Legislator Case Law & Legislation
763/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of abusive exercise of legal right under Article 281 of the Civil Code.

Case Number 763/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision to reject the plaintiffs' lawsuit. The plaintiffs had previously accepted the validity of a will and possessed the inheritance for years without objection. The court ruled that their subsequent attempt to challenge the will constituted an abusive exercise of legal rights under Article 281 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure: The right to exercise legal action is considered abusive when the prior conduct or intervening circumstances do not justify the later exercise, tending to overturn a situation established under specific conditions and maintained for a long time.

Keywords

AI generated
abuse of right Article 281 Civil Code legal action abuse good faith principle supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 17/1995
AP 545/2002
AP 62/1990
AP 66/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 763 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 763/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4.Χ4, 5. Χ5, 6. Χ6, 7. Χ7, 8. Χ8, 9. Χ9 και 10. Χ10, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννης Παπαδημητρόπουλος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο.

Οι συνέπειες που προκαλούνται για τον υπόχρεο δεν πρέπει αναγκαίως να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολ. ΑΠ 17/1995, Α.Π. 545/2002). Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990, Α.Π 66/2004). Εξ' άλλου κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (Α.Π. 92/2002, Α.Π. 926/2003, Α.Π. 1106/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Γ1, που απεβίωσε στην .... στις 31.12.1995, με την άνευ χρονολογίας ιδιόγραφη διαθήκη, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο σ' όλη του την περιουσία την εναγομένη σύζυγο του.

Η διαθήκη αυτή, η οποία δημοσιεύθηκε με το με αριθμό 54/1996 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, είναι, σύμφωνα με τα όσα στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται, άκυρη, λόγω παντελούς έλλειψης χρονολόγησης. Οι ενάγοντες - εκκαλούντες αδέλφια του αποβιώσαντος διαθέτη, πλην του δευτέρου που είναι τέκνο του προαποβιώσαντος στις 10-3-1971 αδελφού του διαθέτη ......, γνώριζαν ήδη από το έτος 1996 την ύπαρξη, το περιεχόμενο και την ακυρότητα της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης και την αποδέχονταν ως έγκυρη και ισχυρή, ενώ η εφεσίβλητη από τον χρόνο του θανάτου του διαθέτη και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, νεμόταν αυτή αποκλειστικά τα κληρονομιαία ακίνητα, τα οποία κατέλιπε σ' αυτήν ο διαθέτης υπό τα όμματα των εναγόντων, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί απ' αυτούς, οι οποίοι επειδή εγνώριζαν την αφοσίωση και την συμπαράσταση που είχε επιδείξει επί σειρά ετών στον σύζυγο της, δεν είχαν καμία αξίωση από την περιουσία του.

Πέραν τούτου η εφεσίβλητη αφού αποδέχθηκε την κληρονομιά του συζύγου της δυνάμει της υπ' αριθμ. .... πράξη αποδοχής κληρονομιάς και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς (βλ. υπ' αριθμ. ...., ...... διπλότυπα είσπραξης της ΔΟΥ Α' Πατρών, την από .... αρχική δήλωση φόρου κληρονομιάς, την υπ' αριθμ. ... πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς και την από ....

πράξη επιβολής προστίμου) προέβη στη μίσθωση των ακινήτων (βλ. κυρίως την από ... και .... μισθωτήρια συμφωνητικά για τη μίσθωση του στη θέση "........" αγροτικού κτήματος στον ...... Επίσης ενέμετο και τα ζώα της κληρονομιάς (βλ. κυρίως την από 15-2-99 αίτηση της για πριμοδότηση επιλέξιμων ζώων της κληρονομιάς του συζύγου της) τρία έτη μετά τον θάνατο του.

Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ως προς τη γνώση των εναγόντων για το περιεχόμενο της διαθήκης και από το γεγονός ότι με το υπ' αριθμ. ....... συμβόλαιο του Συμ/φου Πατρών Γεωργίου Τσιβιλή, με το οποίο η εναγόμενη μεταβίβασε κατά κυριότητα ένα κληρονομιαίο ακίνητο στους .... και ......., τέκνα του πέμπτου ενάγοντος Χ3, που παραστάθηκαν κατά την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου με το νομικό τους παραστάτη, ο οποίος είχε ελέγξει για λογαριασμό των εντολέων του τους τίτλους κυριότητας της εναγόμενης, όπου γίνεται αναφορά της ανωτέρω διαθήκης, χωρίς ν' αναφέρεται η χρονολογία σύνταξης της, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι αγοραστές αυτοί (τέκνα του μεριδούχου) αποδέχθηκαν αυτή ως έγκυρη και προχώρησαν στην αγορά του κληρονομιαίου ακινήτου.

Έτσι λοιπόν οι ενάγοντες επί τέσσερα έτη (1996 - 2000) γνώριζαν την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης του διαθέτη αποδεχόμενοι τη δημιουργηθείσα με βάση αυτήν πραγματική κατάσταση και αδρανώντας ως προς την άσκηση του νομίμου δικαιώματος τους για δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω διαθήκης με αποτέλεσμα, με την ανωτέρω συμπεριφορά τους να δημιουργήσουν στην εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται ν' ασκήσουν πλέον το δικαίωμα τους αυτό, ενώ μόλις τον Ιούλιο του έτους 2000 άσκησαν την κρινόμενη αγωγή, ενοχλημένοι προφανώς από το γεγονός ότι τον Οκτώβριο του έτους 1999 η εναγόμενη τέλεσε δεύτερο γάμο με το νυν σύζυγο της ..... .Μ' αυτά τα δεδομένα, η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 64/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με πλήρη κι εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθά αποδέχθηκε ότι το ένδικο δικαίωμα των εναγόντων, ασκείται καταχρηστικά, με την έννοια ότι η επίκληση της ακυρότητας είναι καταχρηστική, δεδομένου ότι η συμπεριφορά τους πριν από την άσκηση του, καθώς και η κατάσταση που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του, ενώ με την άσκηση αυτής προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ για την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, κατά τ' αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων που προέβαλε η εναγόμενη και οι σχετικοί επ' αυτού λόγοι έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν... ".

Επομένως το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την παραδοχή την ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων και την απόρριψη της αγωγής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο 1ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής διάταξης που εφάρμοσε και επομένως ο 2ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ανεπάρκεια στην αιτιολογία δε δεν υπάρχει ούτε ως προς τον χρόνο γνώσεως εκ μέρους των εναγόντων του περιεχομένου και της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης του κληρονομουμένου Γ1, αφού με την παραδοχή ότι " οι ενάγοντες γνώριζαν ήδη από του έτους 1996 την ύπαρξη, το περιεχόμενο και την ακυρότητα της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης και την αποδέχονταν ως έγκυρη και ισχυρή, ενώ η εφεσίβλητη από τον χρόνο του θανάτου του διαθέτη και μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής, νεμόταν αυτή αποκλειστικά τα κληρονομιαία ακίνητα, τα οποία κατέλιπε σ' αυτήν ο διαθέτης υπό τα όμματα των εναγόντων, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί απ' αυτούς οι οποίοι εγνώριζαν την αφοσίωση και την συμπαράσταση που είχε επιδείξει επί σειρά ετών στον σύζυγό της, δεν είχαν καμία αξίωση από την περιουσία του..", εκτίθενται, σε συνδυασμό και με τις προαναφερόμενες επικουρικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης, σαφώς και με επάρκεια τα προς τούτο απαραίτητα στοιχεία, ουδόλως δε ήταν αναγκαίο, όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, να αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση γιατί αυτό αποδείχθηκε.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.7.2006 αίτηση των Χ1, κλπ. για αναίρεση της 400/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ