Legislator Case Law & Legislation
763/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract interpretation, ruling facts and law were clearly stated.

Case Number 763/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision regarding an insurance dispute. The appellant argued that the contract's definition of 'hospital' was an invalid exception to the law, but the court found the lower court's reasoning clear and the appellant failed to prove the necessary facts for the appeal. Consequently, the appeal was rejected, the appellant was ordered to pay court costs, and the appeal bond was forfeited.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision clearly states the facts and legal basis, and the appellant fails to demonstrate a lack of legal basis or a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
insurance contract interpretation definition of hospital exception to statutory law admissibility of appeal clear statement of facts court costs award forfeiture of appeal bond

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, paragraph 2 and 2, paragraph 8 of Law 2496/1997
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 12, paragraph 2 of Law 4055/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 763 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 763/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: W.-W. U., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 853/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2333/2009 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 11/10/2010 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 139/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4072/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5308/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/6/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 25/1/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4/6/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5308/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5308/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 853/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία η από 15.1.2008 αγωγή του αναιρεσείοντος κατ’ αυτής και ακολούθως απέρριψε την αγωγή αυτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, είτε επειδή στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπάρκεια αιτιολογίας) είτε όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα ή σε ορισμένο έγγραφο. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 1062/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, που ειδικά αναφέρει, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας καταρτίσθηκε σύμβαση κλάδου ζωής, αορίστου χρόνου, δυνάμει του αριθμ. .../24.7.2000 ασφαλιστηρίου, στο οποίο προσαρτήθηκαν οι αριθμ. ...2006 και .../2005 πρόσθετες πράξεις, καθώς και τα ασφαλιστήρια α) Σύνθετης Προστασίας, β) Προσωπικών Ατυχημάτων και γ) Ολοκληρωμένης Νοσοκομειακής Περίθαλψης ("..."), έναντι εξαμηνιαίου ασφαλίστρου 677,78 ευρώ.

Σύμφωνα με το ασφαλιστήριο σύνθετης προστασίας, ο όρος "νοσοκομείο" δηλώνει το ίδρυμα που α) έχει άδεια νοσηλευτικού ιδρύματος ή θεραπευτηρίου (εφόσον απαιτείται τέτοια άδεια), β) λειτουργεί βασικά για την υποδοχή, περίθαλψη και νοσηλεία ασθενών και τραυματιών που νοσηλεύονται ως εσωτερικοί ασθενείς, γ) παρέχει 24ωρη υπηρεσία από διπλωματούχους νοσοκόμους, δ) διαθέτει κάθε στιγμή προσωπικό από έναν ή περισσότερους ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμα, ε) διαθέτει οργανωμένες εγκαταστάσεις για διαγνώσεις και σοβαρές χειρουργικές εγκαταστάσεις, στ) δεν είναι βασικά εξωτερικό ιατρείο, αναπαυτήριο ή αναρρωτήριο ή ανάλογο ίδρυμα, ούτε ίδρυμα για αλκοολικούς ή τοξικομανείς, ζ) δεν είναι η κατοικία του "καλυπτόμενου μέλους".

Σύμφωνα δε με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ολοκληρωμένης νοσοκομειακής περίθαλψης ("...") και συγκεκριμένα κατά το μέρος

ΙΙ (ΠΑΡΟΧΕΣ) της αυτής σύμβασης, ο ενάγων, αν κατά το χρόνο ισχύος της, εισαχθεί σε νοσοκομείο στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό σαν εσωτερικός ασθενής από ασθένεια ή ατύχημα, η εναγομένη θα υποχρεούται να του καταβάλει αποζημιώσεις εξόδων που έγιναν κατά το διάστημα συνεχούς νοσηλείας, με βάση τις πρωτότυπες αποδείξεις που υποβάλλονται από αυτόν και με ανώτατο όριο αποζημίωσης, ανά ασθένεια ή ατύχημα, το αναφερόμενο στη σελίδα ειδικών στοιχείων ποσό, ήτοι 233000 ευρώ (βλ.

την αριθμ. .../24.7.2005 πρόσθετη πράξη). Οι δαπάνες που καλύπτονται είναι έξοδα δωματίου και τροφής μέχρι 360 ημέρες για κάθε ασθένεια και μέχρι του οριζόμενου στη Σελίδα Ειδικών Στοιχείων ποσού ημερήσιας χρέωσης (1070 ευρώ), για χειρουργικές επεμβάσεις, εργαστηριακές εξετάσεις, φυσικοθεραπεία, μεταφορά με ασθενοφόρο και υπηρεσίες που παρέχονται από ειδικούς νοσοκόμους, οι οποίες κρίνονται απαραίτητες και έχουν υποδειχθεί από το θεράποντα ιατρό.

Επίσης συμφωνήθηκε με το ίδιο ασφαλιστήριο ότι σε περίπτωση νοσηλείας στο εξωτερικό ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να επικυρώσει τα αποδεικτικά έγγραφα νοσηλείας του και τις πρωτότυπες αποδείξεις στην πλησιέστερη ελληνική προξενική αρχή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων νοσηλεύθηκε στην κλινική ...

που εδρεύει στην πόλη ... της Ελβετίας, κατά το χρονικό διάστημα από 19-5-2006 έως 30-8-2006, καθόσον στις 25.4.2006, ηλικίας τότε 65 ετών, υπέστη ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο του πρόσθιου προμήκη αριστερά με ημισύνδρομο αισθητικοκινητικό δεξιά (ασθένεια Aderson Fabry). Ειδικότερα παρουσίασε ημισύνδρομο δεξιά με ελαφρά δυσαρθρία και αίσθημα περιστροφικής ζάλης στο πλαίσιο εγκεφαλικού επεισοδίου.

Ακολούθησαν εκτεταμένες εξετάσεις του για την ασθένεια αυτή κατά την πρώτη νοσηλεία του στη Γενεύη, η οποία έδειξε καρδιοπάθεια υπερτροφική με παράλληλη παρουσία πολλαπλών ερυθρών βλατίδων συνοδευομένη από αγγειοκεράτωμα. Διαπιστώθηκε επίσης οριζόντια διπλωπία αριστερά, εξαιτίας προσβολής της γέφυρας του εγκεφάλου.

Παραπέμφθηκε για παρακολούθηση από τον καθηγητή W. στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ζυρίχης, όπου καθορίστηκε η θεραπεία του για την ασθένεια Fabry. Λόγω δεξιάς ολικής πάρεσης στα κάτω άκρα μετακινείτο σε αναπηρική καρέκλα και έτσι ακολούθησε πολυπαραγοντική θεραπεία, φυσιοθεραπεία, εργοθεραπεία και νευροψυχοθεραπεία κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση, προκειμένου να σταθεροποιηθεί η θεραπεία της κινητικότητας των αρθρώσεων, η μείωση της υπερτονίας, η καλυτέρευση της ισορροπίας, η βελτίωση της αντοχής και η λειτουργικότητα σχετικά με τη δύναμη και τη δεξιοτεχνία του ημιπληγικού μέρους δεξιά με σκοπό την αυτονομία στις καθημερινές δραστηριότητες.

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας, η κατάστασή του βελτιώθηκε σημαντικά με τη βοήθεια της φυσικοθεραπείας και στο τέλος αυτής κατέστη ανεξάρτητος για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών του. Για την νοσηλεία του ενάγοντος εκδόθηκαν από την κλινική τα ακόλουθα τιμολόγια α) αριθμ. ...30.6.2006 ποσού 7912 ελβετικών φράγκων, β) αριθμ. .../30.8.2006 ποσού 15774 ελβετικών φράγκων, γ) ...30.8.2006 ποσού 3000 ελβετικών φράκων, που αφορούσαν νοσήλεια του χρονικού διαστήματος 19.5.2006 έως 30.6.2006, διαμονή και ιατρική περίθαλψη από 1.7.2006 έως 30.8.2006 και αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου και δ) αριθμ. .../18.5.2006 ποσού 400 ελβετικών φράγκων, για μεταφορά με ασθενοφόρο από την κλινική στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο, ήτοι συνολικού ποσού 27086 ελβετικών φράγκων.

Τα παραστατικά αυτά έγγραφα, θεωρημένα από το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στη Γενεύη, υποβλήθηκαν στην εναγομένη, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να την καταβολή της αξίας τους, επικαλούμενη ότι η κλινική ..., στην οποία νοσηλεύθηκε ο ενάγων δεν εμπίπτει στην έννοια "νοσοκομείο", σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μεταξύ τους καταρτισθείσα ασφαλιστική σύμβαση, αλλά είναι αναρρωτήριο και δη αποκατάστασης νευρολογικών, ορθοπεδικών και καρδιολογικών παθήσεων, εξαιρουμένου εκ τούτου της ασφαλιστικής κάλυψης, γεγονός που γνωστοποιήθηκε σ’ αυτόν (ενάγοντα) με την από 5.2.2007 επιστολή της.

Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο, σε ακριβή μετάφραση, από 2.4.2007 έγγραφο των G. R.- γενικού διευθυντή και M. G. ιατρικού διευθυντή της παραπάνω κλινικής, η τελευταία ιδρύθηκε το έτος 1905, έχει άδεια του Υπουργείου Υγείας της Ελβετίας, διαθέτει 85 κλίνες, δέχεται για νοσηλεία ασθενείς και τραυματίες, οι οποίοι εισάγονται ως εσωτερικοί ασθενείς, ανήκει στον όμιλο νοσοκομείων ...

και καλύπτει τις ειδικότητες της νευρολογίας, ορθοπεδικής και φυσικής αποκατάστασης. Η κλινική παρέχει 24ωρη εξυπηρέτηση από διπλωματούχους νοσοκόμους, συνεχή ιατρική κάλυψη με 24ωρες εφημερίες των ιατρών εντός της κλινικής, διαθέτοντας τρεις διαφορετικές ιατρικές ομάδες (μία για κάθε ειδικότητα). Είναι καταχωρημένη στον τηρούμενο από τον Ελβετικό Ιατρικό Σύλλογο (FΜΗ) επίσημο κατάλογο των αναγνωρισμένων ελβετικών νοσοκομείων και κλινικών, που δικαιούνται να παρέχουν μεταπτυχιακή εκπαίδευση στους ειδικευόμενους ιατρούς.

Σε αυτή μεταφέρονται ασθενείς για συνέχιση της νοσοκομειακής νοσηλείας τους από το νοσοκομείο ..., στον όμιλο του οποίου ανήκει και από όλα τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία της Ελβετίας, ανάλογα με την περίπτωση και την πάθηση εκάστου και είναι εξοπλισμένη με τις απαιτούμενες ιατρικές εγκαταστάσεις, εξοπλισμένες και οργανωμένες για την πραγματοποίηση διαγνώσεων και παροχής νοσηλείας.

Όμως στο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν γίνεται μνεία ότι η εν λόγω κλινική διαθέτει, πλην άλλων, και οργανωμένες εγκαταστάσεις για την πραγματοποίηση σοβαρών ή έστω και απλών χειρουργικών επεμβάσεων, η ύπαρξη των οποίων αποτελεί, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, αναγκαία (σωρευτική) προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό της κλινικής ως "νοσοκομείο".

Αλλά, αντιθέτως, αυτή παρέχει με το ιατρικό ανθρώπινο δυναμικό και σύγχρονο εξοπλισμό που διαθέτει, όπως άλλωστε σαφώς συνάγεται, την περαιτέρω συνέχιση της νοσοκομειακής παρακολούθησης των ασθενών που είναι αναγκαία για την αποθεραπεία τους, κατ’ εντολή του εκάστοτε θεράποντος ιατρού και μετά τη διάγνωση της ασθενείας και της νοσηλείας τους για την αντιμετώπισή της που πραγματοποιούνται στα νοσηλευτικά ιδρύματα της Ελβετίας.

Τούτο συντελείται με τη συνεχή ιατρική κάλυψη και στην περίπτωση που ενδιαφέρει εν προκειμένω, με φυσιοθεραπείες, εργοθεραπείες και νευροψυχοθεραπείες, στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων προς βελτίωση των κινητικών λειτουργιών του, λόγω της ασθένειας από την οποία προσβλήθηκε και μετά την ολοκλήρωση της νοσηλείας του στη νοσοκομειακή μονάδα Hospital ...

της Γενεύης. Στο γεγονός τούτο συνηγορεί τόσο η οργανωτική δομή του ιατρικού δυναμικού της κλινικής σε τρεις ειδικότητες και δη νευρολογίας, ορθοπεδικής και φυσικής αποκατάστασης, οι οποίες καλύπτουν ένα συγκεκριμένο φάσμα παροχής ιατρικών υπηρεσιών, αναμφισβήτητα υψηλού επιπέδου, όσο και το προσκομιζόμενο, σε ακριβή μετάφραση, από 26.2.2014 έγγραφο της γενικής διεύθυνσης της κλινικής, ομοίου περιεχομένου με το προαναφερόμενο, στο οποίο κάτωθι της επωνυμίας "..." αναγράφεται "ιδιωτική κλινική αποκατάστασης" (Clinigue privee de readaptation), όπως άλλωστε και σε σχετικές ηλεκτρονικές καταχωρήσεις, όπου γνωστοποιούνται οι προηγμένες προσφερόμενες υπηρεσίες της, προβάλλεται "ως μοναδική κλινική επειδή επικεντρώνεται αποκλειστικά στην αποκατάσταση και σε τίποτα άλλο" (βλ.

προσκομιζόμενες δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο). Τα παραπάνω δεν αναιρούνται, αφενός μεν από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, η οποία εξεταζόμενη ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνει, μετά λόγου γνώσεως ως ιατρός, ότι στην κλινική ..., όπου μεταφέρονται οι ασθενείς από τα νοσοκομεία, δεν πραγματοποιούνται χειρουργικές επεμβάσεις και διαγνώσεις, αλλά εργαστηριακές εξετάσεις, (έλεγχος ακτινολογικός, με υπέρηχο κ.λ.π.), διαθέτει δε αυτή λογοθεραπευτή, φυσιοθεραπευτή, πισίνα και γυμναστήριο, αφετέρου δε από τον ενόρκως βεβαιούντα, Χ.-Α.

Σ.-Ε., χειρουργό-ορθοπεδικό, ο οποίος χαρακτηρίζει την κλινική ως παράρτημα των νοσοκομείων που εκτελούν αποκλειστικά τις χειρουργικές πράξεις και παρέχει ειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες που δεν μπορούν να παρασχεθούν οίκοι (βλ. την αριθμ. .../7.1.2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Γενικής Προξένου της Ελλάδος στη Γενεύη, η οποία ως δοθείσα στο πλαίσιο άλλης συναφούς δίκης, λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων).

Κατ’ ακολουθία των παραπάνω η παραπάνω κλινική δεν ανταποκρίνεται στην, κατά τη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση, έννοια "νοσοκομείο", με αποτέλεσμα να μην υφίσταται κάλυψη εξ αυτής των προαναφερθέντων δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων κατά τον σε αυτή χρόνο νοσηλείας του και συνεπώς αξίωση αποζημίωσής του με την καταβολή ασφαλίστρου, λόγω πραγμάτωσης της ασφαλιστικής περίπτωσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Με όσα κατά τα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε σαφείς, πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα. Δεν έρχεται δε σε αντίφαση η παραδοχή ότι η νοσηλεία του αναιρεσείοντος στην κλινική ...

ήταν αναγκαία για την πλήρη ίασή του, με την κρίση, ότι το συγκεκριμένο περιστατικό δεν καλύπτεται από τον όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, επειδή είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων να μην καλύπτεται οποιαδήποτε ιατρική δαπάνη του αναιρεσείοντος, έστω και όλως αναγκαία και συνεπακόλουθη βαρέος περιστατικού με το οποίο είναι αρρήκτως συνδεδεμένη, επειδή η μονάδα νοσηλείας του δεν διαθέτει εγκαταστάσεις για σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις.

Τούτο, διότι κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συμφωνηθείς όρος της ασφαλιστικής σύμβασης για κάλυψη των δαπανών νοσηλείας σε νοσοκομείο, με την αναλυόμενη στη σύμβαση έννοια του νοσοκομείου, ήτοι του ιδρύματος που, εκτός των άλλων χαρακτηριστικών του, διαθέτει οργανωμένες εγκαταστάσεις για διαγνώσεις και σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις, αποκλείει την κάλυψη των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στην εν λόγω κλινική, που δεν ανταποκρίνεται στην κατά την ασφαλιστική σύμβαση έννοια "νοσοκομείο", στην οποία δεν συντρέχει η ως άνω αναγκαία σωρευτική προϋπόθεση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για κάποια από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 32/2017, ΑΠ 14/2017).

Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 142/2013). Εφόσον, όμως, το Εφετείο, έκρινε ότι κάποιος ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως και ακολούθως, έλαβε υπόψη του τούτον και τον ερεύνησε κατ’ ουσίαν, μολονότι δεν είχε προταθεί από το διάδικο, ο ηττηθείς μπορεί να στηρίξει λόγο αναίρεσης σε σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, ανεξάρτητα από το εάν είχε προτείνει παραδεκτά τούτον ενώπιον του Εφετείου και μάλιστα μολονότι ο ίδιος το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου προτείνει τον ισχυρισμό αυτό, αφού, άλλωστε, είναι σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, που έχει τον τίτλο "προστασία των καταναλωτών", όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999 και πριν την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ κρίνεται σύμφωνα με το νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο, που γίνεται η χρήση αυτού (Ολ ΑΠ 15/2007), οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο ασφαλισμένος με ασφαλιστήριο σε ασφαλιστική εταιρεία, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, παρέχει, εκτός των άλλων, κάλυψη κινδύνων από νοσηλεία για ασθένεια ή ατύχημα.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα δύο περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.

Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η υπό το στοιχείο β’ , σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών, όπως και η υπό στοιχείο ιγ’ , κατά την οποία καταχρηστικοί είναι και οι όροι που αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή.

Η σωρευτική, εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, επιβάλλεται και δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου "της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή" είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου του άρθρου 7.

Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή.

Έτσι, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αυτός είναι αντίθετος με κάποια απαγορευτική ρήτρα που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρρίθμιση συγκεκριμένων ΓΟΣ που θεωρούνται κατά τεκμήριο καταχρηστικοί και άρα άκυροι, δηλαδή χωρίς να απαιτείται ως προς αυτούς η ύπαρξη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας και σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή η καταχρηστικότητα θα κριθεί με βάση τα κριτήρια των εδαφίων α και β της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 561/2014, ΑΠ 1219/2001, ΑΠ 296/2001).

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πού αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 Α.Κ. με τα αναφερόμενα σ’ αυτές κριτήρια για την απαγόρευση καταχρηστικής ασκήσεως ενός δικαιώματος ή χρήσεως ενός θεσμού, για την κρίση της ακυρότητας, ως καταχρηστικών ή μη των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, εκτός από την ανάγκη προστασίας του κατά τεκμήριο ασθενέστερου καταναλωτή, κατά κύριο λόγο το συμφέρον του τελευταίου, με συνεκτίμηση, όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της, όπως ο εξειδικευμένος ή μη χαρακτήρας της συναλλαγής, η εξοικείωση του πελάτη με τις σχετικές συναλλαγές, το μορφωτικό και πνευματικό του επίπεδο, οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται και η δυνατότητα αντιμετώπισης τους, καθώς επίσης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται, πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (ΑΠ 461/2014, ΑΠ 1495/2006).

Ως μέτρο δε του ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο πού ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση και μάλιστα και κατά την καθοδηγητική λειτουργία που επιτελεί και κατά το μέτρο πού καλύπτει θέματα που δεν καλύπτονται με διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική και να χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως ως υπέρμετρη.

Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του μεν προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργησή του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πως μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δική του ενέργεια.

Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης ή αν η απόκλιση του γενικού αυτού όρου από νομοθετικές ενδοτικού δικαίου διατάξεις είναι τέτοια χωρίς να διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, τότε η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας δεν είναι υπέρμετρη.

Για να ορισθεί υπέρμετρη η διατάραξη της ισορροπίας αυτής θα πρέπει με την απόκλιση αυτή να αλλάζει η μορφή της συγκεκριμένης σύμβασης πού έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες ενδοτικού δικαίου και να επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή ή των υποχρεώσεων του προμηθευτή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης (ΑΠ 1597/2011, ΑΠ 11/2006).

Η ανωτέρω παράγραφος 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο "υπέρμετρη διατάραξη" της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, η οποία ομιλεί για "σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών".

Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου "υπέρμετρη διατάραξη" θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει, ο όρος "υπέρμετρη διατάραξη" να εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει "ουσιώδη ή σημαντική" διατάραξη.

Η ανάγκη αυτή εναρμονισμένης δηλαδή προς την οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο "διατάραξη" και μετά την απάλειψη του όρου "υπέρμετρη" στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β’ του ν. 2741/1999 και συνεπώς και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου Γ.Ο.Σ.

είναι, η με αυτόν "ουσιώδης ή σημαντική" διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (Ολ ΑΠ 6/2006, ΑΠ 7/2011). Τέλος, μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές περιπτώσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, είναι, πέραν της άνω αρχής της συμβατικής ισορροπίας και η αρχή της διαφάνειας. Σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το νόμο 2251/1999 και εμμέσως στο άρθρο 2 παρ 1-3 του ν. 2251/1994, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το ν. 2741/1999 και πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και εφαρμόζεται κατά τα προαναφερόμενα στην προκείμενη περίπτωση, οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων τα κρίσιμα στοιχεία, πρέπει δηλαδή να είναι κατανοητοί από έναν άνθρωπο μέσης εμπειρίας στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγής.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δε λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (Ολ ΑΠ 14/2007, ΑΠ 1062/2015, ΑΠ 561/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το σχετικό μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994. Εντοπίζει δε το νομικό σφάλμα της απόφασης, στο ότι ενώ δέχεται ότι η νοσηλεία του στην κλινική ...

ήταν αναγκαία για την πλήρη θεραπεία του μετά την εγχείριση στην οποία υποβλήθηκε, και δέχθηκε περαιτέρω ότι ο όρος της σύμβασης περιορίζει το δικαίωμα νοσηλείας του οπουδήποτε υποδειχθεί από τους θεράποντες γιατρούς ως αναγκαστική επιλογή για την πλήρη ίασή του, καταλήγει, λόγω της εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στις διατάξεις περί προστασίας των καταναλωτών, σε κρίση ότι ο όρος αυτός δεν είναι καταχρηστικός και δεν προκαλεί σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, δεν είχε προτείνει τον ισχυρισμό αυτό, που αποτελεί αντένσταση ακυρότητας του σχετικού όρου της σύμβασης ως καταχρηστικού, στην καταλυτική ένσταση της αγωγής από την αναιρεσίβλητη που στηρίζεται σε γενικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ότι καλύπτεται η ασφάλιση όταν η νοσηλεία γίνεται σε νοσοκομείο, όπως η έννοια αυτού προσδιορίζεται στον όρο (ΑΠ 1336/2011), στον πρώτο βαθμό, παρά μόνο στη συζήτηση ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, πλην, όμως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η καταχρηστικότητα του όρου αυτού, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, ερεύνησε το ζήτημα τούτο και έκρινε ότι ο όρος αυτός δεν είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου, παραδεκτά προσβάλλεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με το σχετικό αναιρετικό λόγο, παρά τη μη νόμιμη, κατά τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, πρότασή του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Σχετικά δε με το ζήτημα της καταχρηστικότητας του ανωτέρω όρου και της αρχής της διαφάνειας αυτού, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει, αποδείχθηκαν, εκτός όσων εκτίθενται στην έρευνα του πρώτου λόγου της αναίρεσης, και τα ακόλουθα: "Ούτε εξάλλου, ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης, με τον οποίο τίθενται οι προαναφερόμενες προδιαγραφές προς χαρακτηρισμό ενός νοσηλευτικού ιδρύματος ως νοσοκομείου, κατά τα ισχυριζόμενα με τις προτάσεις του το πρώτον μεν στην παρούσα δίκη από τον ενάγοντα, εξεταζόμενου όμως τούτου και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να θεωρηθεί ενδεχομένως καταχρηστικός και εκ τούτου άκυρος, ελεγχόμενος υπό το πρίσμα των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 "Προστασία Καταναλωτών", όπως ισχύει μετά το ν. 3587/2007, της οποίας (παραγρ. 6 άρθρου 2) η ρύθμιση αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ.

Πράγματι, ο ενάγων, ως λήπτης της ασφάλισης, εμπίπτει στην κατά το ν. 2251/1994 έννοια του καταναλωτή (άρθρο 4 παρ. 4α αυτού), αφού έκανε χρήση υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά και προορίζονται γι’ αυτόν και αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους, ήτοι είχε συνάψει έγκυρη σύμβαση ασφάλισης βάσει της οποίας θα δικαιούνταν αυτός παροχής υπηρεσιών, συνισταμένων στην καταβολή του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, όπως και η εναγομένη εμπίπτει στην έννοια του προμηθευτή (άρθρο 4 παρ. 4β του ιδίου νόμου), δεδομένου ότι, ως εγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, παρέσχε τις παραπάνω υπηρεσίες της στον ενάγοντα, ήτοι την ασφάλιση πλήρους νοσοκομειακής περίθαλψης από ασθένεια ή ατύχημα, με την υπόσχεση ότι θα καταβάλει το ασφάλισμα, σε περίπτωση επέλευσης κάποιου από τους κινδύνους αυτούς.

Όσον αφορά όμως στην ερμηνεία του όρου που αποτέλεσε την άρνηση της εναγομένης για την εκπλήρωση της υποσχεθείσας παροχής, πέραν του ότι αυτός (όρος) δεν είναι αντίθετος με κάποια απαγορευτική ρήτρα που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρρίθμηση συγκεκριμένων ΓΟΣ που θεωρούνται καταχρηστικοί και άκυροι (άρθρο 2 παρ. 7 του ιδίου παραπάνω νόμου), δεν προέκυψε κάποια ασάφεια ούτε ερμηνευτικό κενό, ως προς τη σύνταξη και το περιεχόμενό του.

Αντιθέτως, οι τεθείσες σωρευτικά προϋποθέσεις, απλώς διασφαλίζουν με κατανοητό τρόπο την έννοια "νοσοκομείο", χωρίς ιδιαίτερη εξειδίκευση και πολυπλοκότητα στη διατύπωση, όπως άλλωστε αντιλαμβάνεται αυτή ο μέσος άνθρωπος (υποδοχή, περίθαλψη και νοσηλεία ασθενών-τραυματιών, συνεχής ιατρική και νοσοκομειακή παρακολούθηση, πραγματοποίηση διαγνώσεων και χειρουργικών επεμβάσεων) και καθιστά σαφή την εκπεφρασμένη βούληση της εναγομένης να περιορίσει την παροχή της περίθαλψης των ασφαλισμένων αποκλειστικά και μόνο σε νοσοκομειακές μονάδες.

Βάσει των παραπάνω και δεδομένου ότι ο ενάγων έχει από την ασφαλιστική σύμβαση, τη δυνατότητα, σε περίπτωση ασθενείας ή ατυχήματος του, οποιασδήποτε παροχής (νοσηλεία, χειρουργικές επεμβάσεις, φαρμακευτική αγωγή, εργαστηριακές εξετάσεις, φυσικοθεραπεία, υπηρεσίες από ειδικούς νοσοκόμους κλπ) για περίθαλψη και μάλιστα χωρίς καμία εξαίρεση στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής της διαφάνειας και πρόκλησης σημαντικής διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών και εν προκειμένω σε βάρος του ιδίου (του ενάγοντος), απορριπτομένων των υποστηριζομένων από τον τελευταίο περί του αντιθέτου ως ουσιαστικά αβασίμων και ιδίως περί ανυπαίτιας άγνοιάς του, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, της ύπαρξης του όρου αυτού ή άλλως της έννοιας που προσδίδει σε αυτόν η εναγομένη".

Έτσι, αφού έκρινε το Εφετείο, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον δεν παραβίασε με κακή εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 2 ν. 2251/1994. Τούτο διότι με βάση τα συγκροτούντα το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης πραγματικά περιστατικά, αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες.

Οι περιεχόμενες στο σχετικό λόγο αναίρεσης επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι με βάση τη φύση και το σκοπό της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης, ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός, καθόσον παραβιάζει την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών σε βάρος του, αφού του στερεί τη δυνατότητα πλήρους αντιμετώπισης ασθενειών και ατυχημάτων και ολοσχερούς αποθεραπείας του, η οποία αποτελεί το μοναδικό στόχο κάθε ασφαλιστικής σύμβασης για την κάλυψη των αναγκών νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως στην προκείμενη περίπτωση, η δε διατάραξη είναι υπέρμετρη, αφού αυτός, ασκώντας το δικαίωμά του να αποθεραπευθεί με τη νοσηλεία του σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και του ελβετικού συστήματος υγείας, όφειλε να ακολουθήσει τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών και να νοσηλευθεί σε μονάδα που δεν διαθέτει εγκαταστάσεις για σοβαρές εγχειρίσεις, πράγμα που δεν θίγει τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν προβάλει σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί την άκαμπτη εφαρμογή του συγκεκριμένου όρου, καθώς και ότι με την όχι απολύτως κατανοητή ρήτρα ότι "νοσοκομείο" είναι αυτό "που διαθέτει οργανωμένες εγκαταστάσεις για διαγνώσεις και σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις", παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας αφού ο μέσος συναλλασσόμενος δεν μπορεί να αντιληφθεί ποιες είναι οι σοβαρές εγχειρίσεις που πρέπει να διενεργεί το νοσοκομείο, στο οποίο θα μπορεί να εισαχθεί για θεραπεία ή σε ποιο βαθμό πρέπει να είναι οργανωμένες οι εγκαταστάσεις, ώστε να επιλέξει εκείνο που ταιριάζει στη σύμβαση, ακόμη και αν δεν είναι κατάλληλο για την περίπτωση αντιμετώπισης της δικής του ασθένειας ή ατυχήματος, το σχετικό δε όρο της σύμβασης αυτός αγνοούσε ανυπαιτίως κατά την κατάρτισή της και ούτε η αναιρεσίβλητος και η ασφαλιστική σύμβουλός της υπέδειξαν σ’ αυτόν το αληθές, κατά την αναιρεσίβλητο, περιεχόμενό του, άλλως του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του, όπως εκείνη το εννοεί, δεν αποτελούν παραδοχές του Εφετείου, ώστε να ιδρύσουν τον προτεινόμενο λόγο αναίρεσης.

Επομένως, ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το σχετικό μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι ο ορισμός της έννοιας του "νοσοκομείου" στη σύμβαση, αποτελεί στην ουσία εξαίρεση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 8 του Ν. 2496/1997, αφού με αυτόν εξαιρούνται από την εφαρμογή της ασφαλιστικής σύμβασης νοσηλευτικές μονάδες, χωρίς να εξηγείται γιατί η εξαίρεση αυτή ικανοποιεί ανάγκες και ποιες του ασφαλιστή, ούτε ποια υπέρτερα συμφέροντα αυτού εξυπηρετούνται, ώστε να υποχωρεί προ αυτών η δική του ανάγκη να ιαθεί, με τρόπο που υπαγορεύουν οι θεράποντες γιατροί, στα πλαίσια συστήματος που δεν μπορεί να αλλάξει ο ίδιος και για ποιο ουσιαστικό λόγο η συγκεκριμένη ασφαλιστική περίπτωση δεν εμπίπτει στο εύρος κάλυψης της ασφαλιστικής σύμβασης και έτσι παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες έπρεπε να εφαρμόσει και δεν εφάρμοσε.

Ο λόγος αυτός, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προτείνει, καθορίζοντας μάλιστα τον νόμιμο τρόπο προβολής του, στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δεν εξέτασε τούτον αυτεπαγγέλτως, ούτε εμπίπτει η προβολή του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου σε κάποια εξαίρεση του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο όρος αυτός αποτελεί εξαίρεση, ώστε να εφαρμόσει το σχετικό κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 4.6.2015 αίτηση για αναίρεση της 5308/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική …2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.6.2015 αίτηση του W.-W. U. για αναίρεση της 5308/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ