Legislator Case Law & Legislation
763/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for procedural errors and cost allocation issues.

Case Number 763/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a first-instance judgment involving a parish and its priest. The appellants argued for procedural irregularities and an unfair cost allocation, but the court found their grounds inadmissible or unsupported by law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 559, 179 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for specific statutory grounds, rejecting those concerning non-reviewable cost settlements or insufficiently substantiated procedural complaints.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility legal costs allocation procedural error review parish legal dispute costs of litigation Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 763 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 763/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Γ. Ζ. του Σ., 3) Ι. Ζ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τσαχτσαρλή και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ενοριακός "Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου", που εδρεύει εντός του οικισμού Λειβαδίων, Δήμου Άνδρου, νομίμως εκπροσωπουμένου, 2) Ν. Μ., εφημερίου της ενορίας του ανωτέρω Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Διαμαντάρα και κατέθεσαν προτάσεις.

Κοινοποιούμενη στο: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου "Ιερά Μητρόπολη Σύρου", που εδρεύει στη Σύρο Ν. Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Κατά των προσθέτως παρεμβαινόντων με την από 4-12-2018 πρόσθετη παρέμβαση (α' ομάδας): 1) Ι. Ά. του Δ., 2) Χ. Β. του Α., 3) Γ. Γ. του Ν., 4) Δ. Κ. του Ι., 5) Ν. Κ. του Χ., 6) Α. Κ. του Ι., 7) Ε. Λ. του Κ., 8) Α. Π. του Ν., 9) Ι. Π. του Α., 10) Ν. Ψ. του Ι., απάντων κατοίκων ..., ο οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Κατά των προσθέτως παρεμβαινόντων με την από 3-1-2019 πρόσθετη παρέμβαση (β' ομάδας): 1) …, 47) …, απάντων κατοίκων ..., ο οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άνδρου.

Εκδόθηκε η απόφαση 6/2018 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 27/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που συνεκδίκασε και τις από 4-12-2018 και 3-1-2019 πρόσθετες παρεμβάσεις. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 § 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευτεί. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 09.06.2020 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 27/ΤΜ/19.02.2020 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, είχε προσδιοριστεί προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 06.10.2021 με αριθμό πινακίου 15, σύμφωνα με την από 06.08.2020 Πράξη της Προέδρου του Γ' Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου.

Περαιτέρω, από τις με στοιχεία 6325δ'/24.09.2020 και 6315δ'/22.09.2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου Α. Δ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία αυτών (αναιρεσειουσών), που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξεις καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 06.10.2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πληρεξούσιους δικηγόρους και, ως εκ τούτου, αντίκλητους των προσθέτως παρεμβάντων υπέρ των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω κλητευθέντες προσθέτως παρεμβάντες δεν εμφανίστηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε εκπροσωπήθηκαν νόμιμα.

Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για ορισθείσα δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 περίπτ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Με την κρινόμενη από 09.06.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με στοιχεία 27/ΤΜ/2020 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο, κατά παραδοχή της από 19.04.2018 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 6/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Άνδρου και, μετά ταύτα, απέρριψε την από 05.07.2017 αγωγή των αναιρεσειουσών, την οποία είχε κάνει δεκτή το προαναφερόμενο Ειρηνοδικείο. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β', 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 (άρθρο 560 αριθμ. 1) του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ Α.Π. 11/2017, Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1099/2020, Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (560) του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Έτσι, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' (άρθρο 560 § 1 εδάφ. β') του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Έπομένως, είναι αόριστος ο από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρεται αν το δίδαγμα της κοινής πείρας αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου και ποιού κανόνα ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων, οπότε και μόνο δημιουργείται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 813/2018, Α.Π. 503/2009, Α.Π. 1325/2008).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 (άρθρο 560 αριθμ. 5) του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1225/2004, Α.Π. 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005, Α.Π. 864/2003), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (Α.Π. 881/1988).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (Α.Π. 1933/2006, Α.Π. 1446/2003, Α.Π. 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (Α.Π. 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.Α.Π. 2/1989) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (Α.Π. 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως (Α.Π. 439/2020, Α.Π. 878/2019, Α.Π. 857/2007, Α.Π. 140/2006), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 14/2044, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1620/2020, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 892/2019). Περαιτέρω, για την πληρότητα του παρόντος λόγου αναιρέσεως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (6 του άρθρου 560), αν το παράπονο συνίσταται στη λήψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας και ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι εάν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Α.Π. 505/2020, Α.Π. 192/2016).

Επιπροσθέτως, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 (άρθρο 560 αριθμ. 6) του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 663/2020, Α.Π. 1266/2011).

Ως προς τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 (άρθρο 560 αριθμ. 6) του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Ολ.Α.Π.1300/2007, Α.Π. 89/2017, Α.Π. 1221/2012, Α.Π. 1126/2008, Α.Π. 1300/2007, Α.Π. 587/2007).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".

Εξ αντιθέτου συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνοι των αριθμών 9, 11 και 20, (Α.Π. 181/2022, Α.Π. 491/2020, Α.Π. 58/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου) από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδάφ.

α', β', 5 και 6 του Κ.Πολ.Δ.. Οι προβαλλόμενοι με τις αιτιάσεις αυτές λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, και, συνεπώς, απορριπτέοι, διότι οι αναιρεσείουσες: α. Εφόσον η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ποίες είναι οι διατάξεις των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως), που θεμελίωσαν την κρίση του Δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

β. Ειδικότερα, όσον αφορά την αιτίαση περί παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν αναφέρουν ποία είναι τα παραβιασθέντα διδάγματα, ποίες είναι οι διατάξεις των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση των οποίων δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, δεν προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, ως και η ορθή έννοια των κανόνων δικαίου που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα ή πλημμελώς χρησιμοποίησε και οι σχετικές παραδοχές του Δικαστηρίου, όπου η επικαλούμενη παράβαση.

γ. Επιπλέον, όσον αφορά την αιτίαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., δεν αναφέρουν ποία είναι τα πράγματα που, παρά το νόμο, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Και δ. Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., δεν αναφέρουν τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή το γεγονός ότι στερείται παντελώς αιτιολογιών, τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, το, κατά την εκδοχή τους, ερμηνευτικό σφάλμα δεν παραθέτουν δε τους φερόμενους ως παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν όμως σε αιτιάσεις από τους αριθμούς 9, 11γ και 20 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτοι και, συνεπώς, απορριπτέοι, αφού τέτοιοι λόγοι δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.. Περαιτέρω, ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.

α' (άρθρο 560 αριθμ. 1 εδάφ. α') του Κ.Πολ.Δ. για τον λόγο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 176 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., μη καταδικάζοντας τους αναιρεσίβλητους σε "σοβαρό" ύψος δικαστικών εξόδων, "λόγω της πεποιημένης, καταχρηστικής, κακόπιστης διεξαγωγής της δίκης" εκ μέρους αυτών, αλλά συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.

Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι οι αναιρεσείουσες είναι διάδικοι που νικήθηκαν, ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, στον οποίο προέβη η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άρθρο 179 του Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικώς ανέλεγκτος (Α.Π. 505/2020, Α.Π. 192/2016, Α.Π. 1533/2008, Α.Π. 191/2002).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 § 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν αυτές, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν κατέθεσαν προτάσεις, αλλά υπόμνημα (υπό τον ανακριβή τίτλο προτάσεις), μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09.06.2020 αίτηση των Ε. Ζ. του Σ., Γ. Ζ. του Σ. και Ι. Ζ. του Σ. για αναίρεση της με στοιχεία 27/ΤΜ/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ