατά το χρόνο άσκησής της, ο ενάγων αυτής δεν ζούσε. Κατ' αποτέλεσμα η σχετική αγωγή ουδέποτε ασκήθηκε από τον ως άνω αποβιώσαντα κληρονομούμενο, αλλά από κάποιο άλλο πρόσωπο που έδωσε τη σχετική εντολή να γίνει επίδοση τη συγκεκριμένη ημέρα. Ως εκ τούτου η νομότυπα προβληθείσα ένσταση των εναγομένων περί αποκλεισμού της ενάγουσας από το ως άνω κληρονομικό της δικαίωμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1822 του ΑΚ είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη με αποτέλεσμα να πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή με αίτημα την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας. ... .".
Από τους προβαλλομένους λόγους αναιρέσεως, αυτοί που επιχειρείται θεμελιωθούν στις περιπτώσεις των αριθμών 1α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτοι και τούτο διότι οι λόγοι αυτοί αναφέρονται σε διατάξεις νόμων από το ουσιαστικό δίκαιο ενώ, στην ένδικη περίπτωση, το κρίσιμο ζήτημα είναι η ολοκλήρωση ή μη ασκήσεως αγωγής ως προϋποθέσεως εφαρμογής του άρθρου 1822 του Α.Κ., το οποίο (κρίσιμο ζήτημα) ρυθμίζεται από το δικονομικό δίκαιο.
Ωστόσο, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ερειδόμενος στο άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.), καίτοι παραδεκτός, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Συγκεκριμένα, το εκδώσαν την πρωτοβάθμια απόφαση Δικαστήριο, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του δέχθηκε ότι η άσκηση της από 25.09.2008 αγωγής διαζυγίου του κληρονομουμένου δεν ολοκληρώθηκε ζώντος του κληρονομουμένου, διότι η επίδοση έλαβε χώρα στις 22.10.2008 και ώρα 14:00, ενώ ο κληρονομούμενος είχε αποβιώσει την αυτή ημέρα και ώρα 09:00.
Παραλλήλως, το αυτό Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι στον δικηγόρο που κατέθεσε την αυτή αγωγή για λογαριασμό του κληρονομουμένου, στις 10.10.2008, και παρήγγειλε την επίδοσή της στην αναιρεσίβλητη είχε παρασχεθεί πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 96§1 του Κ.Πολ.Δ. όπως τότε ίσχυε, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι νόμιμα δυνατό να βρει έδαφος εφαρμογής η ρύθμιση του άρθρου 101 του αυτού Κώδικα περί συνεχίσεως της πληρεξουσιότητας μετά το θάνατο εκείνου που την έδωσε.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (Ολ.Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 506/2022, Α.Π. 2016/2017, Α.Π. 1795/2007).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε το δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 191/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε επί αγωγής διαζυγίου του κληρονομουμένου κατά της αναιρεσίβλητης και με την οποία κρίθηκε η αγωγή ως παραδεκτώς ασκηθείσα πλην όμως η δίκη, κατά το κύριο αντικείμενό της, καταργήθηκε, λόγω του θανάτου του συζύγου - κληρονομουμένου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, παραχθέντος από την ως άνω απόφαση. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως απορριπτέος αποβαίνει ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των παρισταμένων αναιρεσειόντων (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ. . Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, στα δικαστικά έξοδα αυτής (αναιρεσίβλητης) (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.01.2020 αίτηση των Ι. Φ. του Β., Δ. Φ. του Β., Β. Φ. του Χ. και Σ. συζύγου Β. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 613/2019, τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, στην οποία ενσωματώθηκε η υπ' αριθμ. 5500/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, καθορίζει δε το ποσό τους σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ