Legislator Case Law & Legislation
763/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract liability for thefts during agreed security hours.

Case Number 763/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Hermes Security and Brink's Security against the Athens Court of Appeal's judgment. The court found that the defendants failed to conduct thorough checks and immediately notify the police after receiving theft alarms during the agreed security hours. Consequently, the court ruled that the defendants were liable for the losses and ordered them to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; The court held that a security provider's failure to perform adequate verification and immediate police notification upon receiving a theft alarm constitutes a breach of contractual duty, establishing liability for the resulting loss.

Keywords

AI generated
security contract liability theft during security hours breach of duty of care immediate police notification insurance contract dispute security company negligence costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 763 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 763/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία πρώην "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΕΡΜΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ και το διακριτικό τίτλο ΕΡΜΗΣ SECURITY ΑΕ και ήδη BRINK'S HERMES SECURITY SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ και το διακριτικό τίτλο BRINK'S SECURITY SERVICES SA", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Τερεζάκη και 2. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παπανώτη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την πρώην επωνυμία "ALLIANZ Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" και ήδη "Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Κουτσογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 19 Μαΐου 2005 προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 513/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1851/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 24 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 1851/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 25-01-2010 έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτης και εξαφάνισε ως προς όλους τους διαδίκους την υπ` αριθ. 513/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε συνεκδικάσει την από 9-2-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης με την από 19-5-2005 προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας, υπό την αρχική επωνυμία της, κατά της δεύτερης αναιρεσείουσας, καθώς και την από 30-5-2005 πρόσθετη παρέμβαση της τελευταίας υπέρ της πρώτης (κυρίως εναγομένης) και είχε απορρίψει την από 9-2-2004 κύρια αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (κυρίως ενάγουσας), δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) κατά ένα μέρος, τόσον την ως άνω κύρια αγωγή και αναγνώρισε ότι εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως στην κυρίως ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 24.891,45 ευρώ, ως αποζημίωση, λόγω υποκατάστασης αυτής στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της, στην οποία κατέβαλε το συμφωνηθέν ασφάλισμα, ενόψει επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου, καθόσον από αντισυμβατική συμπεριφορά των υπαλλήλων της εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας) προκλήθηκε στην ασφαλισμένη της η ανωτέρω ζημία, όσον και την συνεκδικασθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή της τελευταίας και αναγνώρισε, ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα) υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ίδιο ως άνω ποσό των 24.891,45 ευρώ, ως ασφαλίζουσα τους κινδύνους από της παρεχόμενες από την πρωτη αναιρεσείουσα υπηρεσίες (αστική ευθύνη).

Η αίτηση αναίρεσης, που από την δεύτερη αναιρεσείουσα ασκείται επικουρικώς, υπό την αίρεση δηλαδή ευδοκιμήσεως αυτής ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολ.Δ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (αρθ. 117, 118 ΚΠολ.Δ.), πρέπει να περιέχει επί πλέον : α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, η μεν ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ` αυτή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που κατά νόμο θεμελιώνουν την ασκούμενη αξίωση, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., σε συνδυασμό προς τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, μη διαλαμβανόμενο στην ιστορική βάση της αγωγής, η δε νομική αοριστία της, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2496 της 14/16.5.1997 (Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις) συνάγεται ότι ο ασφαλιστής, που αποζημίωσε τον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στα έναντι του τρίτου, υπόχρεου προς αποζημίωση, δικαιώματα του ασφαλισμένου, στην έκταση που ικανοποίησε αυτόν, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη δήλωση περί μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή, αποδοχή τέτοιας δήλωσης ή ανακοίνωση περί αυτής προς τον τρίτο.

Η υποκατάσταση αυτή έχει χαρακτήρα εκχωρήσεως εκ του νόμου.

Συνεπώς, ο υπόχρεος προς αποζημίωση έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε και κατά του ζημιωθέντος και, επομένως, η κατά του τρίτου αγωγή του ασφαλιστή θα έχει, κατά κανόνα, την ίδια βάση, όπως αν την αγωγή ασκούσε ο ίδιος ο ζημιωθείς. Για την πληρότητα της εν λόγω αγωγής ο ασφαλιστής αρκεί να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκαταστάσεως και συγκεκριμένα:

α) τη σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως και γ) τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε, καθώς και την προέλευση αυτής, εφόσον δε αυτή προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά, της μεταξύ του ασφαλισμένου του και του τρίτου αντισυμβαλλομένου αυτού, την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση και τους όρους αυτής που παραβιάσθηκαν από πταίσμα του ίδιου ή των αντιπροσώπων του ή των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, και προκάλεσαν την ζημία του ασφαλισμένου του, κατά την έννοια των άρθρων 330 και 334 του ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 09-02-2004 αγωγή που άσκησε η ήδη αναιρεσίβλητη, υπό την αρχική επωνυμία της, κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, υπό την αρχική επίσης επωνυμία αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ιστορούσε τα εξής περιστατικά: Ότι δυνάμει της αναφερομένης ασφαλιστικής σύμβασης είχε ασφαλίσει την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "FRAKAPOR ΕΛΛΑΣ Α.Ε." και συγκεκριμένα ανέλαβε την ασφάλιση, εκτός των άλλων, και κατά του κινδύνου της κλοπής εμπορευμάτων που ήταν εναποθηκευμένα στο περιγραφόμενο κτίριο της ιδιοκτησίας της στην περιοχή "…" Ασπροπύργου Αττικής.

Ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, εφόσον σημειώθηκαν τρείς κλοπές εμπορευμάτων από το ασφαλισμένο κτίριο στο διάστημα από 27 έως 31-7-2000, στις 15-8-2000 και το διάστημα από 23 έως 24-10-2000, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, κατά τις οποίες εκλάπηκαν τα αναφερόμενα αναλυτικώς στην τελευταία, κατ' είδος, ποσότητα και αξία εμπορεύματα.

Ότι η ασφαλισμένη ως άνω εταιρεία είχε καταρτίσει με την εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) σύμβαση, δυνάμει της οποίας της ανέθεσε την φύλαξη του κτιρίου με το σύστημα των περιπολιών και του συστήματος συναγερμού συνδεδεμένου με τα γραφεία της. Ότι υπαίτια των κλοπών είναι η εναγομένη εταιρεία η οποία δεν φύλασσε το κτίριο της ασφαλισμένης, όπως υποχρεούτο από τη σύμβαση και ειδικότερα από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι ασκούντες πλημμελώς τα καθήκοντά τους δεν αντιλήφθηκαν τις κλοπές προκειμένου να επέμβουν και να αποτρέψουν αυτές, παρότι έλαβαν σήματα από το εγκατεστημένο στο κτίριο σύστημα συναγερμού που είχε συνδεθεί με το δικό της κέντρο λήψης των σημάτων του και παρότι ήταν υποχρεωμένοι να διενεργούν περιπολίες με τα οχήματά τους σε καθορισμένες ώρες, ώστε εάν επεδείκνυαν την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια θα μπορούσαν να αντιληφθούν τις κλοπές.

Ότι η ίδια (ενάγουσα-αναιρεσίβλητη) κατέβαλε στην ασφαλισμένη της το οφειλόμενο ασφάλισμα, ποσού 11.052.000 δραχμών ή 32.434,34 ευρώ και υποκαταστάθηκε εκ του νόμου στα δικαιώματα της έναντι της εναγομένης για την ζημία που υπέστη. Ζήτησε δε κατόπιν αυτών, όπως το αίτημα της αγωγής περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) υποχρεούται να της καταβάλει νομιμοτόκως το προαναφερόμενο ποσόν.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι, ως προς την εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα), ορισμένη κατ` άρθρα 216 παρ. 1 και 118 εδ. 4 ΚΠολΔ και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 του Ν. 2696/1997, 330, 334, 346 ΑΚ, οι οποίες και δικαιολογούν την άσκησή της κατά της εναγομένης, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις αυτές στοιχεία που αρκούν να τη θεμελιώσουν κατά νόμο, καθώς και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της, ήτοι αναφέρει τη σύμβαση φύλαξης του κτιρίου με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε πιο πάνω, την αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης συνισταμένη στην μη εκτέλεση των καθηκόντων τους όπως επιβαλλόταν από τη σύμβαση, οι οποίοι δεν αντιλήφθηκαν την διενέργεια των κλοπών, ούτε από το σήμα του συναγερμού, ούτε από τις περιπολίες που όφειλαν να ενεργούν, αλλά και την εξαιτίας των παραλείψεών τους αυτών επέλευση της ζημίας, στην αξίωση αποκατάστασης της οποίας έχει υποκατασταθεί η ενάγουσα, μετά την καταβολή στην ασφαλισμένη της του ασφαλίσματος για τις κλοπές αυτές, για τις οποίες αναφέρεται ο χρόνος τέλεσής τους.

Εξάλλου, η προβαλλόμενη από την πρώτη αναιρεσείουσα (εναγομένη) αιτίαση, ότι η σύμβαση για την λήψη σημάτων συναγερμού, είχε καταρτισθεί με την ανήκουσα στον ίδιο όμιλο με την εναγομένη εταιρεία, ήτοι την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κεντρικός Σταθμός Ερμής - Κέντρο λήψης και επεξεργασίας σημάτων συναγερμού", δεν αποτελούσε στοιχείο της άνω αγωγής, που λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο για να κρίνει το ορισμένο αυτής ως προς την νομική θεμελίωση της αντισυμβατικής ευθύνης της εναγομένης - αναιρεσείουσας, αλλά στα πλαίσια της κατ'ουσίαν έρευνα της διαφοράς, μετά από σχετικό ισχυρισμό αυτής, δέχθηκε ότι το παραπάνω περιστατικό προκύπτει από τις αποδείξεις.

Τέλος, δεν αποτελεί μεταβολή του αγωγικού ισχυρισμού, ότι η ασφαλισμένη στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την υπ' αριθ. 1513/2000 σύμβαση μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσείουσας, είχε αναθέσει στην τελευταία την φύλαξη του προαναφερθέντος κτιρίου με το σύστημα περιπολιών και του συστήματος συναγερμού συνδεδεμένου με τα γραφεία της, η επίκληση και προσκομιδή με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης της ανωτέρω σύμβασης, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της τελευταίας, το οποίο ανάγεται στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως.

Επομένως το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή, ούτε έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά για τη νομική θεμελίωσή της που δεν περιείχοντο σ' αυτήν, ούτε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη αυτή, αφού αναφέρονταν στην τελευταία όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που κατά νόμο θεμελίωναν την ασκούμενη μ' αυτήν αξίωση της ενάγουσας, ούτε όμως αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία για τη νομική βασιμότητα της αγωγής, απ' αυτά που απαιτούν οι προαναφερόμενες διατάξεις που εφάρμοσε.

Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 14 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 330 Α.Κ. "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρώσής του από δόλο ή αμέλεια δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Συνιστά δε τέτοια αμέλεια, εκείνη που βάσει αντικειμενικών και αφηρημένων κριτηρίων πρέπει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός άνθρωπος στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ. προκύπτει ότι για να υπάρξει υποχρέωση του οφειλέτη προς αποκατάσταση της προσγενόμενης στο δανειστή ζημίας από την αθέτηση της υποχρέωσής του, απαιτείται μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οφειλέτη που συνιστά την αθέτηση, και της επελθούσας ζημίας, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, ο οποίος και υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη αυτή, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή και πρόσφορη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα να επιφέρει την προσγενόμενη ζημία.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 1 Α.Κ. "ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα του προσώπου που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, όπως για δικό του πταίσμα". Η εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως προϋποθέτει, εκτός των άλλων, την ύπαρξη προϋφισταμένης ενοχής ανάμεσα στον οφειλέτη και τον ζημιωθέντα δανειστή, από την οποία απορρέει υποχρέωση του οφειλέτη προς κύρια ή παρεπόμενη παροχή, ανάμειξη του βοηθού εκπληρώσεως στην εκπλήρωση της παροχής με τη βούληση του κυρίου, και πταίσμα του βοηθού εκπληρώσεως κατά την εκπλήρωση της παροχής, ώστε η υπαίτια πράξη του τελευταίου να εντάσσεται στην εκπλήρωση της προϋφισταμένης ενοχής σύμφωνα με την φύση, το είδος και τον σκοπό της.

Η διάταξη δηλαδή αυτή καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη για τον οφειλέτη ο οποίος και χωρίς δικό του πταίσμα θα ευθύνεται, λόγω του πταίσματος του βοηθού εκπληρώσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ`ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, όποτε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1851/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου, καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγούσης ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης) και της εταιρείας "FRAKAPOR ΕΛΛΑΣ Α.Ε." σύμβαση ασφάλισης, μεταξύ άλλων και κατα της κλοπής εμπορευμάτων που φυλάσσονταν από αυτή σε κτίριο που βρίσκεται στην θέση "…" Ασπροπύργου Αττικής, σε απομονωμένη περιοχή.

Το κτίριο είναι ισόγειο, εμβαδού 1500 τ.μ., εντός οικοπέδου 4 στρεμμάτων περιφραγμένου με μανδρότοιχο και με αγκαθωτό συρματόπλεγμα επ' αυτού, εντός του οποίου η ασφαλισμένη εταιρεία παρέχει υπηρεσίες αποθήκευσης διαφόρων εμπορευμάτων τρίτων (εμπορικές - τελωνειακές αποθήκες - ελτελωνισμοί - μεταφορικές συναλλαγές).

Δυνάμει συμβάσεως που καταρτίσθηκε εγγράφως με το 1513 συμφωνητικό διέλευσης ελέγχου ασφαλείας, η ασφαλισμένη στην ενάγουσα εταιρεία FRAKAPOR, ανέθεσε, για το διάστημα από 1-2-2000 έως 31-8-2001, έναντι αμοιβής, στην εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία "Ερμής Security Οργανισμός Προστασίας Α.Ε.", τον έλεγχο ασφαλείας του κτιρίου αυτού με την παροχή υπηρεσίας νυκτερινών διελεύσεων ελέγχου, ήτοι την αποστολή ασυρματοφόρου οχήματος με υπάλληλό της καθημερινά από ώρα 22.00'έως 06.00', για τρεις φορές, με σκοπό τη διενέργεια εξωτερικής έρευνας προς ανεύρεση ενδείξεων διάρρηξης, σε περίπτωση δε εντόπισης τέτοιων ενδείξεων, ενημέρωση της αστυνομίας ή του συμβαλλομένου, περιστολή των συνεπειών από τον κίνδυνο και τη σύνταξη ειδικού εντύπου που μένει στο οίκημα για την ενημέρωση του συμβαλλομένου, όπως αναγράφεται στο συμφωνητικό.

Συμφωνήθηκε επίσης ότι η εναγομένη ευθύνεται για θετική ζημία που θα υποστεί ο αντισυμβαλλόμενος μέχρι του ποσού των 10.000.000 δραχμών, οφειλόμενη στη μη εκτέλεση ουσιώδους μέρους της παρεχόμενης υπηρεσίας. Ακόμη, η ασφαλισμένη εταιρεία FRAKAPOR είχε συνάψει σύμβαση τηλεφωνικής ενημέρωσης της αστυνομίας ή των προσώπων που αυτή έχει υποδείξει από τη στιγμή που θα ληφθεί σήμα συναγερμού διάρρηξης προερχόμενο από το σύστημα ασφαλείας που υπάρχει στο φυλασσόμενο κτίριο και αποστέλλεται, στο κέντρο λήψης και επεξεργασίας σημάτων που η αντισυμβαλλομένη της στη σύμβαση αυτή διαθέτει, μέσω τερματικού επιλογέα του κτιρίου.

Την σύμβαση όμως αυτή δεν είχε καταρτίσει η ασφαλισμένη με την εναγόμενη αλλά με την υπαγόμενη στον ίδιο όμιλο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κεντρικός Σταθμός Ερμής - Κέντρο λήψης και Επεξεργασίας Σημάτων Συναγερμού ΕΠΕ". Κατά το χρονικό διάστημα από 29 έως 31-7-2000 και σε ώρα που δεν διαπιστώθηκε, άγνωστοι αποξήλωσαν σιδεριά παραθύρου της αποθήκης, έσπασαν το τζάμι και αφού εισήλθαν σ' αυτή αφαίρεσαν κλιματιστικά τρίτου ιδιοκτήτη που φυλάσσονταν σ' αυτή, συνολικής αξίας, 2.571.115 δραχμών.

Συναγερμός δεν ήχησε επειδή το σύστημα κάλυπτε μόνο τις θύρες της αποθήκης. Την κλοπή αυτή κατήγγειλε στην αστυνομία ο εκπρόσωπος της ασφαλισμένης εταιρείας Α. Κ. στις 27-9-2000. Στις 15-8-2000, περί ώρα 01:15', άγνωστοι υπερπήδησαν την μάνδρα, αποξήλωσαν το σύστημα συναγερμού που ελέγχει μικρή μεταλλική θύρα στην βορειοανατολική πλευρά της αποθήκης και αφαίρεσαν 41 κλιματιστικά HOSODA KFP - 25 (40 ΣΕΤ + 1 τεμ.

εσωτερικό), συνολικής αξίας 4.567.303 δραχμών, πλέον εξόδων εκτελωνισμού 128.865 δραχμών, και 1 πλυντήριο WD-10S OF, αξίας 73.455 δραχμών, ιδιοκτησίας αντίστοιχα των εταιρειών ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ και STARCO ELECTRONICS AE, που φυλάσσονταν στην αποθήκη. Στη συγκεκριμένη κλοπή ο συναγερμός έδωσε σήμα στη συμβεβλημένη εταιρία και ειδοποιήθηκε ο εκπρόσωπος της ασφαλισμένης και η εναγομένη, υπάλληλος της οποίας, με κωδικό 280 μετέβη εκεί με περιπολικό και άφησε ενημερωτικό σημείωμα με αριθμό 66806 χωρίς να παρατηρήσει τίποτα.

Την κλοπή αυτή κατήγγειλε ο εκπρόσωπος της ασφαλισμένης στην αστυνομία στις 17-8-2000. Στις 23 προς 24-10-2000 νυκτερινές ώρες, άγνωστοι χρησιμοποίησαν αυτοσχέδια σκάλα για να βρεθούν στο επίπεδο παραθύρου της αποθήκης, έθραυσαν το παράθυρο και το υπάρχον πλέγμα και αφαίρεσαν σετ κλιματιστικών, ήτοι 1 HYUNDAI HSH 098, 1 HYUNDAI HSH 128, 12 HYUNDAI HSH 188, 2 HYUNDAI HSH 229, 1 SAMPO AYG 251, 1 SAMPO AYG 353, 1 HOSODA KFP-34 και 1 HOSODA KFP-28, συνολικής αξίας 3.802.272 δραχμών, πλέον 74.430 δραχμών για έξοδα εκτελωνισμού, ιδιοκτησία της εταιρείας ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ.

Κατά τη διάρρηξη αυτή ενεργοποιήθηκε ο συναγερμός και διαβιβάσθηκε σήμα στο κέντρο λήψης σημάτων της προαναφερόμενης ΕΡΜΗΣ ΕΠΕ, το κέντρο δε ενημέρωσε τον εκπρόσωπο της ασφαλισμένης εταιρείας και την εναγομένη, υπάλληλος της οποίας είχε πραγματοποιήσει τρεις διελεύσεις με περιπολικό, στις 23.08 τις 23-10-2000 και στις 01.33'και 03.45'της 24-10-2000, χωρίς όμως να διαπιστώσει τίποτε.

Την κλοπή αυτή κατήγγειλε ο εκπρόσωπος της ασφαλισμένης στην αστυνομία στις 31-10-2000. Τα προαναφερόμενα περιστατικά προκύπτουν από τρεις εκθέσεις της εταιρείας εμπειρογνωμόνων "ΠΑΣΚΑΛ και Σία ΕΠΕ" που διενήργησε έλεγχο στην αποθήκη μετά τις κλοπές για λογαριασμό της εναγούσης προκειμένου να διαπιστωθεί η ζημία, ο τρόπος προκλήσεως και το ύψος αυτής ώστε να καταβάλει το ανάλογο ασφάλισμα και από τα συνημμένα σε κάθε έκθεση έγγραφα και φωτογραφίες.

Την ενέργεια δε των διαρρήξεων και κλοπών ανήγγειλε αμέσως στην εναγομένη η ασφαλισμένη της, παρά τα όσα αντιθέτως ισχυρίζεται η εναγομένη και καταθέτει ο μάρτυράς της στο ακροατήριο, όπως τούτο προκύπτει από την με ημερομηνία 31-1-2001 επιστολή της (εναγομένης) προς στην ασφαλισμένη στην ενάγουσα εταιρεία FRAKAPOR, η οποία επιγράφεται ως έκθεση που αφορά τις διαρρήξεις στην πιο πάνω αποθήκη.

Στην επιστολή αναφέρονται τα μέσα προφύλαξης που τοποθετήθηκαν από αυτή και την "ΕΡΜΗΣ ΕΠΕ, η οποία διαθέτει το κέντρο λήψης σημάτων συναγερμού (κεντρικό πίνακα 6 ζωνών, πληκτρολόγιο χειρισμού, σειρήνα εξωτερική και εσωτερική) και τους 3 προληπτικούς ελέγχους και την άμεση επέμβαση που πραγματοποιεί η ίδια καθημερινά.

Ακολούθως αναφέρεται στην επιστολή ότι ενημερώθηκε για τις τρεις διαρρήξεις στις 31-7-2000, στις 16-8-2000 και στις 25-10-2000 αντίστοιχα και κάθε φορά αποφασιζόταν η λήψη περαιτέρω μέτρων για την καλύτερη φύλαξη της αποθήκης, όπως η ενίσχυση των εισόδων της αποθήκης (μετά τη δεύτερη κλοπή) με διπλούς ανιχνευτές κίνησης που δίνουν δύο διαφορετικά σήματα στο κέντρο ΕΡΜΗΣ σε περίπτωση παραβίασης και ασύρματης συσκευής που δίνει σήμα διάρρηξης σε περίπτωση κοπής ή βλάβης των καλωδίων του ΟΤΕ και η τοποθέτηση στο ύψος των παραθύρων διπλών φωτοκυττάρων την επομένη της τρίτης κλοπής.

Ως προς τις διαρρήξεις που έγιναν στις 15-8-2000 και 23/24-10-2000, προκύπτει από τις προαναφερόμενες εκθέσεις ότι έγιναν νυκτερινές ώρες κατά τις οποίες είχε ευθύνη ελέγχου ασφαλείας η εναγομένη. Πλην όμως, στις 15-8-2000 υπήρξε μία μόνο διέλευση υπαλλήλου της εναγομένης, σύμφωνα με όσα ο εκπρόσωπος της ασφαλισμένης ανέφερε στους εμπειρογνώμονες της εναγούσης, η ακριβής ώρα της οποίας δεν προκύπτει από το ειδικό έντυπο, ο οποίος υπάλληλος δεν διαπίστωσε κάτι ύποπτο, ούτε υπήρξε άμεση επέμβαση παρότι εδόθη σήμα συναγερμού στο κέντρο λήψης τόσο για την διάρρηξη κατά την ημερομηνία αυτή, όσο και για την επόμενη διάρρηξη του Οκτωβρίου, κατά την οποία είχαν γίνει τρεις διελεύσεις ασφαλείας της εναγομένης.

Και ναι μεν η σύμβαση διαβίβασης του σήματος συναγερμού είχε γίνει με άλλη εταιρεία και όχι με την εναγομένη, υπήρχε όμως συνεργασία μεταξύ αμφοτέρων των εταιρειών που υπάγονται στον ίδιο όμιλο εταιρειών, όπως τούτο συνομολογείται από την πρώτη εναγομένη και μαζί παρείχαν αμφότερες ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας από διαρρήξεις, όπως τούτο προκύπτει από την προαναφερόμενη επιστολή της εναγομένης και συνεπώς η εναγομένη έλαβε επίσης άμεση γνώση των σημάτων συναγερμού κατά τις δύο αυτές διαρρήξεις κατά τις οποίες ήχησε ο συναγερμός, εντός του χρονικού διαστήματος όπου υφίσταται η ευθύνη από τη σύμβαση.

Πλην όμως, από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της που ενεργούν τους ελέγχους, δεν έγινε από αυτούς ενδελεχής έλεγχος στις θύρες και τα παράθυρα της αποθήκης, όπως ήταν υποχρεωμένοι να πράξουν από την σύμβαση και όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες τις συνθήκες ο μέσος συνετός και επιμελής συμβαλλόμενος, οπότε θα διαπιστωνόταν η δεύτερη και τρίτη διάρρηξη, αφού στην μεν μία περίπτωση είχε αποξηλωθεί το σύστημα συναγερμού και είχε παραβιασθεί η μικρή θύρα και στην άλλη είχε σπάσει το παράθυρο, δηλαδή υπήρξαν ενέργειες εμφανείς σε εξωτερικό έλεγχο, ούτε ανταποκρίθηκαν σε άμεση επέμβαση μετά το σήμα συναγερμού, για το οποίο ενημερώθηκε αμέσως από την υπαγομένη στον ίδιο όμιλο εταιρεία με την οποία είχαν αναλάβει την παροχή ολοκληρωμένου και συμπληρωματικού μεταξύ τους συστήματος ασφαλείας.

Αν οι προστηθέντες υπάλληλοι εκτελούσαν τα καθήκοντά τους προσηκόντως θα αντιλαμβάνονταν τις διαρρήξεις, θα παρέμεναν στη θέση τους ειδοποιώντας την αστυνομία και θα απέτρεπαν έτσι την αφαίρεση μέρους των πραγμάτων από την αποθήκη ή όλων των πραγμάτων τα οποία ήταν ογκώδη και δύσκολο να μεταφερθούν.

Ως προς την πρώτη όμως των διαρρήξεων, δεν προκύπτει ποίος ήταν ο ακριβής χρόνος διάρρηξής της και αν αυτός ενέπιπτε εντός του συμβατικού χρονικού διαστήματος ευθύνης της εναγομένης. Επομένως η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να ανορθώσει τη ζημία της αντισυμβαλλομένης της εναγούσης στην σύμβαση ασφάλισης, δηλαδή της εταιρείας FRAKAPOR ΑΕ, η οποία αντισυμβαλλομένη είχε ευθύνη αποζημίωσης των ιδιοκτητών των κλαπέντων πραγμάτων, στην αξίωση δε αποζημίωσης της FRAKAPOR ΑΕ υποκαταστάθηκε η ενάγουσα η οποία της κατέβαλε, για τη δεύτερη κλοπή δραχμές 4.705.058 (4.566.303 + 128.876 + 73.455 + 35.424 = 4.805.058 μείον 100.000 το ποσό της απαλλαγής της εναγομένης) και για την τρίτη κλοπή 3.776.702 δραχμές (3.802.272 + 74.430 = 3.876.702 μείον 100.000), συνολικά δε της κατέβαλε για τη ζημία της από τις κλοπές 8.481.760 δραχμές ή 24.891,45 ευρώ.

Η εναγομένη επίσης της παρεμπίπτουσας αγωγής και προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ της εναγομένης της κυρίας αγωγής ασφαλιστική εταιρεία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ", δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως με το συμβόλαιο 2211023/1999, είχε αναλάβει την κάλυψη της αστικής ευθύνης της εναγούσης της παρεμπίπτουσας αγωγής, για ζημίες που προέρχονται από την παροχή υπηρεσιών της προς πελάτες της κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα.

Δεδομένου δε ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και η ασφαλισμένη της υποχρεούται να καλύψει τη ζημία που επήλθε κατά την παροχή των υπηρεσιών της σε πελάτη, οφείλει να της καταβάλει ως ασφάλισμα το προαναφερόμενο ποσό, δυνάμει της μεταξύ τους συμβάσεως". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφενός μεν έκανε εν μέρει δεκτή την κύρια αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι η εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, το ποσόν των 24.891,45 ευρώ, αφετέρου δε δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και αναγνώρισε ότι η παρεπιπτόντως εναγομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα) υπόχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν, νομιμοτόκως, το ίδιο ως άνω ποσό των 24.891,45 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 334 του ΑΚ και 14 παρ. 1 του 2496/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 11 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 25 του ίδιου νόμου (2496/1997), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων των άρθρων 330, 334, 297, 298 ΑΚ, ως προς τις διαπραχθείσες δύο ως άνω κλοπές, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "ότι ναι μεν η σύμβαση διαβίβασης του σήματος συναγερμού είχε γίνει με άλλη εταιρεία και όχι με την εναγομένη, υπήρχε όμως συνεργασία μεταξύ αμφοτέρων των εταιρειών που υπάγονται στον ίδιο όμιλο εταιρειών, όπως τούτο συνομολογείται από την πρώτη εναγομένη και μαζί παρείχαν αμφότερες ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας από διαρρήξεις.

Πλην όμως, από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της που ενεργούν τους ελέγχους, δεν έγινε από αυτούς ενδελεχής έλεγχος στις θύρες και τα παράθυρα της αποθήκης, όπως ήταν υποχρεωμένοι να πράξουν από την σύμβαση και όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες συνθήκες ο μέσος συνετός και επιμελής συμβαλλόμενος, οπότε θα διαπίστωναν την δεύτερη και τρίτη διάρρηξη, αφού στην μεν μία περίπτωση είχε αποξηλωθεί το σύστημα συναγερμού και είχε παραβιασθεί η μικρή θύρα και στην άλλη είχε σπάσει το παράθυρο, δηλαδή υπήρξαν ενέργειες εμφανείς σε εξωτερικό έλεγχο, ούτε ανταποκρίθηκαν σε άμεση επέμβαση μετά το σήμα συναγερμού, για το οποίο ενημερώθηκε αμέσως από την υπαγομένη στον ίδιο όμιλο εταιρία με την οποία είχαν αναλάβει την παροχή ολοκληρωμένου και συμπληρωματικού μεταξύ τους συστήματος ασφαλείας.

Αν οι προστηθέντες υπάλληλοι εκτελούσαν τα καθήκοντά τους προσηκόντως θα αντιλαμβάνονταν τις διαρρήξεις, θα παρέμεναν στη θέση τους ειδοποιώντας την αστυνομία και θα απέτρεπαν έτσι την αφαίρεση μέρους των πραγμάτων από την αποθήκη ή όλων των πραγμάτων τα οποία ήταν ογκώδη και δύσκολο να μεταφερθούν".

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η πρώτη αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, δεν υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι κατά την κλοπή που έγινε στις 15-8-2000, μετά από σήμα που έλαβε η συνεργαζόμενη εταιρεία ειδοποιήθηκε η εναγομένη και υπάλληλός της μετέβη με περιπολικό και άφησε ειδικό έντυπο, ότι δεν παρατήρησε τίποτα, με την αναφορά που γίνεται εν συνεχεία στην αναιρεσιβαλλομένη ότι στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων, στην οποία αναφέρονται όσα δήλωσε προς αυτούς ο εκπρόσωπος της ασφαλισμένης εταιρείας, κατά την ημέρα εκείνη υπήρξε μία μόνο διέλευση από τον φυλασσόμενο χώρο και δεν υπήρξε άμεση επέμβαση μετά το σήμα που δόθηκε στη συνεργαζόμενη με την εναγομένη εταιρεία για το οποίο ειδοποιήθηκε αμέσως, καθόσον το τελευταίο δεν συνιστά παραδοχή αυτής, αλλά εκτίμηση της ως άνω εκθέσεως με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.

Στην συγκεκριμένη δε κλοπή η αμέλεια που αποδίδεται στους προστηθέντες υπαλλήλους της πρώτης αναιρεσείουσας δεν είναι ότι δεν μετέβη υπάλληλός της κατά την ημέρα εκείνη στο φυλασσόμενο χώρο μετά το σήμα, αλλά παρά τα εμφανή στοιχεία της διενεργειθείσης κλοπής δεν προέβη σε ενδελεχή έλεγχο ο υπάλληλός της για να την αντιληφθεί και να ειδοποιήσει αμέσως την αστυνομία, οπότε θα μπορούσε να αποτραπεί η κλοπή αυτή εφόσον βρισκόταν σε εξέλιξη.

Επίσης, με σαφήνεια και πληρότητα διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι οι δύο ως άνω κλοπές για τις οποίες καταλογίζεται ευθύνη στην πρώτη αναιρεσείουσα έλαβαν χώρα κατά τις νυκτερινές ώρες και συγκεκριμένα, αυτή μεν της 15-8-2000, περί ώρα 01:15', ενώ η άλλη, κατά τις νυκτερινές ώρες της 23 προς 24-10-2000, και σε χρόνο που εμπίπτει εντός της συμφωνηθείσης φύλαξης από την μεταξύ των διαδίκων στην κύρια αγωγή σύμβαση, αφού και στην κλοπή αυτή έλαβε σήμα η συνεργαζόμενη με την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία κατά τις νυκτερινές ώρες και την ειδοποίησε αμέσως.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η πρώτη αναιρεσείουσα με τους πέμπτο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09-02-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1851/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ