Supreme Court dismisses appeal against criminal judgment regarding evidence evaluation and res judicata issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a criminal judgment from the Athens Court of Appeal. The appellant challenged the court's assessment of evidence regarding her employment and the existence of res judicata based on prior decisions. The court ruled that the lower court properly evaluated all evidence collectively and that the prior decisions did not constitute res judicata due to lack of procedural prerequisites and lack of identity of acts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(d), (e), (f) and 578 of the Code of Civil and Administrative Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments, and res judicata requires strict identity of acts and procedural prerequisites.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 763 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 763/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που κατοικοεδρεύουν στην … και από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 2. Α. Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 3. Α. συζ. Ν. Β., το γένος Ν. Μ., ΚΠ …, 4 Α. Μ. του Μ., ΚΠ …, 5. Α. Γ. του Ν., ΚΠ …, 6. Α. Δ., κατοίκου ..., 7. Α. Ε. του Ν., ΚΠ …8. Α. Μ. του Ν., Κ.Π. …6, 9. Α. Σ. του Ν., ΚΠ …, 10. Αδελφών Π., κατ. ..., ΚΠ ….., 11. Α. συζ. Γ. Γ., το γένος Α. Κ., ΚΠ ..., 12. Α. συζ. Γ. Μ., το γένος Ε. Μ., ΚΠ …, 13 Α.
Δ. συζ. Κ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 14. Α. Κ. του Α., κατοίκου ... ΚΠ …., 15. Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 16. Α. Γ. του Ι., ΚΠ ..., 17. Α. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 18. Α. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 19. Α. Δ. του Π., ΚΠ ..., 20. Α. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 21. Α. Ε. του Ν., ΚΠ ..., 22 Α. Ι. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 23. Α. Ι. του Ν., ΚΠ ..., 24. Α. Μ. συζ.
Γ., το γένος Ε. Μ., ΚΠ ..., 25. Α. Μ. συζ. Γ., το γένος Ε. Μ., ΚΠ …, 26. Α. Μ. συζ. Δ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 27. Α. Μ. συζ. Σ., το γένος Ι. Χ., ΚΠ ..., 28. Α. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 29. Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 30. Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 31. Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 32. Α. Φ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 33. Α. Φ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 34.
Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 35. Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 36. Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 37. Α. Ά. συζ. Ε., το γένος Σ. Σ., 38. Α. Ά. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 39. Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ …, 40. Α. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 41. Α. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 42. Α. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 43. Α. συζ. Ε. Γ., το γένος Μ. Α., ΚΠ ..., 44. Α. Μ.
του Β., κατοίκου ..., ΚΠ …., 45. Α. Α. του Α., συζ. Μ. Γ., 46. Α. Α. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 47. Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 48. Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 49. Α. Γ. του Ν., ΚΠ ..., 50. Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... 51. Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 52. Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... 53. Α. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... 54. Α. Ε. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 55.
Α. Ε. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 56. Α. Η. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 57. Α. Η. του Α., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 58. Α. Ι. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... 59. Α. Μ. του Σ., ΚΠ ..., 60. Α. Μ. του Σ., ΚΠ ..., 61. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 62. Α. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 63. Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 64. Α. Σ. του Ν., ΚΠ ..., 65. Α. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., 66.
Α. Χ. χας Ε., ΚΠ ... 67. Α. Χ. χας Ε., ΚΠ ... 68. Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 69. Β. Δ. συζ. Κ., το γένος Φ. Α., ΚΠ ... 70. Β. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 71. Β. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 72. Β. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 73. Β. Η. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 74. Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 75. Β. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 76. Β. Φ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 77.
Β. Ε. συζ. Δ. Η., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 78. Β. Ε. συζ. Δ. Η., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 79. Β. Ι. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 80. Β. Ε. του Ζ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 81 Β. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 82. ... Νοσοκομείου, ΚΠ ..., 83. Β. Α. συζ. Ν., το γένος Ν. Μ., ΚΠ ..., 84. Β. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 85. Β. Ά. συζ. Δ., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 86. Β. Β. χας Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 87.
Β. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 88. Β. Ι. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 89. Β. Κ. χας Ν., ΚΠ ..., 90. Β. Κ. Κ., 91. Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 92. Β. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 93. Β. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 94. Β. Φ. του Χ. συζ. Π. Α., ΚΠ ... 95. Β. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 96. Γ. Β. συζ. Ε., το γένος Ν. Μ., ΚΠ ..., 97. Γ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 98. Γ. Ε. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 99.
Γ. Ε. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., …, 100. Γ. Ι. του Ε., ΚΠ 142, 101. Γ. Ι. του Ε., ΚΠ ..., 102. Γ. Μ. του Γ., ΚΠ ..., 103. Γ. Π. του Ε., ΚΠ ..., 104. Γ. Π. συζ. Γ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 105. Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 106. Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 107. Γ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 108. Γ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 109. Γ. Β. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 110.
Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., 111. Γ. Ε. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 112. Γ. Ε. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 113. Γ. Ε. του Π., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 114. Γ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 115. Γ. Θ. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 116. Γ. Θ. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 117. Γ. Σ. συζ. Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 118. Γ. Β. συζ. Ε., το γένος Κ. Σ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 119.
Γ. Ε. συζ. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 120. Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 121. Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 122. Γ. Ι. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 123. Γ. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 124. Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ …, 125. Γ. Η. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 126. Γ. Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 127. Γ. Χ. συζ. Ι., το γένος Τ. Μ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 128. Γ. Β. του Κ., κατοίκου ...
ΚΠ ..., 129. Γ. Η. του Κ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 130. Γ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 131. Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 132. Γ. Κ. χας Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 133. Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 134. Γ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 135. Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 136. Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 137. Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 138. Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 139.
Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 140. Δ. συζ. Ι. Γ., το γένος Ε. Β., ΚΠ ..., 141. Δ. Α. συζ. Φ., το γένος Ε. Μ., ΚΠ ..., 142. Δ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 143. Δ. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Δ. Ζ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 145. Δ. Θ. του Ζ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 146. Δ. Θ. του Ζ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 147. Δ. Ι. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 148. Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 149.
Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 150. Δ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 151. Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 152. Δ. Φ. του Ε., συζ. Κ. Μ.., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 153. Δ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 154 Δ. συζ. Ε. Γ., το γένος Μ. Α., ΚΠ ..., .... Δήμου ..., με έδρα το ..., ΚΠ ..., 156. Δήμου ..., ΚΠ ..., 157. Δ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 158. Δ. Μ. του Η., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 159.
Δ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 160. Δ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 161. Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Κ. Γ., 162. Ζ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 163. Ζ. Β. συζ. Θ., το γένος Φ. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 164. Ζ. Ε. συζ. Φ., το γένος Ε. Κ., ΚΠ ..., 165. Ζ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 166. Ζ. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 167. Ζ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 168. Ζ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., 169.
Ζ. Γ. του Φ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Ζ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 171. Ζ. Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 172. Ζ. Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 173. Ζ. Α. συζ. Ν., το γένος Κ. Δ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 174. Ζ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 175. Ζ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Η. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 177. Κ. Ά. χας Ε., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 178. Κ. Ε.
του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 179. Κ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 180. Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 181. Κ. Α. χας Ε., το γένος Α. Μ., ΚΠ ..., 182. Κ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 183. Κ. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 184. Κ. Π. χας Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 185. Κ. Ε. του Α., ΚΠ ..., 186. Κ. Ε. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 187. Κ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., 188.
Κ. συζ. Γ. Α., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ... ..., 189. Κ. συζ. Δ. Π., το γένος Γ. Μ., ΚΠ ..., .... Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ... 191. Κ. Μ. συζ. Γ., το γένος Π., κατοίκου ..., ΚΠ ... 192. Κ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ .... Κ. Κ. του Ζ., ΚΠ ..., 194. Κ. Κ. του Ζ., ΚΠ ..., 195. Κ. Κ. του Ζ., ΚΠ ..., 196. Κ. Σ. του Ζ., ΚΠ ..., .... Κ. Γ. του Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 198. Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 199.
Κ. Ε. συζ. Γ., το γένος Ι. Π., ΚΠ ... 200. Κ. Μ. χας Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 201. Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 202. Κ. Σ. συζ. Ι., το γένος Α. Ε., ΚΠ ... 203. Κ. Θ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 204. Κ. Κ. συζ. Μ., το γένος Κ. Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 205. Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 206. Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 207. Κ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 208. Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ....
Κ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 210. Κ. Α. συζ. Α., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 211. Κ. Χ. συζ. Μ., το γένος Λ. Χ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 212. Κ. Θ. συζ. I. Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 213. Κ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Κ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 216. Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 217. Κ. Ι. του Γ., κατοίκου ...
ΚΠ ..., .... Κ. Σ. συζ. Ι., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., .... Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 220. Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 222. Κ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 223. Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 224. Κ. Ε. του Ν., ΚΠ ..., 225. Κ. Κ. του Ν., ΚΠ ..., .... Κ. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., 227. Κ. Ά. του Ε., .... ..., ΚΠ ..., 229. Κ. Γ. του Α., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., ....
Κ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 231. Κ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Κ. Ε. συζ. Γ., το γένος Μ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 233. Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 234. Κ. Μ. χας Ε., ΚΠ ..., 235. Κ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 236. Κ. Κ. Ι. του Ζ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 237. Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 238. Κ. Ά. χας Κ., το γένος Γ. Φ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 239. Κ. Α.
του Ε., ΚΠ ..., .... Κ. Ι. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... κληρονόμων Α. Ν., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 242. κληρονόμων Α. Δ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 243. κληρονόμων Α. Κ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 244. κληρονόμων Α. Ν., κατοίκων ..., ΚΠ ... 245. κληρονόμων Β. Ε., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 246. κληρονόμων Γ. Ι., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 247. κληρονόμων Δ. Ε., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 248.
κληρονόμων Ζ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 249. κληρονόμων Κ. Ν. του Ε.., κατοίκων ..., ΚΠ ..., .... κληρονόμων Κ. Δ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 251. κληρονόμων Κ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 252. κληρονόμων Κ. Α., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 253. κληρονόμων Κ. Γ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 254. κληρονόμων Μ. Ε., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 255. κληρονόμων Μ. Κ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 256.
κληρονόμων Μ. Ν., κατοίκων ..., ΚΠ ..., …, .... κληρονόμων Μ. Γ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 258. κληρονόμων Μ. Μ. χας Γ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 259. κληρονόμων Μ. Σ. του Κ.., κατοίκων ... ΚΠ ... 260. κληρονόμων Μ., κατοίκων ... ΚΠ …, 261. κληρονόμων Π. Ι., κατοίκων ..., ΚΠ ... 262. κληρονόμων Π. Ε., κατοίκων ..., ΚΠ .. 263. κληρονόμων Π. Ε., κατοίκων ..., ΚΠ …, 264.
κληρονόμων Ρ. Ν. του Ε., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 265. κληρονόμων Τ. Μ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 266. κληρονόμων Χ. Ε., κατοίκων ..., ΚΠ …, 267. κληρονόμων Χ. Σ. του Ε.., κατοίκων ..., ΚΠ ... .... κληρονόμων Χ. Α., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 269. κληρονόμων Χ. Ν., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 270. Κ. Γ.. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 271. Κ. Ε. χας Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 272. Κ. Α. του Β., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 273.
Κ. Α. του Σ., ΚΠ …., ..., 274. Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 275. Κ. Ε. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ... 276. Κ. Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ …., 277. Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ …., ..., 278. Κ. Σ. χας Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 279. Κ. Σ. - Α. του Α., κατοίκου ... ΚΠ ..., 280. Κ. Σ. χας Σ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 281. Κ. Γ. του Φ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 282. Κ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ...,. Κ. Ε.
του Α., κατοίκου ..., ΚΠ …, .... Κ. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 285. Κ. Μ.. συζ. Γ., το γένος Χ. Α.., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 286. Κ. Μ.. συζ. Γ., το γένος Χ. Α.., ΚΠ …, .... Κ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 288. Κ. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ …., 289. Κ. Σ. του Χ., ΚΠ …., 290. Κ. Χ. συζ. Μ., το γένος Μ. Ν.., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Κ. Γ. του Π., κατοίκου ... ΚΠ ..., 331, .... Κ. Γ.. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 293.
Κ. Μ.. του Γ., κατοίκου ... ΚΠ ..., ..., 294. Κ. Σ.. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Κ. Μ. συζ. Β., το γένος Ι. Φ., ΚΠ ..., ..., 296. Κ. Α.. του Ν., ΚΠ 903, .... Κ. Κ. συζ. Α., το γένος Π. Ν. του Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 298. Κ. Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 299. Κ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 300. Κ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Κ. Α. συζ. Ν., το γένος Μ. Ν.., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 302.
Κ. Ά. συζ. Ζ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 303. Κ. Ε. συζ. Μ., το γένος Κ. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 304. Κ. Ε. συζ. Γ., το γένος Μ. Γ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 305. Κ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ... ΚΠ ..., 307. Κ. Γ. του Λ., κατοίκου ... ΚΠ ..., .... Κ. Ε. συζ. Γ. Κ., το γένος Σ. Δ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., .... Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 310.
Κ. Α. συζ. Ν., το γένος Ν. Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 311. Κ. Ε. του Ε., χας Φ. Χ., κατοίκου ... ... ΚΠ ..., 312. Κ. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 313. Κ. Ε. χας Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., 314. Κ. Κ. του Ε., ΚΠ ..., .... Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 316. Κ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 317. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 318. Κ. Γ. Κ., ΚΠ ..., .... Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 320.Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 321.
Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 322. Κ. Α. του Ε., κατοίκου ... ΚΠ ..., .... Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ... ΚΠ ..., .... Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Κ. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 326. Κ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 327. Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ... ΚΠ ..., 328. Κ. συζ. Ι. Μ., το γένος Ι. Γ., ΚΠ ..., .... Κ. συζ. Ι. Μ., το γένος Ι. Γ., ΚΠ ..., 330. Κ. Γ. του Γ., ΚΠ ..., 331. Κ. Ε. συζ.
Κ. Σ., το γένος Κ. Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., …, 332. Κ. Σ. του Π., κατοίκου ... ΚΠ …, .... Λ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Λ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Λ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 336. Λ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Λ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 338. Λ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Λ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 340. Λ. Α. χήρας Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 341.
Λ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 342. Λ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 343. Λ. Ε. του Βύρωνα, κατοίκου ..., ΚΠ ..., 344. Λ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 345. Λ. Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 346. Λ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 347. Λ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 348. Λ. Σ., ΚΠ ..., .... Λ. Χ. χας Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 350. Λ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 351. Λ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., 352.
Λ. Β. του Ν., ΚΠ ..., 353. Λ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 354. Λ. Μ. χας Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 355. Λ. Ε. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 356. Λ. Γ. χας Γ., το γένος Α. Δ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 357. Λ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 358. Μ. Ε. χας Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 359 Μ. Ι. του Α., ΚΠ ..., 360. Μ. Ι. του Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 361. Μ. Θ. του Κ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 362.
Μ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 363. Μ. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 364. Μ. Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 365. Μ. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 366. Μ. Ά. συζ. Γ., το γένος Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 367. Μ. Ά. συζ. Γ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 368. Μ. Β. χας Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 369. Μ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 370. Μ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 371. Μ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 372.
Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 373. Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ......, 374. Μ. Μ. συζ. Ε., το γένος Ι. Χ.,
375. Μ. Μ. συζ. Ε., το γένος Ι. Χ., ΚΠ … 376. Μ. Μ. χας Ν., κατοίκου ..., ΚΠ 192, ..., ..., 377. Μ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 378. Μ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 379. Μ. Μ. συζ. Ι., το γένος Α. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... 380. Μ. Μ. χας Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ... 381. Μ. Ι. του Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ... 382. Μ. Μ. συζ. Π., το γένος Β. Π., ΚΠ ... 383. Μ. Ε. του Ι., ΚΠ ..., 384. Μ. Η. χας Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 385.
Μ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 386. Μ. Ν. του Ι., ΚΠ ..., 387. Μ. Φ. συζ. Α., το γένος Α. Ν., κατοίκου ... ..., ΚΠ ... 388. Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 389. Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 390. Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 391. Μ. συζ. Α. Α., το γένος Ι. Α., ΚΠ ..., 392. Μ. συζ. Δ. Σ., το γένος Ι. Γ., ΚΠ …, 393. Μ. συζ. Δ. Σ., το γένος Ι. Γ., ΚΠ ..., 394. Μ. συζ. Θ. Μ., το γένος Π.
Α., ΚΠ ..., 395. Μ. συζ. Μ. Σ., το γένος Κ. Γ., ΚΠ ..., 396. Μ. συζ. Σ. Α., το γένος Ι. Χ., ΚΠ ..., 397. Μ. Κ. Μ., ΚΠ ..., 398. Μ. Α. του Γ., ΚΠ ..., 399. Μ. Α. συζ. Γ., το γένος Α. Α., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 400. Μ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 920, 401. Μ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 402. Μ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 403. Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 404. Μ. Κ. συζ. Κ., το γένος Π.
Ν. του Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 405. Μ. Ε. συζ. Σ., το γένος Δ. Μ., ΚΠ .... Μ. Ε. συζ. Σ., το γένος Δ. Μ., ΚΠ ..., 407. Μ. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 408. Μ. Ε. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ... 409. Μ. Ι. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 410. Μ. Β. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 411. Μ. Ι. του Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ... 412. Μ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 413. Μ. Π. συζ. Γ., το γένος Μ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 414.
Μ. Α. του Μ., ΚΠ ..., 415. Μ. Α. του Μ., ΚΠ 858, 416. Μ. Γ. του Δ., κατοίκου ... ΚΠ ..., 417. Μ. Χ. συζ. Γ., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 418. Μ. Ε. του Χ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 419. Μ. Ε. του Η., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 420. Μ. Ρ. συζ. Κ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 421. Μ. Α. του Σ., συζ. Κ. Α., ΚΠ ..., 422. Μ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 423. Μ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 424.
Μ. Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 425. Μ. Ι. του Π.., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 426. Μ. Μ. συζ. Σ., το γένος Τ. Μ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 427. Μ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ …, 428. Μ. Π. συζ. Μ. Ι., το γένος Σ. Δ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 429. Μ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 430. Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 431. Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 432. Μ. Γ. του Ζ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 433.
Μ. Ι. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 434. Μ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 435. Μ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 436. Μ. Ν. συζ. Ε.., το γένος Γ. Ι., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 437. Μ. Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 438. Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... 439. Μ. Γ. συζ. Λ., το γένος Α. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 440. Μ. Α. συζ. Α., το γένος Μ. Μ. Κ. του Ι., 441. Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 442.
Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 443. Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 444. Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 445. Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 446. Μ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 447. Μ. Γ., κατοίκου ... ΚΠ ... 448. Μ. Ε. χήρας Σ., 449. Μ. Ε. του Γ., 450. Μ. Ζ. του Σ., 451. Μ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., ΚΠ ..., 452. Μ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 453. Μ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 454.
Μ. Ι. του Ν., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 455. Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 456. Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 457. Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 458. Μ. Π. του Γ. συζ. Μ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 459. Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 460. Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 461. Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 462. Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ... ... και προσωρινά ..., ΚΠ ... 463.
Μ. Α. συζ. Α., το γένος Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 464. Μ. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 465. Μ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 466. Μ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 467. Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 468. Μ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 469. Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 470. Μ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 471. Μ. Ε. συζ. Ν., το γένος Μ. Μ., ΚΠ ..., 472. Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ …, 473.
Μ. Ν., ΚΠ ..., 474. Μ. Ο. συζ. Ν., ΚΠ ..., 475. Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ... ΚΠ .., 476. Ν. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 477. Ν. Μ. συζ. Λ. το γένος Κ. Θ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 478. Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 479. Ν. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ …, 480. Ν. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 481. Ν. Ι. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 482. Ν. Π. του Ν., κατοίκου ... ΚΠ ..., 483. Ν. Σ. συζ.
Π., το γένος Χ. Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 484. Ξ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ …, .... Ξ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ …., 486. Ξ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ …, .... Ξ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ …, .... Ο. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ... .... Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ …., 490. Π. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ …, .... Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ …, 492. Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ…, ....
Π. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ …., 494. Π. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 495. Π. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ …., 496. Π. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 497. Π. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 498. Π. Ε. συζ. Γ., το γένος Ε. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ …., .... Π. Κ. συζ. Μ., το γένος Γ. Η., κατοίκου ... ..., ΚΠ …., ..., 501. Π. Μ. συζ. Γ., το γένος Ν.
Ε. Π., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 502. Π. Β. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 503. Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 504. Π. Α. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ …, .... Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ….., 506. Π. Ν. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ …., 507. Π. Κ. του Ε., κατοίκου ... ΚΠ …., 508. Π. Μ. του Κ., κατοίκου ... ΚΠ …., 509. Π. Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Π. Ε. του Π., κατοίκου ..., ΚΠ ….., ....
Π. Ι. χας Π., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 512. Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 513. Π. Π. του Ε., κατοίκου ... ΚΠ ..., 514. Π. Δ. του Β., κατοίκου ..., ΚΠ ... 515. Π. Δ. του Β., ΚΠ ..., 516. Π. Δ. του Β., ΚΠ ... .... Π. Ε. χας Β., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ... .... Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Π. Μ. του Σ., κατοίκου ... ΚΠ ..., 520. Π. Σ. του Σ., κατοίκου ... ΚΠ ..., 521. Π.
Β. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 522. Π. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 523. Π. Ε. του Μ., ΚΠ ..., 524. Π. Ε. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 525. Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 526. Ρ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 527. Ρ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Ρ. Δ. συζ. Ε., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 529. Ρ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 530. Ρ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ....
Ρ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 532. Ρ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 533. Ρ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... .... Ρ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 535. Ρ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 536. Ρ. Μ. συζ. Ε., το γένος Γ. Ι., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 537. Ρ. Ε. του Η., κατοίκου ... ΚΠ ... 538. Ρ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Ρ. Μ. συζ. Ι., το γένος Χ. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... ....
Ρ. Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Ρ. Μ. συζ. Ι., το γένος Ν. Χ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 542. Ρ. Μ. συζ. Ι., το γένος Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 543. Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Γ. του Ν., κατοίκου ... ΚΠ ..., .... Σ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 546. Σ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 547. Σ. Δ. του Φ., κατοίκου ... ΚΠ ..., 548. Σ. Ε. του Ε., κατοίκου ... ΚΠ ..., 549. Σ.
Ε. συζ. Γ., το γένος Ρ. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 550. Σ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 551. Σ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 553. Σ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 554. Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ... ΚΠ ..., 555. Σ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 556. Σ. Π. του Δ., κατοίκου ... ΚΠ ..., 557. Σ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 558. Σ. Φ. του Δ., κατοίκου ...
ΚΠ ..., 559. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Α. συζ. Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 561. Σ. Ε. συζ. Κ., το γένος Φ. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... 562. Σ. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 563. Σ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 564. Σ. Θ. χας Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 565. Σ. Θ. χας Μ., ΚΠ ..., 566. Σ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 568. Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 569.
Σ. Ε. του Η., κατοίκου ..., ΚΠ …, 570. Σ. Ι. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ... 571. Σ. Ι. του Κ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ... 572. Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 574. Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 520, .... Σ. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 576. Σ. Γ. του Χ., ΚΠ ... Σ. Ε. του Χ., ΚΠ .... Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 579. Σ. Μ. συζ. Γ., το γένος Κ.
Π., ΚΠ ..., 580. Σ. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 582. Σ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ
883, ... Σ. Μ. συζ. Ε., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 584. Σ. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ .... Σ. Κ. συζ. Ε., το γένος Ι. Α., ΚΠ ... 586. Σ. Ο. συζ. Ε., το γένος Τ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 587. Σ. Α. του Ι., ΚΠ ..., .... Σ. Γ. του Δ., ΚΠ ..., .... Σ. Α. συζ. Ι., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 590. Σ. Β. του Γ., συζ. Τ. Ι., 591. Σ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 593. Σ. Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 594.
Σ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Σ. Π., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 598. Σ. Ρ. του Γ., συζ. Τ. Κ. και Τ. Κ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους Γ. Κ. Τ. και Ε. Κ. Τ., .... Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 600. Τ. Α. του Π., κατοίκου ..., ΚΠ .... Τ. Β. Β. του Ε., συζ. Σ. Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 602.
Τ. Γ. του Ε., συζ. Κ. Φ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Τ. Ε. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Τ. Ε. του Π., ΚΠ ..., .... Τ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 606. Τ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 607. Τ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., 608. Τ. Μ. συζ. Κ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 609. Τ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 610. Τ. Τ. του Γ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 611. Τ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ....
Τ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 613. Τ. Ε. του Μ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., .... Φ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 615. Φ. Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 616. Φ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 617. Φ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 618. Φ. Μ. συζ. Ε., το γένος Γ. Χ., ΚΠ ..., 619. Φ. Δ. του Ι., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 620. Φ. Ε. του Η., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 621. Φ. Η., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 622.
Φ. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 623. Φ. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ ... 624. Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ... ..., ΚΠ ... .... Φ. Α. του Γ., ΚΠ ..., ..., .... Φ. Α. του Π., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 616, 893, 627. Φ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ... 628. Φ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Φ. Ε. του Γ., ΚΠ ..., ..., .... Φ. Ε. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ 67, 631. Φ. Ε. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ … 632. Φ. Μ.
συζ. Π. Γ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 633. Φ. Μ. του Γ., ΚΠ ..., ..., 634. Φ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ΚΠ …, .... Χ. Α. του Ε., ΚΠ ..., .... Χ. Ε. του Σ., ΚΠ …, 637. Χ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ …., 638. Χ. Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 639. Χ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Χ. Μ. χας Σ., το γένος Χ. Χ., ΚΠ .... Χ. Μ. χας Σ., το γένος Χ. Χ., ΚΠ ... 642. Χ. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ... .... Χ. Χ.
του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 644. Χ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Χ. Γ. του Ζ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., ..., ..., 601, 610, .... Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 647. Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 648. Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., .... Χ. Δ. συζ. Μ., το γένος Ε. Α., ΚΠ ... 650. Χ. Σ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 651. Χ. Χ. χας Σ., το γένος Λ. Χ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., .... Χ. Χ.
χας Σ., το γένος Λ. Χ., κατοίκου ... ..., ΚΠ ..., 653. Χ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 654. Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ …, 655. Χ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ …, 656. Χ. Ε. του Ι., ΚΠ …., 657. Χ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., ΚΠ …., …., 658. Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ΚΠ …., 659. Χ. Β. συζ. Γ., το γένος Ε. Α., ΚΠ …, 660. Χ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 661. Χ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ …, ....
Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 663. Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 664. Χ. Ε. χας Α., το γένος Π. Β., ΚΠ ..., 665. Χ. Ε. χας Α., το γένος Π. Β., ΚΠ ..., 666. Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 667. Χ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 668. Χ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ΚΠ …, 669. Χ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 670. Χ. Κ. συζ. Κ., το γένος Α. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ... 671. Χ. Κ.
του Γ., κατοίκου ..., Κ.Π ... και .... Χ. Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2004 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 593/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 27-2-2004 αίτηση της Ε. συζ. Χ. Ο. και Ε., Ε., Κ. και Π. Λ., καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 423/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-2-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 7-2-2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με εξαίρεση ως προς τους υπό στοιχεία ... έως και 269, ...η, ...η, 338η, 337η και ...η των αναιρεσιβλήτων, και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως πρέπει να περιέχει, για την πληρότητα και το παραδεκτό της, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, άρα και το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους (άρθρ. 118 αριθμ.3 - βλ.
και άρθρα 217-216 του πιο πάνω Κώδικα). Η παράλειψη ή ακόμη και η εσφαλμένη αναγραφή των στοιχείων αυτών συνεπάγεται ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου που τα στοιχεία του δεν είναι πλήρη (ΑΠ 1064/2017). Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση, από 21-2-2005 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 13/1-3-2005, αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 423/2004 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης, με την οποία καθορίστηκε οριστικά τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα ακίνητα (εδαφικές εκτάσεις, επικείμενά τους, μείωση αξίας εδαφικών τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση) που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στρέφεται και κατά των α) "Αδελφών Π., κατ. ..., Κ.Π.
…" (με αύξοντα αριθμό 10 στην αίτηση), β) "Κ., κατοίκου ..., Κ.Π. ..." (με αύξοντα αριθμό … στην αίτηση), γ) "Σ., κατοίκου ..., Κ.Π. ..." (με αύξοντα αριθμό …στην αίτηση) και δ) "Τ., κατοίκου ..., Κ.Π. ..." (με αύξοντα αριθμό ... στην αίτηση). Έτσι όμως η παράλειψη των λοιπών στοιχείων ταυτότητας των αναιρεσιβλήτων αυτών δημιουργεί αναμφισβήτητα αδυναμία προσδιορισμού των εν λόγω προσώπων, καθόσον παραμένει άγνωστο, τουλάχιστον, το όνομά τους.
Επομένως, η παράλειψη του στοιχείου αυτού (που καθιστά ακόμη και αδύνατο τον έλεγχο της νόμιμης κλήτευσής τους, αν δεν παρασταθούν στη δίκη) έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα του δικογράφου, το οποίο και πρέπει να απορριφθεί ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους.
Για το παραδεκτό και βάσιμο των τριών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως προσκομίζεται η 752/25-5-2005 θετική γνωμοδότηση του αρμόδιου Α' Τμήματος του ΝΣΚ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 και 2 του ν.2298/1995, όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 28 παρ.3 ν....9/1998 και 42 του ν.2721/1999, αντίστοιχα, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (1-3-2005), καθόσον το άρθρο 12 του πιο πάνω νόμου έχει καταργηθεί με το άρθρο 13 παρ.9 του ν.3790/2009, με έναρξη ισχύος 7-8-2009 (ΑΠ 471/2017, ΑΠ 109/2016, ΑΠ 26/2011, ΑΠ 1917/2005). Η αίτηση, όμως, αυτή δεν θα ερευνηθεί, ως προς τους υπό στοιχ. 241 έως και 269 των αναιρεσιβλήτων (κληρονόμους των αναφερόμενων Ν. Α. κ.λπ.), ως προς τους οποίους και δεν εισάγεται πλέον (άρθρ. 42 ν.2721/1999 που αντικατέστησε, κατά τα προαναφερόμενα, την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995), διότι δεν υπάρχει ως προς αυτούς θετική γνωμοδότηση, αφού η σχετική αίτηση προσδιορισμού οριστικής αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως προς αυτούς, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά τους δια της αναγραφής "κληρονόμων του...", χωρίς να αναφέρονται τα ονοματεπώνυμά τους, κατ' άρθρ. 118 έως 120 και 217-216 ΚΠολΔ (βλ. και ΑΠ 1064/2017).
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα, με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται, κατ' άρθρ. 146 παρ. 10 του νόμου αυτού, και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου αιτήσεις αναίρεσης: "4.
Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19. Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 ΚΠολΔ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας...
Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί". Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πιστοποιητικά που προσκομίζει το αναιρεσείον, αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη προσδιορισμού συζήτησής της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21-2-2020), τοιχοκολλήθηκαν, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (2-4-2019) και στα δημοτικά καταστήματα του Δήμων Βιάννου (11-4-2019) και Μίνωα Πεδιάδας (15-4-2019) του νομού Ηρακλείου Κρήτης, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριωμένα ακίνητα.
Επίσης, ειδοποίηση, με το αναγκαίο, κατά νόμο, περιεχόμενο, δημοσιεύτηκε σε τρεις αθηναϊκές εφημερίδες [1) "...", φύλλο ... της 20-7-2019, 2) "...", φύλλο ... της 20-7-2019 και 3) "...", φύλλο ... της 24-7-2019], καθώς και σε μία του ... Κρήτης ["...", φύλλο ... της 20-7-2019]. Ως εκ τούτου, οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους ερευνάται πλέον η υπόθεση και οι οποίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δηλώσεις (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), κλητεύθηκαν νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν προπαρατεθεί.
Άρα, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ και 22 παρ.4 εδάφ. τελευταίο ν. 2882/2001.
Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του (ΑΠ 440/2017, ΑΠ 1329/2013).
Και τούτο, διότι, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, γι' αυτό, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 2062/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.
Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της πληττόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 423/2004 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού συνεκδίκασε τις αναγραφόμενες δύο (2) αυτοτελείς αιτήσεις, ήτοι την από 19-1-2004 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 68/19-1-2004) αίτηση του αναιρεσείοντος και την από 27-2-2004 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 253/2-3-2004) αίτηση των 334ης, 337ης έως και 339ης, 488ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις άλλων ενδιαφερομένων, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα ακίνητα που βρίσκονται στο νομό Ηρακλείου Κρήτης και που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1025607/2338/0010/27-3-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., και συγκεκριμένα για την κατασκευή της επαρχιακής οδού "Ηράκλειο - Βιάννος - Ιεράπετρα" (τμήμα: ..., υπότμημα: ... - ...), δέχθηκε, τελικά, κατά ένα μέρος, αυτές και καθόρισε την οριστική αποζημίωση για τις εδαφικές εκτάσεις (και τα επικείμενά τους που συναπαλλοτριώθηκαν), καθώς και ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν.2882/2001, αποζημίωση, στις αναγραφόμενες τιμές ανά περιοχή και κατηγορία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), κρίση του.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, κατ' εκτίμηση όσων εκτίθενται στο αναιρετήριο, ότι ναι μεν παρέθεσε στην απόφασή του τις τιμές του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων, πλην, όμως, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, χωρίς να θεωρήσει ως πρόσφορο στοιχείο την αντικειμενική αυτή αξία (την οποία και απαξίωσε), όπως αυτή αναγράφεται και στα σχετικά έντυπα προσδιορισμού και στην οικεία έκθεση της ΔΟΥ ...
που με επίκληση είχε προσκομίσει. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έστω και ευσύνοπτα, ως προς το επίμαχο ζήτημα (ΑΠ .../2019, ΑΠ 702/2017, ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1474/2011), με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες το αναιρεσείον έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς η αντικειμενική αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων να δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία αυτών, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων ..., 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).
Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του παρόντος λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η αναιρετική αυτή αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 12/2015).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την, κατ' άρθρ. 559 αριθμ.11γ' ΚΠολΔ, αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, την 190/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (που αφορά, όπως το αναιρεσείον υποστηρίζει, καθορισμό προσωρινής αποζημίωσης για παρακείμενα των απαλλοτριωμένων ακίνητα), για την απόδειξη των ισχυρισμών του, αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, ενώ, αν τη λάμβανε υπόψη, θα καθόριζε μικρότερες τιμές μονάδας αποζημίωσης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί δεν προσκομίζεται η παραπάνω απόφαση, μολονότι είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του εξεταζόμενου λόγου και, ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό της, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη από το Εφετείο, όπως έχει προαναφερθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδάφ. α'-γ' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου με το άρθρο 31 περ.ε' ν.3130/2003 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 130 παρ.1 και 2 ν.4070/2012), ως εκ του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης στο Εφετείο (4-5-2004), "Η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξούσιων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του ν.3693/1957". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθ' ου η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημίωσης μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου, έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημίωσης αναγκαστικά απαλλοτριωμένων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ.
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υπόχρεου σε αποζημίωση και αφετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ίδιου πιο πάνω άρθρου (εδάφ. δ' και ε'), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν το δ' εδάφιο αντικατασταθεί με το άρθρο 76 παρ. 10 του ν.4146/2013), "η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20.
Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαία τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης". Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ίδιου νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107, 109, 110, 111 και 114 παρ. 5 του ν.δ.3026/1954 ("περί του Κώδικος των Δικηγόρων"), που ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης των ένδικων αιτήσεων, ανταιτήσεων και παρεμβάσεων ενώπιον του Εφετείου.
Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα έξοδα που έγιναν και ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (άρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα α) σε 2% για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή της ανταίτησης και της παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ' ου (ΑΠ Ολομ. 14/2011, ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 158/2014, ΑΠ 2141/2013, ΑΠ 1747/2011).
Στην υπό κρίση περίπτωση, σε σχέση με το κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης που αφορά τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, το αναιρεσείον, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην απόφαση αυτή την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις, με το να καθορίσει την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους και εκείνων από τους αναιρεσιβλήτους που άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις τους ή κατέθεσαν απλώς προτάσεις ενώπιόν του, σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, ενώ έπρεπε να καθορίσει την αμοιβή τους αυτή, για τη σύνταξη και την κατάθεση των ανταιτήσεων και παρεμβάσεων που ασκήθηκαν με τις προτάσεις, καθώς και των απλών προτάσεων (ως καθ' ων της δικής του αίτησης), σε ποσοστό 2% επί της υπόψη αποζημίωσης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκαν, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, δύο (αυτοτελείς) αιτήσεις, ήτοι η από 19-1-2004 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 68/19-1-2004) αίτηση του αναιρεσείοντος και η από 27-2-2004 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 253/2-3-2004) αίτηση των 334ης, 337ης έως και 339ης, 488ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που συνεκδικάστηκαν με ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που άσκησαν όσοι από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους παραστάθηκαν στη δίκη εκείνη.
Εξάλλου, στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, κατά την οποία εκδόθηκε η 593/671/18/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ασκήθηκε μόνο η από 23-9-2002 (με στοιχεία κατάθεσης.../ΑΠ/147/26-9-2002) αίτηση του αναιρεσείοντος που συνεκδικάστηκε με ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που ασκήθηκαν με τις προτάσεις των ενδιαφερομένων.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο με το να καθορίσει, κατά τις παραδοχές του, την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων και εκείνων από τους αναιρεσιβλήτους - ανταιτούντες - παρεμβάντες που άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις τους ή κατέθεσαν απλώς προτάσεις, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όσο και ενώπιόν του, σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης, αντί ποσοστού 2% επί της αποζημίωσης αυτής, ενιαία και για τις δύο διαδικασίες, για τη σύνταξη και την κατάθεση των ανταιτήσεων και των παρεμβάσεων με τις προτάσεις, καθώς και των απλών προτάσεων, παραβίασε, ευθέως, τις προπαρατιθέμενες διατάξεις που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 218/2003), με εξαίρεση την αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου Έφης Κουμαρτζή των αναιρεσιβλήτων α) Ε.
Γ. Λ., ) Ε. Γ. Λ., ) Κ. Γ. Λ., δ) Π. Γ. Λ. και ) Ε. συζύγου Χ. Ο., το γένος Ε. Χ. (334ης, 339ης, 338ης, 337ης και 488ης, αντίστοιχα, στο αναιρετήριο), οι οποίες άσκησαν αυτοτελή αίτηση (με ιδιαίτερο δικόγραφο) ενώπιον του Εφετείου και κατέθεσαν τις από 4-5-2004 προτάσεις. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, με την εξαίρεση, βέβαια, ως προς τις παραπάνω πέντε αναιρεσίβλητες που άσκησαν αυτοτελή αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης και κατέθεσαν προτάσεις επ' αυτής.
Μετά από αυτά και αναφορικά με τους αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους ερευνήθηκε, τελικά, η υπόθεση, πρέπει, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του τρίτου λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο του καθορισμού της αμοιβής των πληρεξούσιων δικηγόρων και εκείνων από τους αναιρεσιβλήτους - ανταιτούντες - παρεμβάντες που άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις τους ή κατέθεσαν απλώς προτάσεις, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης, αντί ποσοστού 2% επί της αποζημίωσης αυτής, ενιαία και για τις δύο διαδικασίες, για τη σύνταξη και την κατάθεση των ανταιτήσεων και των παρεμβάσεων (που ασκήθηκαν με τις προτάσεις), καθώς και των απλών προτάσεων.
Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, κατά το μέρος τούτο, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 εδάφ.α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ.580 παρ.4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013) και, τελικά, να καθοριστεί η αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, που βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, στο νόμιμο ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρ. 22 παρ.2 εδάφ.β' ν.3693/1957 (ΑΠ 1.../2010), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την τροποποίηση, από 1-1-2016, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.7 και 4 ν.4.../2015, του άρθρου 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Φεβρουαρίου 2005 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 13/1-3-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 423/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων α) "Αδελφών Π.", β) "Κ.", γ) "Σ." και δ) "Τ.", με αύξοντες αριθμούς στο αναιρετήριο 10, 317, 559 και 605, αντίστοιχα.
Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την παραπάνω απόφαση, κατά το κεφάλαιο και ως προς τους διαδίκους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Καθορίζει την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων εκείνων από τους αναιρεσιβλήτους - ανταιτούντες - παρεμβάντες που άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις τους ή κατέθεσαν απλώς προτάσεις, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όσο και ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, σε ποσοστό 2% επί της αποζημίωσης, ενιαία και για τις δύο διαδικασίες, για τη σύνταξη και την κατάθεση των ανταιτήσεων και των παρεμβάσεων αυτών.
Και Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αριθμός 890/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπο Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Διαμάντη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 3653/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 22-10-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1509/2019.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 22-10-2019 αίτηση ενώπιον του Δικ. Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση για αναίρεση της υπ' αριθμ.3653/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών στο Δημόσιο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε' του Π.Κ. και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή ως περιέχουσα σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την παραβίαση δεδικασμένου (άρθρα 473 παρ.1,2,3 , 474 παρ.1,4, 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε',ΣΤ' και 590 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κ.Π.Δ.). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, στη συνέχεια από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, και στη συνέχεια από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3943/31-3-2011, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 31-3-2011: "1.Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ....".
Με τη διάταξη του άρθρου 71 παρ.2 ν.4174/2014, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 ν.4337/2015 τα άνω ποσά αναπροσαρμόστηκαν έτσι ώστε να τιμωρείται α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους εκείνος, του οποίου το συνολικό χρέος από κάθε αιτία ,συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και β) τριών τουλάχιστον ετών ,εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.
Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 25 ν. 1882/1997, όπως έχει τροποποιηθεί και αντικατασταθεί, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον, κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του (Α.Π.269/2019, Α.Π.289/2018).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχάς αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Το έγκλημα της παράβασης του άρθρου 25 παρ.1 του ν.1882/1990, όπως ισχύει, προϋποθέτει δόλο με την έννοια της πρόθεσης, αφού δεν καθορίζεται από το άρθρο αυτό άλλη μορφή υπαιτιότητας. Ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης και εκδηλώνεται με την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της σχετικής αξιόποινης πράξης, ώστε να μην απαιτείται, γι' αυτόν τον λόγο, ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κύρια αιτιολογία για την ενοχή του δράστη, στην οποία εμπεριέχεται και εκείνη που αφορά τον δόλο.
Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε προκύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσεις ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε τα εξής : ''Στην Αθήνα την 31-10-2014, η κατηγορούμενη υπό την ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ''...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΩΣ ΚΑΙ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΑΞΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΜΥΝΑΣ'' ήταν οφειλέτης του Δημοσίου, έχοντας χρέη, τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και τα οποία με πρόθεση καθυστέρησε να καταβάλει στο Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών.
Η ίδια μέσω του συνηγόρου της προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αυτός που πραγματικά διηύθυνε την ως άνω ανώνυμη εταιρεία ήταν ο Χ. Μ. και ότι η ίδια κατά παράκληση του τελευταίου είχε οριστεί τυπικά πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος αυτής. Ενόψει, όμως, του ότι, όπως προέκυψε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, η κατ/νη μετά από προτροπή του πατέρα της, που συνεργαζόταν με τον Μ., απασχολείτο ενεργά στην επίμαχη επιχείρηση από την ίδρυσή της κατά το έτος 2003 έως και το έτος 2015 και ειδικότερα στο λογιστήριο, και επιπλέον είχε καθημερινή φυσική παρουσία, είναι εύλογο να είχε σαφή γνώση των υποθέσεων της εταιρείας, της οποίας ήταν πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος επί σειρά ετών και όχι ευκαιριακά.
Επιπλέον ως απασχολούμενη στο λογιστικό τομέα της επιχείρησης ήταν γνώστρια των τιμολογίων που εκδίδονταν και συνακόλουθα και των ποσών που οφείλονταν στο Δημόσιο λόγω της παροχής των υπηρεσιών στις οποίες δραστηριοποιείτο η εν λόγω εταιρεία και παρά ταύτα διατήρησε τις ως άνω ιδιότητές της, που συνεπάγονταν σοβαρές υποχρεώσεις και βάρη για την ίδια, η οποία δεν υπήρχε λόγος να τις αναλάβει λόγω των παρακλήσεων του Μ., όπως η ίδια υποστηρίζει.
Επομένως προκύπτει ότι ασκούσε η ίδια ενεργά τα ως άνω καθήκοντα και όχι ο Μ., όπως υποστηρίζει, και επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει τυγχάνουν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της προαναφερθείσας ανώνυμης εταιρείας στη ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών τα χρέη, που αναλυτικά κατά τον αριθμό και ημερομηνία βεβαίωσης, οικονομικό έτος και είδος φόρου, ανάλυση ποσού, απαιτητό μέρος κάθε επί μέρους ποσού και σε σύνολο, τρόπο πληρωμής και ακριβή χρόνο καταβολής, παρατίθενται στον με αριθμό …/2015 πίνακα χρεών που ακολουθεί στο διατακτικό και που επισυνάπτεται ως αναπόσπαστο μέρος αυτής στην με αρ.πρωτ. .../20-2-2015 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της συγκεκριμένης Δ Ο Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ληξιπρόθεσμη οφειλή που μαζί με τις προσαυξήσεις ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 92.481.346,85 ευρώ, πράξη για την οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εξακολουθεί μέχρι τώρα να οφείλει το παραπάνω ποσόν. Επομένως, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της ως άνω πράξης.'' Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε' Π.Κ. του ότι : ''Στην Αθήνα στις 31-10-2014, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα (200.000) ευρώ.
Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της ''... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΩΣ ΚΑΙ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΑΞΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΜΥΝΑΣ'' της οποίας τυγχάνει διευθύνουσα σύμβουλος διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ.
ειδ. βιβλίου ...2015) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 20-2-2015 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., όπως κατωτέρω επισυνάπτεται ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ (92.481.346,85), που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτής προς το Δημόσιο.'' Ακολουθεί ο προαναφερόμενος πίνακας χρεών στις σελίδες 14 έως 24 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Με τους 1ο και 3ο λόγους της υπό κρίση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική της υπόσταση, με βάση την οποία την καταδίκασε, αφού την αποκλειστική ποινική και διοικητική ευθύνη έχει ο εν τοις πράγμασι ασκών τη διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας και αυτή ισχυρίστηκε ότι ο Χ.
Μ. ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης και μέτοχος του συντριπτικού ποσοστού των μετοχών της οφειλέτριας εταιρείας, η ίδια δε ανέλαβε τη θέση της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εταιρείας ''... Α.Ε.'' κατά παράκληση αυτού και εξαπατηθείσα πολλαπλά, ενώ, παράλληλα, ισχυρίζεται ότι η ίδια απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης αιτιολογίας, καθόσον δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα.
Συγκεκριμένα, ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στις αποφάσεις άλλων δικαστηρίων με βάση τις οποίες απηλλάγη για τα αδικήματα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, για τα οποία διωκόταν ως πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας ''... Α.Ε.'', καθώς και στην κατάθεση του μάρτυρά της στο ακροατήριο, αποδεικτικά μέσα που αγνοούνται παντελώς από το σκεπτικό της απόφασης και η έλλειψή τους οδηγεί σε αντιφατική αιτιολογία.
Η ήδη αναιρεσείουσα είχε προβάλλει σχετικώς και αναπτύξει στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας τον εξής ισχυρισμό, ο οποίος δεν είναι αυτοτελής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης: '' Εν προκειμένω διώκομαι ως Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας ''...
Α.Ε.'', στην οποία ήμουν τυπικά πρόεδρος κατά προτροπή και παράκληση του εν τοις πράγμασι πραγματικού διοικούντος και μοναδικού μετόχου της Α.Ε. Χ. Μ.. Εγώ ήμουν και παρέμεινα ως την αποχώρησή μου υπάλληλος του λογιστηρίου, είχα δε παραπεισθεί πως η εταιρεία, ήταν πολύ εύρωστη, με μεγάλη φήμη και χωρίς προβλήματα.
Καμία συναλλαγή δεν έκανα ποτέ και η υπογραφή μου, όπως αποδείχθηκε έχει πλαστογραφηθεί πολλάκις. Ο κύριος Μ. δεν επέτρεπε καμία παρέμβαση καθώς μου έλεγε, πείθοντάς με, πως όλα τα θέματα χειρίζεται επιτυχώς ο ίδιος. Πράγματι η εταιρεία είχε πολλά και μεγάλα έργα, πολλά δε από αυτά ήταν δημόσια. Δεν ήταν δυνατόν να υπερβώ τη βούληση και τις ενέργειές του, καθώς ασκούσα κατά τα φαινόμενα μόνον διοίκηση, ο εν τοι πράγμασι διοικών την επιχείρηση ήταν ο προαναφερόμενος.
Τα προβλήματα ενεφάνησαν μετά την έφοδο του ΣΔΟΕ, οπότε και αποχώρησα.'' Με την παραπάνω κρίση του, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε την διαλαμβανόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 περ.β' του ν.1882/1990, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή κατά πλάγιο τρόπο και επιπλέον, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού αυτής την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η δικαστική κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη εμπρόθεσμης καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο που υπερβαίνουν το ποσό των 200.000 ευρώ, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα με την προδιαληφθείσα ιδιότητά της στην οφειλέτρια ανώνυμη εταιρεία και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών μετά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς.
Ειδικότερα, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στο σκεπτικό της, το Δικαστήριο διέλαβε τη ρητή ουσιαστική παραδοχή ότι η κατηγορουμένη ήδη αναιρεσείουσα ασκούσε ενεργά τα καθήκοντα της προέδρου και της διευθύνουσας συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας επί σειρά ετών και όχι ευκαιριακά, ενόψει ότι μετά από προτροπή του πατέρα της που συνεργαζόταν με το Μ., απασχολείτο ενεργά στην επιχείρηση από την ίδρυσή της το έτος 2003 και είχε σαφή γνώση των υποθέσεων της εταιρείας, καθώς και των τιμολογίων που εκδίδονταν , συνακόλουθα και των ποσών που οφείλονταν στο Δημόσιο.
Σημειωτέο ότι ο μάρτυράς της στο ακροατήριο (υπεράσπισης) και σύζυγός της κατέθεσε ότι αυτή εργαζόταν στην εταιρεία από το 2003 και μάλιστα στο λογιστήριο και ότι ο πατέρας της ήταν παλιός συνεργάτης του Μ.. Εξάλλου, στα αναγνωστέα έγγραφα περιλαμβάνονται οι αποφάσεις υπ' αρ.4646/2015 του Δ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και υπ' αρ.3865/2017 του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, επομένως, το Δικαστήριο, κατά την αποδεικτική του διαδικασία, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του και αυτά τα αποδεικτικά μέσα, που αποτελούν προηγούμενες κρίσεις αναφορικά με την ιδιότητα και θέση της αναιρεσείουσας στην οφειλέτρια ανώνυμη εταιρεία.
Έτσι, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως προεκτέθηκε στις παραπάνω μείζονες σκέψεις, δεν απαιτείτο η μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά αποδεικτικό μέσο, αρκεί να προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν για τη δικαστική κρίση όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, κατά το μέρος που αποτελούν διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, συνιστούν ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του εν λόγω Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες.
Με τον 2ο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στ. ΣΤ' του Κ.Π.Δ., επικαλούμενη ''δεδικασμένο'' από τις προαναφερόμενες αποφάσεις ως αμετάκλητες και παρότι αυτές έχουν διαφορετικό πραγματικό, όμως αφορούν αδικήματα που σχετίζονται με την οικονομική διαχείριση της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας (μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και αποδοχή εικονικών τιμολογίων), ισχυρισμό που δεν πρόβαλε η υπεράσπιση της αναιρεσείουσας στο Δικαστήριο της ουσίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον δεν υφίσταται δεδικασμένο στην παρούσα υπόθεση από τις προαναφερόμενες αποφάσεις υπ' αρ.3865/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και υπ' αρ.4646/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, διότι πέραν της έλλειψης επίκλησης των προϋποθέσεων του δεδικασμένου κατ' άρθρο 57 παρ.1 Κ.Π.Δ., κατά τους ίδιους ισχυρισμούς δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως.
Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, το Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και αυτές τις αποφάσεις. Κατόπιν αυτών, ελλείψει άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 Κ.Π.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.3653/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ