Supreme Court dismisses appeal on medical certificate distortion, ruling it was a factual evaluation not a reading error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a medical liability claim. The appellant argued the lower court misread a hospital certificate stating she suffered a lumbar injury, but the court found the certificate actually documented a head and nose injury. The court determined that the lower court correctly evaluated the document alongside other evidence, meaning the dispute concerned factual assessment rather than a legal error in reading the text.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on document distortion is admissible only when the court of first instance misread the document, not when it correctly interpreted the text and reached a different factual conclusion through overall evidence evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 763 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 763/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καλαϊτζίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του Χ. Σ. του Ν., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 2-2-2005 αγωγή του Φ. Κ., που επίσης δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1768/2006 εν μέρει οριστική και 5090/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 3-12-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13-5-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 297/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/ 2007).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται μόνο ..., αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ. "Η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους επιβάτες ...". Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., εκ του ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929, 930 και 932 Α.Κ., ενώ με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 4117/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πάθησης της αναιρεσείουσας στη σπονδυλική στήλη και του ένδικου ατυχήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 297/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η 4117/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έκρινε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι εξαιτίας της σύγκρουσης που συνέβη στις 14/4/2003 από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Φ.
Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Αιγαίον Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία", τραυματίσθηκε η δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα Μ. Σ., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και συγκεκριμένα υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση ρινός, ρινορραγία, κάκωση ΟΜΣΣ και κάκωση αριστερής χειρός.
Στη συνέχεια, αποδείχθηκε, ότι η πιο πάνω οδηγός εκκαλούσα Μ. Σ. δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, καθώς η ζώνη επιτελώντας την προστατευτική της λειτουργία, συγκρατεί τον οδηγό στο κάθισμά του και εμποδίζει την πρόσκρουσή του στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Πλην, όμως, εξαιτίας της μη χρήσης ζώνης ασφαλείας η Μ.
Σ. κτύπησε κατά τη σύγκρουση με δύναμη στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, το οποίο υπέστη ράγισμα, γεγονός που δεν θα συνέβαινε, αν αυτή φορούσε ζώνη ασφαλείας, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η συνοδηγός της Σ. Χ. δεν εμφάνισε τον παραμικρό τραυματισμό, λόγω του ότι έφερε ζώνη ασφαλείας. Έτσι, η εκκαλούσα κρίνεται συνυπαίτια του τραυματισμού της κατά ποσοστό 40%.
Ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της ότι υπάρχει δεδικασμένο, ως προς το ζήτημα της μη υπάρξεως συνυπαιτιότητάς της στον τραυματισμό της. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την 4117/2008 απόφασή του, πράγματι έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο οδηγός Φ.
Κ. και ότι ουδεμία συνυπαιτιότητα βαρύνει την εκκαλούσα οδηγό στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Όμως, η κρίση του Εφετείου στη δίκη εκείνη δεν αφορούσε τον τραυματισμό της εκκαλούσας και τις συνθήκες πρόκλησής του. Για τις συνθήκες τραυματισμού της εκκαλούσας και αν η ίδια συνέβαλε στον τραυματισμό της, η πιο πάνω απόφαση δεν ασχολήθηκε, αφού η έφεση της τότε εκκαλούσας είχε απορριφθεί ως προς αυτήν, ως απαράδεκτη.
Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει δεδικασμένο, ως προς το ζήτημα τραυματισμού της εκκαλούσας Μ. Σ., η οποία απορριπτομένης της τότε εφέσεώς της με την 4117/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτης, επανέρχεται και εισάγει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την κρινόμενη έφεση.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος εφέσεως της εκκαλούσης, σύμφωνα με τον οποίο αυτή επικαλείται τη μη ύπαρξη συνυπαιτιότητας στον τραυματισμό της κατά ποσοστό 40%, λόγω υπάρξεως δεδικασμένου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά "Τζάννειο", όπου διακομίσθηκε και εξετάσθηκε αμέσως μετά το ατύχημα, αλλά της συστήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς ανάπαυση διαρκείας μιας εβδομάδας.
Στη συνέχεια, στις 24/2/2004, δηλαδή μετά την πάροδο 11 περίπου μηνών από το ατύχημα η ενάγουσα - εκκαλούσα μετέβη στο Νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ, όπου ο νευροακτινολογικός έλεγχος έδειξε προβολές δίσκων στο ύψος των μεσοσπονδύλιων διαστημάτων 04-05 και 05-11. Αυτή υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση πεταλεκτομής - δισκεκτομής και σπονδυλοδεσία με μεταλλικές σφήνες νοσηλευόμενη στο πιο πάνω Νοσοκομείο μέχρι τις 2/3/2004.
Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι η πιο πάνω χειρουργική επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα συνδέεται αιτιωδώς με την ένδικη σύγκρουση. Ειδικότερα ο χειρούργος ορθοπαιδικός Ι. Ρ., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την 1768/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στην έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να αποφανθεί ούτε ο ίδιος, ούτε οποιοσδήποτε άλλος ορθοπαιδικός, με βεβαιότητα ότι οι κήλες των μεσοσπονδύλιων δίσκων της ενάγουσας είναι μετατραυματικής αιτιολογίας, αφού δεν υπήρξε εξέταση αμέσως πριν από το ατύχημα (αξονική ή μαγνητική τομογραφία), που να δείχνει ότι οι πιο πάνω κήλες δεν υπήρχαν.
Επίσης, από το 2711/7-5-2003 πιστοποιητικό του "Τζανείου" Νοσοκομείου, προκύπτει, ότι δεν υπάρχει κάκωση αυχενικής μοίρας, σπονδυλικής στήλης, κοιλίας, λεκάνης ή ισχύων, ενώ στο με αριθ. πρωτ. 2270/13-4-2004 πιστοποιητικό νοσηλείας στο Νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ, όπου χειρουργήθηκε η ενάγουσα και στην από 9/9/2005 ιατρική γνωμάτευση του χειρούργου ορθοπαιδικού του ίδιου πιο πάνω Νοσοκομείου, Κ.
Τ., γίνεται μεν λόγος ότι αυτή μετά την ένδικη σύγκρουση εμφάνισε οσφυοϊσχυαλγία χωρίς, όμως, να γίνεται οποιαδήποτε σύνδεση της χειρουργικής επέμβασης στην οποία αυτή υποβλήθηκε στο πιο πάνω Νοσοκομείο και του τραυματισμού της στο ένδικο ατύχημα. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα επισκέφθηκε κάποιο Νοσοκομείο ή ιατρό κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την ημέρα της ένδικης σύγκρουσης, μέχρι την ημέρα, ένδεκα περίπου μήνες μετά, όπου εισήχθη στο Νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ προκειμένου να υποβληθεί σε εξετάσεις και να διαπιστωθεί η αιτία του προβλήματος που αντιμετώπιζε.
Λόγω του τραυματισμού της και του γεγονότος ότι της συστήθηκε ανάπαυση διαρκείας μιας εβδομάδος, η ενάγουσα - εκκαλούσα, έμπορος ειδών υγιεινής διατροφής, κατέστη ανίκανη να εργασθεί για έξι συνολικά ημέρες. Επομένως, αυτή, κερδίζοντας το ποσό των 100 ευρώ ημερησίως, απώλεσε συνολικό εισόδημα 600 ευρώ (100 ευρώ Χ 6 ημέρες), ποσό το οποίο θα κέρδιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εργασία της, αν δεν είχε τραυματισθεί.
Συνεπώς, εφόσον η εκκαλούμενη 5090/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκρινε ότι η πάθηση στη σπονδυλική στήλη της ενάγουσας - εκκαλούσας δεν οφείλεται στην ένδικη σύγκρουση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις αποζημίωσης λόγω λήψης βελτιωμένης διατροφής, πρόσληψης οικιακής βοηθού, πραγματοποίησης ιατρικών εξετάσεων, αγοράς φαρμάκων και μίσθωσης ταξί, αφού οι αξιώσεις αυτές συνδέονται με την πάθηση στη σπονδυλική στήλη και τη χειρουργική επέμβαση στην οποία μεταγενέστερα υποβλήθηκε η ενάγουσα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα, όσα διαφορετικά υποστηρίζονται με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο της κρινόμενης εφέσεως ...".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει κατά ένα μέρος αφού κρίθηκε ότι τ' απορριφθέντα αγωγικά κονδύλια συνδέονται με υπαρκτή μεν σωματική βλάβη της αναιρεσείουσας - ενάγουσας που δεν συνδέεται όμως αιτιωδώς με το ένδικο τροχαίο ατύχημα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα σωματικής βλάβης στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και δεν δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας κατά τα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια που απορρίφθηκαν.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί αρκούντως η ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα πάθησης στη σπονδυλική στήλη της.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Εξ άλλου καμμία αντιφατικότητα δεν δημιουργεί στην προσβαλλόμενη απόφαση το γεγονός ότι κατά την έρευνα του πραγματικού της ένδικης υπόθεσης αρχικά αναφέρθηκε στο προκύπτον δεδικασμένο από την υπ' αρ. 4117/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της διαγνωσθείσας υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του τραυματισμού της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια όμως με σαφείς αιτιολογίες έκρινε ότι κανένα δεδικασμένο δεν δημιουργήθηκε από την ίδια απόφαση ως προς την έκταση του τραυματισμού της αναιρεσείουσας, εφόσον άλλωστε η τότε ασκηθείσα έφεσή της είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη με την υπ' αριθ. 4117/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι η τότε εκκληθείσα απόφαση δεν είχε καταστεί οριστική στο σύνολό της ως προς την τώρα αναιρεσείουσα για τη σωματική βλάβη της οποίας στη σπονδυλική στήλη είχε διαταχθεί με την υπ' αριθ. 1768/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η προαναφερθείσα πραγμ/νη.
Για τους ίδιους δε λόγους κρίνεται αβάσιμος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο που προέκυπτε από την υπ' αριθ. 4117/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πάθησης της αναιρεσείουσας στην σπονδυλική της στήλη και του ένδικου τροχαίου ατυχήματος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα δύο μέρη του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: 1) την με αριθ. 63/2007 έκθεση πραγμ/νης του ιατρού Ι. Ρ., που διορίσθηκε με την υπ' αριθ. 1768/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος καταλήγει και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης στο πόρισμα ότι "δεν μπορεί ν' αποφανθεί ούτε αυτός ούτε κάποιος άλλος ορθοπεδικός με απόλυτη βεβαιότητα ότι οι κήλες της ανωτέρω ασθενούς (στη σπονδυλική της στήλη) είναι μετατραυματικής αιτιολογίας, εκτός αν υπήρχε εξέταση πριν το τροχαίο ατύχημα (αξονική ή μαγνητική τομογραφία οσφυϊκής σπονδυλικής στήλης), που να έδειχνε ότι οι ανωτέρω κήλες δεν υπήρχαν" και 2) τις υπ' αριθ. 17361/2007 και 17362/2007 ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης.
Τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πάθησής της στη σπονδυλική στήλη της και του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, ύστερα από την δέουσα συνεκτίμηση και ρητή μνεία της προαναφερθείσας έκθεσης ιατρικής πραγμ/νης, και του υπ' αριθ. 2711/2003 πιστ/κού του Τζανείου Νοσοκομείου και του υπ' αριθ. 2370/2004 πιστ/κού νοσηλείας του Ν.Ι.Μ.Ι.Τ.Σ.
και της από 9-9-2005 ιατρικής γνωμάτευσης του χειρούργου ορθοπεδικού Κ. Τ. καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω ιατρικά έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο προσβάλλεται το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ο ίδιος λόγος κρίνεται απαράδεκτος κατ' άρθρον 561 Κ.Πολ.Δ.
Τέλος ο ίδιος λόγος όσο αναφέρεται στις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις κρίνεται αβάσιμος εφόσον από τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας στο Πρωτοδικείο και Εφετείο με τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε τις ίδιες ένορκες βεβαιώσεις προκύπτει ότι η επίκληση των ίδιων ένορκων βεβαιώσεων αφορούσε αποκλειστικά την επικαλούμενη υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου και όχι την αιτιώδη συνάφεια της πάθησης της αναιρεσείουσας στην σπονδυλική στήλη με την ένδικη σύγκρουση.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει την πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι, κατ' αυτήν, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 2711/7-5-2003 πιστοποιητικού του Τζανείου Νοσοκομείου, στο οποίο αυτή ισχυρίζεται ότι αναγράφεται εντελώς το αντίθετο από τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση, δηλαδή αναφέρεται ότι συνεπεία του ένδικου ατυχήματος επήλθε κάκωση οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (Ο.Μ.Σ.Σ.).
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. εκτίμηση του περιεχομένου των κατωτέρω εγγράφων προκύπτει, ότι στο επίμαχο υπ' αριθ. 2711/7-5-2003 πιστοποιητικό του ΤΖΑΝΕΙΟΥ Γ. Ν. ΠΕΙΡΑΙΑ αναγράφονται για την αναιρεσείουσα τα εξής "... προσήλθε μετά από αναφερόμενο τροχαίο κάκωση κεφαλής κ' ρινός. Δεν αναφέρει κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, κοιλίας, λεκάνης ή ισχίων ...".
Τα διαλαμβανόμενα στον λόγο αναίρεσης "κάκωση Ο.Μ.Σ.Σ." αναγράφονται σε άλλο πιστοποιητικό του αυτού Νοσοκομείου, που φέρει τον ίδιο αρ. πρωτ. (2711) αλλά πολύ μεταγενέστερη ημερομηνία (18-12-2003). Έτσι, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσειουσα θεωρεί ορθό.
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 491/30-6-2014 αίτηση για αναίρεση της 297/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ