Legislator Case Law & Legislation
763/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank debt judgment due to unclear reasoning on statutory debt calculation rules.

Case Number 763/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a lower court's judgment regarding a bank debt dispute. The lower court found a credit balance in favor of the defendants but failed to provide clear reasoning on how the debt amount was calculated under specific statutory provisions. Consequently, the court ruled that the lower court violated substantive law by not addressing key calculation details, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1(3) and 2(4) of Law 4354/2015; A court judgment is void if it fails to provide clear and sufficient reasoning regarding the application of statutory provisions governing debt calculation and credit balance determination, thereby rendering appellate review impossible.

Keywords

AI generated
bank debt collection statutory debt calculation appellate review standards insufficient reasoning remand for retrial credit balance determination substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 1(3) of Law 4354/2015
Article 2(4) of Law 4354/2015
Article 39 of Law 3259/2004
Article 30(1) of Law 2789/2000
Article 42(1) of Law 2912/2001
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 763 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 763/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία ενεργεί ως διάδικος μη δικαιούχος δυνάμει των Διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 95/2016 της Εκτελεστικής Επιτροπής της ... και η οποία ενεργεί επ' ονόματι και για λογαριασμό της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως προκύπτει και από τις από 10-12-2018 προτάσεις της ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Α. και 2) Π. συζύγου Α. Π., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4317/2006 μη οριστική και 4108/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3354/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων,...", "...Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Oι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του αυτού ως άνω νόμου "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3354/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 11-6-2012 έφεση της αναιρεσείουσας, ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την αναιρεσείουσα, κατά της υπ' αριθμ. 4108/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 30-5-2014, χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής, και η αίτηση κατατέθηκε στις 30-5-2017, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από την έκδοσή της (ΟλΑΠ 10/2018).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι νομίμως παρίσταται ως μη δικαιούχος διάδικος, για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, η εδρεύουσα στην … εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία νομίμως αδειοδοτήθηκε από την ... (Απόφαση αριθμ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ...), ως Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 του ως άνω ν. 4354/2015 και της Πράξης 95/2016 της Εκτελεστικής Επιτροπής της ..., και η οποία ενεργεί δυνάμει του υπ' αριθμ.

…74/16-3-2018 ειδικού πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας και του από 11/5/2017 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας. Με το άρθρο 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκαν τα εξής:"1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση:

α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή,

β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990,

γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού.

2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ.. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία".

Εξάλλου, στην παράγραφο 8 εδαφ. α', β' και γ' του ίδιου άρθρου, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται: "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίσθηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη (εδ.

α). Σε όσες, όμως, από τις παραπάνω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31.12.2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τις τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον (εδ.

β'). Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής, εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία (εδ. γ')". Επίσης με το άρθρο 39 παρ. παρ.1, 2 και 12 του επιγενομένου και ισχύοντος από 4-8-2004 ν. 3259/2004, ορίζονται τα εξής : "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ.2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν.3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείστησαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 1280/2017, ΑΠ 45/2016, 132/2014, 345/2013).

Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 §1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παρ. 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1433/2015).

Επίσης, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. γ και 8 εδ. γ' του ν. 2789/2000 και του άρθρου 39 παρ. 12 του ν. 3259/2004 προκύπτει ότι οι δανειολήπτες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτά, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3259/2004, καθ' υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1, κατά περίπτωση, ανώτερου ορίου (πολλαπλάσια του κεφαλαίου) και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλόμενου κατά νόμο ποσού, αν αυτό δεν είχε μειωθεί κατ' εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1 (ΑΠ 1619/2017), εκτός αν πρόκειται για απαιτήσεις δανειοληπτών, τις οποίες αυτοί θα είχαν ακόμη και αν δεν είχε εισαχθεί καθόλου η ευνοϊκή γι' αυτούς ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 (ΑΠ 1619/2017, ΑΠ 1736/2014, ΑΠ 1396/2012) ή η αναζήτηση αφορά ποσά, τα οποία καταβλήθηκαν υπό την ισχύ και κατά παράβαση του ν. 3259/2004, ήτοι καθ' υπέρβαση του τιθέμενου με την παρ. 1 αυτού ανωτάτου νομίμου ορίου της καταβλητέας συνολικής οφειλής (ΑΠ 45/2016).

Οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες αποκλείεται η αναζήτηση, πλην άλλων, και των εκουσίως καταβληθέντων ποσών, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι τα εκουσίως καταβληθέντα από τον οφειλέτη, κατά τη δημοσίευση του νόμου, είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβαλόντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο "οικονομικό συμφέρον" αυτού και συνεπώς ο νομοθέτης, αποκλείοντας την αναζήτηση τους, δεν παραβιάζει τους προαναφερθέντες υπέρτερης ισχύος κανόνες (ΑΠ 541/2011, ΑΠ 1277/2008, ΑΠ 222/2006).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ 11/2017). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) ισχυρίζονται με την υπό κρίση αγωγή τους, α) ότι ο πρώτος από αυτούς συνήψε με την εναγομένη τραπεζική εταιρία την με αριθμό 1982/1990 σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, την τήρηση των όρων της οποίας εγγυήθηκε η δεύτερη ενάγουσα, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφληθεί εμπρόθεσμα κα ολοσχερώς κάθε χρεωστικό υπόλοιπο που θα προέκυπτε από την κίνηση του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού, στη συνέχεια δε, η χορηγηθείσα πίστωση αυξήθηκε με διαδοχικές συμβάσεις στο ποσό των 20.000.000 δραχμών ή 58.694,06 ευρώ, β) ότι στις 11-9-1995 η εναγομένη τράπεζα κοινοποίησε σε αυτούς εξώδικη δήλωση - καταγγελία, με την οποία τους γνωστοποίησε ότι έκλεισε οριστικά ο τηρούμενος προς εξυπηρέτηση της συμβάσεως πιστώσεως λογαριασμός, ο οποίος εμφάνιζε στις 30-6-1995 χρεωστικό υπόλοιπο 25.205,93 ευρώ, ενώ στις 13-9-1995 η εναγομένη τους κοινοποίησε και δεύτερη δήλωση - καταγγελία επικαλούμενη χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού 48.576,92 ευρώ, γ) ότι μετά την τελευταία χορήγηση, που έλαβε χώρα στις 15-3-1993, το συνολικό υπόλοιπο διαμορφώθηκε στο ποσό των 10.438.897 δρχ ή 30.635,06 ευρώ, καταβλήθηκε δε έκτοτε στην εναγομένη μέχρι τις 28-2-2001 το συνολικό ποσό των 35.425.238 δρχ ή 103.962,55 ευρώ, δ) ότι κατόπιν της από 28-9-2004 αίτησής τους, με την οποία ζήτησαν τον επανακαθορισμό της οφειλής τους σύμφωνα με το άρθρο 39 του v. 3259/2004, η εναγομένη τους γνωστοποίησε ότι η υφιστάμενη οφειλή τους, υπολογιζόμενη με βάση τους όρους της με αριθμό 1982/1990 συμβάσεως πιστώσεως ανερχόταν στις 4-8-2004 στο ποσό των 53.357,71 ευρώ, ενώ η ίδια οφειλή, υπολογιζόμενη με βάση τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 περιοριζόταν στο ποσό των 10.917,61 ευρώ, πλην, όμως, κατ' ορθό υπολογισμό της οφειλής τους με βάση την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, προκύπτει πιστωτικό υπέρ αυτών υπόλοιπο ποσού 42.692,43 ευρώ, ήτοι:

υπόλοιπο οφειλής, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση, που έλαβε χώρα στις 15-3-1993, 30.635,06 ευρώ Χ συντελεστή 2, 61.270,12 ευρώ, από το οποίο αφαιρουμένων των καταβολών μετά την 15-3-1993, ποσού 103.962,55 ευρώ, απομένει πιστωτικό υπέρ αυτών (εναγόντων) υπόλοιπο, ύψους 42.692,43 ευρώ, το οποίο και οφείλει η εναγομένη να τους επιστρέψει ως αχρεωστήτως καταβληθέν βάσει των διατάξεων του άρθρου 39 ν. 3259/2004.

Ζητούν, λοιπόν, οι ενάγοντες, όπως περιόρισαν το αίτημα της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται πιστωτικό υπέρ αυτών υπόλοιπο ποσού 42.692,43 ευρώ και ότι η εναγομένη οφείλει να τους αποδώσει, βάσει της εν λόγω ευνοϊκής ρύθμισης, το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι, ως προς το δεύτερο αίτημα, μη νόμιμη, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από την εναγομένη τα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σε αυτή, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3259/2004, καθ' υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1, ανώτερου ορίου και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλόμενου, αν δεν είχε λάβει χώρα η κατά νόμο μείωση, ποσού.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αντιθέτως, απορρίπτοντας την έφεση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το δεύτερο αίτημα αυτής, καίτοι με τον τρίτο λόγο της έφεσης προέβαλε ότι η αγωγή ως προς το αίτημα αυτό δεν είναι νόμιμη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Κατά συνέπεια, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του), λόγος της αναίρεσης, είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της με αριθμό 1982/30-7-1990 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" (αναιρεσείουσα)...., χορήγησε στον πρώτο ενάγοντα, πίστωση, αρχικά μέχρι του ποσού 1.300.000 δραχμών (3.815,11 ευρώ). Στη συνέχεια, με τις με αριθμούς …82/27-6-1991, …82/29-1-1992 και …82/28-1-1993 ταυτάριθμες συμβάσεις αύξησης της πίστωσης, το ύψος του ως άνω πιστωτικού ορίου αυξήθηκε μέχρι το ποσό των 20.000.000 δραχμών (ή 58.694,06 ευρώ).

Στην ανωτέρω αρχική σύμβαση πίστωσης καθώς και στις αυξητικές αυτής εγγυήθηκε η δεύτερη των εναγόντων, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφληθεί εμπρόθεσμα και ολοσχερώς κάθε χρεωστικό υπόλοιπο που θα προέκυπτε από την κίνηση του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού.... Ο πρώτος ενάγων έκανε χρήση της ένδικης πίστωσης, προς εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκαν από την εναγομένη οι με αρ. ...18-33401-1, ...01-1, ...01-0, ...01-4, ...02-1, ...03-0 αλληλόχρεοι λογαριασμοί.

Ακολούθως η εναγομένη με την από 13-9-1995 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της κοινοποίησε στους ενάγοντες το κλείσιμο των ανωτέρω λογαριασμών και τους καλούσε να καταβάλουν το ανεξόφλητο υπόλοιπό τους που ανήρχετο στις 30-6-1995 στο ποσό των 16.613.922 ή 48.756,92 ευρώ, νομιμοτόκως από 30-6-1995 μέχρις εξοφλήσεως. Περαιτέρω με την από 20-12-2002 εξώδικη δήλωσή της η εναγόμενη γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι ο ανωτέρω λογαριασμός εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των εναγόντων ποσού 27.254,38 ευρώ, για την καταβολή του οποίου προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. 19/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.

Περαιτέρω οι ενάγοντες μετά την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 υπέβαλαν την από 4-8-2004 αίτηση ζητώντας τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους. Επί της ανωτέρω αίτησης η εναγομένη απάντησε με την με αριθμό 611/9-12-2004 επιστολή της ότι η υφιστάμενη οφειλή τους υπολογιζόμενη με βάση τους όρους της με αριθμό 1982/1990 συμβάσεως πιστώσεως ανερχόταν στις 4-8-2004 στο ποσό των 57.357,71 ευρώ, ενώ το ανώτατο όριο της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής τους, όπως προκύπτει μετά την εφαρμογή του ανωτέρω νόμου ανέρχεται στις 4-3-2004 στο ποσό των 10.917,61 ευρώ.

Οι ενάγοντες θεώρησαν όμως ότι ο ως άνω επανυπολογισμός δεν έγινε όπως ορίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις χωρίς ανατοκισμό τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων και εξόδων. Επίσης ισχυρίζονται ότι καίτοι η τελευταία εκταμίευση πραγματοποιήθηκε την 15-3-1993 η εναγομένη χρησιμοποίησε συντελεστή (3) για τον πολλαπλασιασμό της βάσης και όχι (2) που είναι το ορθό.

Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αριθμό 4317/2006 μη οριστική απόφασή του, διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με το τελικό συμπέρασμα της από 12-10-2007 λογιστικής πραγματογνωμοσύνης της λογίστριας πραγματογνώμονα Φ. Β., το υπόλοιπο που προέκυψε από τον έλεγχο την 15-3-1993 είναι πιστωτικό υπέρ των εναγόντων και ανέρχεται στο ποσό των ευρώ, ποσό το οποίο οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν αχρεωστήτως στην εκκαλούσα.

Οι ισχυρισμοί της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας περί μη ορθού υπολογισμού της οφειλής από την ανωτέρω πραγματογνώμονα... πρέπει να απορριφθούν...,.

Συνεπώς,... οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν αχρεωστήτως στην εκκαλούσα το ποσό των 40.216,71 ευρώ, κατά το οποίο η τελευταία πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία με αντίστοιχη ζημία τους και το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να τους καταβάλλει νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, διότι δεν αποδείχθηκε, ενόψει και της σχετικής νομικής αμφισβήτησης του θέματος, ότι η εναγομένη γνώριζε ήδη από την έναρξη της ισχύος της διάταξης του άρθρου 39 ν.3259/2004 για την ανυπαρξία του χρέους των εναγόντων (άρθρ. 911 περ. 1 ΑΚ).

Είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με την έφεσή της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως προς το πρώτο αίτημα αυτής, αναγνωρίζοντας ότι υφίσταται πιστωτικό υπέρ των εναγόντων αναιρεσιβλήτων πιστωτικό υπόλοιπο ποσού 40.216,71 ευρώ.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού περιορίζεται στην παράθεση των απόψεων των διαδίκων ως προς το ύψος της οφειλής των εναγόντων, μετά την υποβολή από αυτούς της από 4-8-2004 αίτησής τους για επανακαθορισμό της οφειλής τους σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, καθώς και του συμπεράσματος της διενεργηθείσας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ότι δηλαδή το προκύπτον υπόλοιπο (μη προσδιοριζόμενο επακριβώς) ήταν πιστωτικό υπέρ των εναγόντων, δέχεται τελικώς ότι οι τελευταίοι κατέβαλαν αχρεωστήτως στην εναγομένη τράπεζα το ποσό των 40.216,71 ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει στο ανωτέρω πόρισμά του α) το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης του λογαριασμού, β) το ποσό της οφειλής των εναγόντων, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο αυτόν χρόνο, γ) το συντελεστή που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του σχετικού πολλαπλάσιου και δ) το σύνολο των καταβολών εκ μέρους των εναγόντων μετά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να κριθεί, αν υπήρξε ορθός υπολογισμός της οφειλής των εναγόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, και αν πράγματι προκύπτει πιστωτικό υπέρ των εναγόντων υπόλοιπο ανερχόμενο στο ανωτέρω ποσό των 40.216,71 ευρώ.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω λόγων αναιρέσως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει δε, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3354/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ