Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of criminal facts in civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a final judgment of the Dodecanese Court of Appeal. The appellants argued that the lower court's findings on criminal facts, including extortion and money laundering, were legally erroneous and lacked sufficient evidence. The court rejected these claims, stating that the lower court's evaluation of criminal characterizations and the seizure of funds were valid judicial assessments not subject to re-examination in civil proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals on the merits of factual findings and legal characterizations made by lower courts in civil cases involving criminal elements, dismissing appeals where the lower court's evaluation is not arbitrary or contradictory.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 762 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 762/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Φ. συζύγου Β. Π., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... και 3) Β. Π. του Α., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος, ενώ οι δεύτερη και τρίτος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Καλογήρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ά. συζύγου Ι. Τ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Μ., το γένος Α. Ο., κατοίκου ..., 4) Στεφάνου Ο. του Α., κατοίκου ..., 5) Α. Ο. του Γ., κατοίκου ... και 6) Ε. Κ. του Γ., το γένος Γ. Ο., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε ο ίδιος για τον εαυτό του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος, η δεύτερη παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Ταμπάκη και Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι 3η, 4ος, 5ος και 6η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 24-8-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και την από 14-9-2009 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 51/2015 μη οριστική και 89/2017 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2017 αίτησή τους και τους από 5-11-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς πρώτος αναιρεσείων για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιος των δεύτερης και τρίτου αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 246/2017, ΑΠ 512/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ.
….9Δ'/17-5-2018 και …0Δ'/22-5-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Δωδεκανήσου Γ. Κ., καθώς και από τις υπ' αριθμ. …23Γ' και …24Γ'/23-5-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο ίδιο Εφετείο Μ. Κ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10-12-2018), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τρίτη, τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων, ειδικότερα δε για τον τέταρτο από αυτούς στο δικηγόρο Στέφανο Στεφανίδη, ο οποίος, κατά το προεισαγωγικό μέρος της αναιρεσιβαλλομένης, είχε παραστεί στο εφετείο ως πληρεξούσιος του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου και συνακόλουθα έχει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτού (άρθρο 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου).
Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην προαναφερθείσα δικάσιμο, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει αυτοί να δικαστούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981, η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Από την αδίστακτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αίτησης. Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (ΑΠ 240/2010, Ολ.ΑΠ 654/84), ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 672/2017 ΑΠ 890/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ασκούν προσθέτους λόγους, με το από 5-11-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκε αυθημερόν στο γραμματέα του Αρείου Πάγου (βλ. την 134/5.11.2018 πράξη καταθέσεως του αρμοδίου Γραμματέως του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις 8-11-2018, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 1611Δ', 1614Δ', 1613Δ', 1612Δ'/8-11-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Δωδεκανήσου Γ.
Κ.. Ενόψει όμως των προαναφερθέντων και δεδομένου ότι ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναιρέσεως ορίσθηκε η 10-12-2018 [Δευτέρα] μεταξύ αυτής και της ημέρας επίδοσης [που δεν λαμβάνονται υπόψη] δεν μεσολαβούν 30 πλήρεις ημέρες, αφού η τελευταία ημέρα της εν λόγω προπαρασκευαστικής προθεσμίας είναι κατά νόμο εξαιρετέα [Σάββατο] και συνεπώς αυτή έληγε την επόμενη εργάσιμη ημέρα, που ήταν η ημέρα της δικασίμου.
Συνεπώς οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, που συνεκδικάζονται με την αίτηση λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ.246 ΚΠολΔ). είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2014, 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 70/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 Α.Κ.
το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της υγείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω κώδικα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται....".
Ως γεγονός, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια προσάπτεται δε σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψης του (ΑΠ 611/2015).
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται η αναλήθεια του φερόμενου ως δυσφημιστικού γεγονότος ή ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη (ΑΠ 389/2016, ΑΠ 1735/2009, ΑΠ 284/2009, ΑΠ 1803/2017 Ποιν.).
Αλλά και για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απλής δυσφημήσεως απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση ότι το γεγονός είναι πρόσφορο όπως βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και θέληση (βούληση) ή αποδοχή διαδόσεως του ισχυρισμού τούτου ενώπιον τρίτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ.
του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις. Η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 367 Π.Κ.) για την ενότητα της έννομης τάξεως εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ.
Επομένως αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 Π.Κ.
ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 343/2016, Α.Π.179/2011, Α.Π.79/2010). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρ. 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2049/2017, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 387/2005).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 366 παρ. 1, 3 του ΠΚ, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1 Π.Κ.), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1394/2017, ΑΠ (Ποιν.) 395/2013, ΑΠ (Ποιν.) 2680/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 1.1.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι Α. Π. του Β. και Φ. συζ. Β. Π. το γένος Γ. Μ., (ήδη δεύτερη και τρίτος των αναιρεσειόντων συγκύριοι κατά ποσοστό 54,16% ενός ακινήτου...
στην ... (ψιλός κύριος και επικαρπώτρια αντίστοιχα), εκμίσθωσαν το εν λόγω ακίνητο στον Α. Π. του Η. για χρονικό διάστημα 12 ετών, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που διατυπώθηκαν στο μισθωτήριο έγγραφο... Οι έξι εναγόμενοι των 1016/2009 και 1017/2009 αγωγών (ήδη αναιρεσίβλητοι), είναι συνιδιοκτήτες στο ίδιο ακίνητο κατά το συνολικό ποσοστό 28,61% εξ αδιαιρέτου.
Κατά το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο έναρξης της μίσθωσης..., για την εγκυρότητα της εν λόγω μίσθωσης, η οποία υπερέβαινε σε διάρκεια τα έξι (6) έτη, αφορούσε δε ακίνητο κείμενο σε παραμεθόρια περιοχή, ήταν αναγκαίο να ληφθεί η άδεια της επιτροπής του άρθρου 26 του Ν. 1892/1990. Αποδείχθηκε όμως, ότι ουδείς από τους συμβληθέντες προέβη σε αυτή την ενέργεια.
Έτσι, με τη συμπλήρωση της χρονικής διάρκειας των 6 ετών (1.1.2007), οι εκμισθωτές άσκησαν κατά του Α. Π.υ την από 12.2.2007 αγωγή, με την οποία ζητούσαν την απόδοση του μισθίου, επικαλούμενοι την ακυρότητα της μίσθωσης για το πέραν της εξαετίας χρονικό διάστημα. Δεδομένου ότι ο προαναφερόμενος μισθωτής είχε προφανές συμφέρον στη συνέχιση της μίσθωσης, για την κατάρτιση της οποίας είχε καταβάλει πρόσθετο χρηματικό ποσό ως άυλη εμπορική αξία ("αέρα"), το οποίο κυμάνθηκε από 44.500.000 έως 60.000.000 δραχμές (το ακριβώς καταβληθέν ποσό δεν αποδεικνύεται άμεσα, δεν ενδιαφέρει όμως άμεσα στην ερευνώμενη περίπτωση - ...
η υπ' αριθμ. 32/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου,... δέχεται ότι δόθηκε ποσό 44.500.000 δρχ., αλλά και η υπ' αριθμ. 124/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου... δέχεται καταβολή ποσού 60.000.000 δρχ.), είχε δε προβεί με δικές του δαπάνες σε κατάλληλη διαμόρφωση του μισθίου προκειμένου να εξυπηρετηθεί η εμπορική του δραστηριότητα, οι ως άνω συμβαλλόμενοι ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με σκοπό να οδηγηθούν σε συμφωνία, με αντικείμενο την παραμονή του στο μίσθιο, φυσικά έναντι ανταλλάγματος.
Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, συναντήθηκαν στο γραφείο του πληρεξούσιου δικηγόρου των εκμισθωτών Χ. Κ. (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), όπου υπογράφηκε το με ημερομηνία 3.12.2007 συμφωνητικό που είχε συντάξει ο τελευταίος, με συμβαλλόμενους από τη μία πλευρά τους Β. Π. (ο οποίος εκπροσωπούσε τον υιό του Α. - ψιλό κύριο) (ήδη τρίτο αναιρεσείοντα) και Φ.
Π. Μ. (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) και από την άλλη τον Α. Π., με βάση τους όρους του οποίου, συμφωνήθηκε ο τελευταίος να παραμείνει στο μίσθιο μέχρι τις 31-12-2009, ήτοι για δύο περαιτέρω έτη μετά την κατά τα ως άνω λήξη της μίσθωσης, έναντι αποζημίωσης χρήσης ύψους 22.500 ευρώ για κάθε έτος και συνολικά 45.000 ευρώ, για την οποία εκδόθηκε από τον Α.
Π. ισόποση επιταγή (υπ' αριθμ. ...93-7 της ... με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 31.12.2008) και παραδόθηκε στους εκμισθωτές, σε διαταγή των οποίων αυτή εκδόθηκε. Επιπλέον αυτού, συμφωνήθηκαν: 1] η καταβολή μηνιαίως του ποσού των 5.000 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης για όσο διάστημα θα παρέμενε ο μισθωτής στο μίσθιο μετά την 31.12.2009 και 2] η έκδοση από τον Α.
Π. της υπ' αριθμ. ...94-5 επιταγής της ίδιας τράπεζας, σε διαταγή α] Α. Π. του Β. και β] Φ. Π. Μ., ποσού τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ και η παράδοσή της στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκμισθωτών (ως μεσεγγυούχο), ως εγγύηση για την τήρηση των όρων του συμφωνητικού. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι εκτός των παραπάνω συμφωνιών με το προαναφερόμενο οικονομικό περιεχόμενο, οι εκμισθωτές απαίτησαν από τον Α.
Π. και πρόσθετο χρηματικό ποσό, το οποίο καταβλήθηκε σε μετρητά, η δε καταβολή του δεν εμφανιζόταν σε κανένα έγγραφο. Συγκεκριμένα, ο προαναφερόμενος μισθωτής κατέβαλε την ίδια ημέρα το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ επιπλέον, σε χαρτονομίσματα των πεντακοσίων (500) ευρώ. Πριν συμβούν όμως όλα τα παραπάνω, ο τελευταίος, θεωρώντας ότι οι απαιτήσεις των εκμισθωτών ήταν εκβιαστικές απέναντί του (με την έννοια ότι αποσκοπούσαν στη λήψη οικονομικών ωφελημάτων που δεν δικαιούνταν, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ο ίδιος, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, ήθελε με κάθε τρόπο να παραμείνει στο μίσθιο), κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου την από 20.11.2007 έγκλησή του σε βάρος των εκμισθωτών, στην οποία εξέθεσε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ζήτησε την ποινική τους δίωξη για το αδίκημα της εκβίασης.
Η έγκληση αυτή κατατέθηκε στις 26.11.2007, εν συνεχεία δε, και ενόσω οι διαπραγματεύσεις είχαν οδηγήσει στην προαναφερόμενη συμφωνία, κατόπιν συνεννόησης με τα όργανα της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας …, ο εγκαλών προέβη σε προσημείωση των ενενήντα (90) χαρτονομισμάτων των πεντακοσίων (500) ευρώ έκαστο, τα οποία θα παρέδιδε στους εκμισθωτές, χωρίς,....
το ποσό αυτό των 45.000 ευρώ να εμφανίζεται εγγράφως.... Κατόπιν αυτού, και ενώ... τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν συναντηθεί στο γραφείο του προαναφερομένου δικηγόρου ώστε να υπογραφεί η ως άνω συμφωνία, εισήλθαν εντός αυτού όργανα της Υ.Α. … και με την παρουσία εισαγγελέα, διενήργησαν έρευνα, κατά την οποία κατέσχεσαν στα χέρια των Φ.
συζ. Β. Π. και Χ. Κ. α) τις ως άνω αναφερόμενες επιταγές της ..., ποσού 45.000 ευρώ και 300.000 ευρώ και β) το ποσό των 45.000 ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Εν συνεχεία, ασκήθηκε σε βάρος των ως άνω εκμισθωτών ποινική δίωξη για εκβίαση σε βαθμό πλημμελήματος και παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου για να δικαστούν για την ως άνω πράξη, στη δικάσιμο της 9.4.2008.
Σημειώνεται, ότι πρώτος κατηγορούμενος στην υπόθεση αυτή ήταν ο Β. Π. του Α., ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τον Α. Π. κατά τη σύναψη του από 3.12.2007 συμφωνητικού. Πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης και συγκεκριμένα στις 31.3.2008, οι 1) Σ. Σ. του Ι., 2) Ά. συζ. Ι. Τ., το γένος Ι. Σ., 3) Α. Μ. Κ., το γένος Α. Ο., 4) Σ. Ο. του Α., 5) Α. Ο. του Γ.
και 6) Ε. Γ. Κ., το γένος Γ. Ο., ήτοι οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) ..., υπέβαλαν προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου (με κοινοποίηση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου) την από 31.3.2008 αίτησή τους, με την οποία ζητούσαν να αποσυρθεί η ως άνω δικογραφία από τη δικάσιμο της 9.4.2008 και να διαταχθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά τον ορθότερο χαρακτηρισμό των εκεί αναφερομένων πράξεων ως κακουργημάτων.
Ειδικότερα, στην επίμαχη αίτηση, οι αιτούντες περιέλαβαν τα περιστατικά α) της σύναψης της αρχικής μίσθωσης και της πορείας αυτής και β) της σύναψης του ιδιωτικού συμφωνητικού με ημερομηνία 3.12.2007 και των οικονομικών ανταλλαγμάτων που συμφώνησε να δώσει ο Α. Π. προκειμένου να παραμείνει στο μίσθιο κατάστημα.....
Επισημαίνεται ότι όλα τα περιστατικά που συγκροτούσαν την "ιστορική βάση" της αίτησης, ήτοι όλα τα αναφερόμενα στις σελίδες 1-3 (μέχρι τον 20ο στίχο της 3ης σελίδας), ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ήταν δηλαδή αληθή. Συγκεκριμένα: Α) Ήταν αληθές το γεγονός της σύναψης μίσθωσης με τους όρους που αναφέρονται στην αίτηση.
Ειδικότερα, όσον αφορά στο ποσό που είχε δοθεί ως άυλη εμπορική αξία ("αέρας"), το οποίο κατά την άποψη των αιτούντων ανέρχεται σε εξήντα εκατομμύρια δραχμές (όπως σημειώθηκε, το παρόν δικαστήριο με την 32/2013 ήδη αμετάκλητη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδεδειγμένα καταβληθέν το ποσό των 44.500.000 δραχμών, με την επισήμανση ότι η εκεί αναφερόμενη μάρτυρας αναβιβάζει το ποσό σε 54.000.000 δραχμές), είναι δεδομένο ότι είναι αληθές, τουλάχιστον ως προς το γεγονός της καταβολής (ενόψει των χαρακτηριστικών της υπόθεσης, αλλά και του διαδραμόντος χρόνου, δεν κρίνεται ιδιαίτερα κρίσιμος ο επακριβής προσδιορισμός του ποσού που καταβλήθηκε το 2001 με την έναρξη της μίσθωσης), κάτι άλλωστε που δέχεται, εμμέσως πλην σαφώς και ο Β.
Π., ο οποίος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατέθεσε ότι το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ κατά τη σύναψη του συμφωνητικού, θεωρείτο "αέρας". Β) Ήταν αληθή τα γεγονότα της υπογραφής του με ημερομηνία 3.12.2007 συμφωνητικού, της υπόσχεσης ετήσιου ανταλλάγματος ύψους 22.500 ευρώ, της έκδοσης της προαναφερόμενης επιταγής ποσού 45.000 ευρώ, της καταβολής του ποσού των 45.000 ευρώ σε μετρητά και, τέλος, της έκδοσης της επίσης προαναφερόμενης επιταγής του ποσού των 300.000 ευρώ, που εκδόθηκε για την εξασφάλιση της τήρησης των όρων του συμφωνητικού.
Γ) Ήταν αληθές το γεγονός ότι η οικονομική αυτή συναλλαγή έλαβε χώρα στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος Χ. Κ., καθώς και ότι τα μετρητά χρήματα και οι επιταγές κατασχέθηκαν (και) εις χείρας του. Από το σημείο αυτό και εφεξής, στην αίτηση αυτή σταμάτησε η παράθεση και περιγραφή γεγονότων και επακολούθησε η ανάπτυξη των αξιόποινων πράξεων, που κατά τη γνώμη των αιτούντων είχαν διαπραχθεί με βάση τα παραπάνω γεγονότα, Oι τελευταίοι δηλαδή προέβησαν στην έκθεση αξιολογικών κρίσεων και συμπερασματικών νομικών χαρακτηρισμών μιας ειδικότερα περιγραφόμενης συμπεριφοράς.
Κατ' αυτούς, η συμπεριφορά των εκμισθωτών του ακινήτου, όπως αυτή αναφέρθηκε παραπάνω, συνιστούσε τις πράξεις της εκβίασης και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, της παράνομης νομιμοποίησης εσόδων και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, τελέσθηκαν δε με αυτουργούς τους Β. και Φ. Π. και συμμέτοχο, με τη μορφή τουλάχιστον της άμεσης συνέργειας, του Χ.
Κ.. Τα παρατιθέμενα στην επίμαχη αίτηση γεγονότα, ήταν μεν αληθή, όπως προεκτέθηκε, ταυτόχρονα όμως ήταν και πρόσφορα να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων. Όμως, από κανένα σημείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι σκοπός των αιτούντων ήταν ο συγκεκριμένος, να πλήξουν δηλαδή την τιμή και την υπόληψη των παραπάνω.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες είχαν δικαιολογημένο συμφέρον να προβούν στις κατά την κρίση τους αναγκαίες νόμιμες ενέργειες, επίκεντρο των οποίων ήταν η μίσθωση του προαναφερόμενου ακινήτου και όσα διαδραματίστηκαν σχετικά με αυτήν, καθώς σκοπός τους ήταν η προάσπιση των έννομων συμφερόντων τους, τα οποία είχαν ήδη πληγεί στο παρελθόν, συνεχίζονταν δε να πλήττονται από τη συγκεκριμένη εκτεθείσα συμπεριφορά.
Πιο συγκεκριμένα, οι αιτούντες είναι.... συγκύριοι στο μίσθιο ακίνητο, κατά το συνολικό ποσοστό 28,61% εξ αδιαιρέτου, συνεπώς έχουν ίσο προς το ποσοστό αυτό δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη των πολιτικών καρπών του ακινήτου.... Όμως, οι έχοντες την πλειοψηφική μερίδα επί του ακινήτου σε ποσοστό 54,16% Α.ς Π. και Φ. Π. - Μ., δεν κατέβαλαν στους ως άνω συγκυρίους τα αναλογούντα στο ποσοστό τους ωφελήματα από την εκμίσθωση του ακινήτου στον Α.
Π., γι' αυτό και οι τελευταίοι τα διεκδίκησαν δικαστικά, με την άσκηση σχετικών αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκε η 32/2013 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου που τις έκανε εν μέρει δεκτές και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Στη συνέχεια, πληροφορούμενοι οι αιτούντες το περιεχόμενο της έγκλησης που κατέθεσε ο μισθωτής σε βάρος των εκμισθωτών, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονταν τα ως άνω οικονομικά ανταλλάγματα και η οποία (έγκληση) δημοσιεύθηκε στον τοπικό τύπο...., αντιλήφθηκαν ότι η σύναψη του συμφωνητικού και τα συνοδεύονταν αυτό οικονομικά οφέλη, έγιναν εν αγνοία τους, ενώ τουλάχιστον όσον αφορά στο ποσό των 45.000 ευρώ που καταβλήθηκε σε μετρητά, θεωρούσαν δεδομένη τη μη λήψη του ανάλογου με το ποσοστό τους ποσού.
Κατά συνέπεια, όσον αφορά στην από 31-3-2008 αίτηση των εναγομένων στις υπ' αριθμ. 6/2009 και 1017/2009 αγωγές, αποδείχθηκε ότι όσα εκ των αναφερομένων σε αυτήν συνιστούν την έννοια του "γεγονότος",.... ήταν αληθή, κατά συνέπεια δεν στοιχειοθετείται η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος των εναγομένων, ενώ εξάλλου, σκοπός της υποβολής της αίτησης ήταν η διαφύλαξη και προστασία εννόμου συμφέροντός τους, κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα.
Περαιτέρω, η επισκόπηση του περιεχομένου της αίτησης σε συνδυασμό με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν παραπάνω, οδηγεί στην κρίση ότι σκοπός υποβολής αυτής ήταν να γίνει σχετική δικαστική διερεύνηση των καταγγελλομένων και να αξιολογηθούν αυτά ποινικά από τον αρμόδιο προς τούτο Εισαγγελέα, ώστε οι αιτούντες να μην στερηθούν δικαστικής προστασίας αναφορικά με τα δικαιώματα συγκυριότητας που διατηρούσαν στο μίσθιο ακίνητο και την εντεύθεν απόλαυση των πολιτικών καρπών αυτού, επιπρόσθετα δε,....
είχε ήδη υποβληθεί η από 20.11.2007 έγκληση του Α. Π.υ, που περιείχε τα αυτά ως επί το πλείστον πραγματικά περιστατικά, καθώς και ότι είχε προηγηθεί ήδη η άσκηση της ποινικής δίωξης με βάση τα περιστατικά αυτά. Η σύνταξη δε και το ύφος της αίτησης δεν υπερέβαινε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο προς τούτο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας του δικαιώματος των αιτούντων, επομένως δεν προκύπτει ούτε σκοπός εξύβρισης των εναγόντων.
Ειδικώς ως προς την κρίση των αιτούντων αναφορικά με τη συμμετοχή του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου στις πράξεις των εκμισθωτών, σημειώνεται ότι, εκτός από τα παραπάνω, η έλλειψη ειδικού σκοπού εξύβρισής του προκύπτει και εκ του γεγονότος ότι ήταν ο συντάκτης του επίμαχου συμφωνητικού, η δε δυσμενής αυτή κρίση (περί συμμετοχής), είχε τόσο νομολογιακό (βλ.
ΑΠ 534/2004, ΠΧ 2005.59, όπου θεμελιώνεται άμεση συνέργεια δικηγόρου που συνέταξε το εκεί αναφερόμενο συμφωνητικό), όσο και νομοθετικό (βλ. άρθρο 2Α περ. Ιβ του Ν. 233/1995, ήδη άρθρο 5 παρ. 1 περ. ιγ του Ν. 3691 /2008, σχετικά με την άρση του δικηγορικού απορρήτου σε περίπτωση συμμετοχής του δικηγόρου σε δραστηριότητες νομιμοποίησης παράνομων εσόδων) έρεισμα.
Ως εκ τούτου τα ανωτέρω αναφερόμενα στην αίτηση δεν συνιστούν άδικη πράξη..... και, κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση, που κατ' άρθρο 367 παρ. 1 εδ. γ ΠΚ πρόβαλαν παραδεκτά οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν στην παρούσα δίκη και κατόπιν τούτου να απορριφθούν οι εν λόγω αγωγές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. ....
Περαιτέρω, οι 1) Σ. Σ. του Ι., 2) Ά. συζ. Ι. Τ., το γένος Ι. Σ., 3) Α. Μ. Κ., το γένος Α. Ο. και 4) Σ. Ο. του Α. (τέσσερις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων), με την ιδιότητά τους ως συγκυρίων του παραπάνω ακινήτου, υπέβαλαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την από 23.4.2009 και με αριθμό κατάθεσης 788/2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Με την παραπάνω αίτηση, την οποία έστρεψαν κατά των κατεχόντων την πλειοψηφία των εξ αδιαιρέτου μεριδίων του ακινήτου, Α. Π. του Β. και Φ. Π. Μ. (ως επικαρπώτριας και ψιλού κυρίου αντίστοιχα), οι αιτούντες ζήτησαν το διορισμό διαχειριστή του κοινού ακινήτου, ώστε ο τελευταίος να προβεί στην επωφελή εκμετάλλευση του ακινήτου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτής.
Ως λόγο που καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη διορισμού διαχειριστή του επίκοινου ακινήτου από το δικαστήριο, οι αιτούντες επικαλέστηκαν τις αναφερόμενες στο δικόγραφο πράξεις των καθ' ων, οι οποίες σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αίτηση αντιστρατεύονταν τους κανόνες τακτικής διαχείρισης και διοίκησης του κοινού, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η μείωση των αποδιδομένων από αυτό ωφελημάτων.
Στο πλαίσιο αυτό, προέβησαν στην αναφορά, μεταξύ άλλων, και των περιστατικών που αφορούσαν στην προαναφερθείσα μίσθωση του κοινού ακινήτου, τα οικονομικά ανταλλάγματα που ελήφθησαν κατά τη σύναψή της, την έγερση αγωγής εξώσεως λόγω μη λήψης της άδειας της επιτροπής του Ν. 1892/1990 και την κατάρτιση του από 3.12.2007 συμφωνητικού, οι όροι του οποίου αναλύθηκαν διεξοδικώς παραπάνω.
Στην αίτηση αυτή δεν περιλαμβάνονται περιστατικά που να αφίστανται των όσων περιέχονται στην από 31.3.2008 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, η οποία αποτέλεσε τη βάση των δύο προαναφερομένων αγωγών, για τα οποία ισχύουν τα πιο πάνω αναφερόμενα ως προς το αληθές αυτών. Η δε αναφορά του ενάγοντος, ως πληρεξουσίου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση, ως προς τον οποίο αναφέρεται ότι η απαίτηση και λήψη των εν λόγω περιουσιακών ωφελημάτων έγινε με την παρουσία και συμμετοχή του, καθώς και η είσπραξη των μετρητών (και) από μέρους του και η εν συνεχεία σύλληψή του και κατάσχεση των προσημειωμένων χαρτονομισμάτων, δεν μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ψευδής, καθόσον:
α) η παρουσία και συμμετοχή του ενάγοντος στο συμβάν είναι αναμφισβήτητη, με την έννοια ότι η συναλλαγή έλαβε χώρα στο γραφείο του με τη φυσική του παρουσία, οι επιταγές και τα χρήματα κατατέθηκαν ενώπιόν του, ενώ ήταν ο ίδιος αυτός που συνέταξε το συμφωνητικό, γεγονός που άλλωστε δεν αρνείται, β) όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η κατάσχεση των μετρητών χρημάτων έγινε στα χέρια του ιδίου και της Φ.ς Π. - Μ., χωρίς η ως άνω αναφερόμενη έκθεση κατάσχεσης να έχει προσβληθεί από οποιονδήποτε ως προς το περιεχόμενό της κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε.
Επομένως, ούτε και σε αυτή την περίπτωση συντρέχουν οι όροι της συκοφαντικής δυσφήμησης, διότι τα πραγματικά γεγονότα που ιστορούνται στην αίτηση είναι αληθή, ενώ τα υπόλοιπα αναφερόμενα στην αίτηση, αποτελούν αξιολογικές κρίσεις και όχι γεγονότα, κατά την προαναφερθείσα έννοια. Περαιτέρω, από τη συνολική επισκόπηση του περιεχομένου της αίτησης, δεν προκύπτει σκοπός βλάβης της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος της υπ' αριθμ. 1113/2009 αγωγής (πρώτου αναιρεσείοντος), όχι μόνον διότι οι σε αυτήν (αίτηση) αναφερόμενες κρίσεις και αιτιάσεις περί ύπαρξης σχεδίου για την απαίτηση υπέρογκων ανταλλαγμάτων δεν αναφέρονται στον ίδιο, αλλά στους εκμισθωτές του ακινήτου, αλλά και διότι, με βάση τα εκεί εκτιθέμενα, είναι πρόδηλη η βούληση των αιτούντων να αποκατασταθεί η ομαλή διοίκηση του ακινήτου και η συμμετοχή τους στην απόληψη των όσων απέδιδε η εκμετάλλευσή του, όχι δε να πλήξουν την αξιοπρέπεια του ενάγοντος.
Τέλος, δεδομένου ότι οι χρησιμοποιούμενες εκφράσεις δεν υπερβαίνουν το αντικειμενικά αναγκαίο προς τούτο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας του δικαιώματος των αιτούντων, δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος. Κατά συνέπεια πρέπει, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπ' αριθμ. 1113/2009 αγωγή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων (εναγόντων) και δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι τρεις αγωγές των αναιρεσειόντων, και αφού εξαφάνισε αυτήν, δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και απέρριψε και τις τρεις αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 361, 362, 363 και 367 παρ. 1γ και 2 Π.Κ., ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και ειδικότερα στις διατάξεις του άρθρου 367 παρ.1γ και 2 ΠΚ, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, αφού, πράγματι, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, δεν στοιχειοθετείται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά, περαιτέρω, ούτε και αυτό της απλής δυσφήμησης ή της εξύβρισης, καθόσον τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος στο πρόσωπο των εναγομένων, ανταποκρίνονταν στο πραγματικό του κανόνα του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, χωρίς να προκύπτει σκοπός εξύβρισης των εναγόντων.
Δεν στέρησε δε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σε αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή α) τα όσα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι (και οι έξι στην από 31-3-2008 αίτησή τους προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Ρόδου, οι τέσσερις δε πρώτοι στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων) ήταν αληθή και, συνεπώς, δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, β) ότι, παρ' όλα αυτά, οι ανωτέρω ισχυρισμοί ήσαν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, πλην, όμως, οι εναγόμενοι είχαν δικαιολογημένο συμφέρον, ως συγκύριοι του ακινήτου, να προβούν στις κατά την κρίση τους αναγκαίες νόμιμες ενέργειες για την προάσπιση των έννομων συμφερόντων τους, τα οποία αφορούσαν τη μίσθωση του κοινού ακινήτου και τα οποία εύλογα θεώρησαν ότι θίγονται, όταν πληροφορήθηκαν το περιεχόμενο της έγκλησης που κατέθεσε ο μισθωτής σε βάρος των εναγόντων, με σκοπό, όχι να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, αλλά, όσον αφορά την αίτησή τους προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Ρόδου, τη σχετική δικαστική διερεύνηση των καταγγελλομένων και την ορθή, κατά την κρίση τους, αξιολόγηση αυτών και, όσον αφορά την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, την ομαλή διοίκηση του ακινήτου και τη συμμετοχή τους στην απόληψη των όσων απέδιδε η εκμετάλλευση αυτού με την εκμίσθωσή του, με αποτέλεσμα, ενόψει όλων αυτών, να μη στοιχειοθετείται, σε κάθε περίπτωση, ούτε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης σε βάρος των εναγόντων και γ) ότι για την προάσπιση των πιο πάνω έννομων συμφερόντων των εναγομένων ήταν αναγκαίες και οι προαναφερόμενες αιτήσεις (προς τον Εισαγγελέα και το Δικαστήριο για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αντίστοιχα), το περιεχόμενο των οποίων, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ανταποκρίνοταν στην πραγματικότητα, το δε ύφος και ο τρόπος διατυπώσεως αυτών δεν υπερέβη το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την περίπτωση μέτρο, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ούτε σκοπός εξύβρισης των εναγόντων, ενώ, ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται και η ανάγκη προβολής του ισχυρισμού των εναγομένων περί συμμετοχής του πρώτου ενάγοντος (δικηγόρου) στις πράξεις των εκμισθωτών, που είχε νομολογιακό και νομοθετικό έρεισμα, αφού αυτός ήταν ο συντάκτης του επίμαχου συμφωνητικού και η συναλλαγή έλαβε χώρα στο γραφείο του, η δε κατάσχεση των μετρητών χρημάτων έγινε στα χέρια του ιδίου και της δεύτερης αναιρεσείουσας.
Οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις περί αντιφατικής αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης ως προς το ύψος της άυλης εμπορικής αξίας, που είχε καταβάλει ο μισθωτής κατά τη σύναψη της μισθώσεως, και ως προς τα πρόσωπα των αναιρεσιβλήτων στα χέρια των οποίων έγινε η κατάσχεση των επιταγών και μετρητών κατά τη συμφωνία παράτασης της μίσθωσης, είναι αβάσιμες, διότι τα ανωτέρω ζητήματα δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκείμενης δίκης, αφού κρίσιμο είναι αυτό καθεαυτό το γεγονός της καταβολής "αέρα", καθώς και αυτό της συναλλαγής στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου αναιρεσείοντος.
Σε κάθε περίπτωση, η παραδοχή ότι ήταν αληθή τα αναφερόμενα στην από 31-3-2008 αίτηση των αναιρεσιβλήτων, όπου αυτοί προσδιόριζαν το ύψος της άυλης εμπορικής αξίας ("αέρα") σε 60.000.000 δρχ, δεν αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή του Εφετείου ότι η αξία αυτή, "χωρίς να ενδιαφέρει άμεσα την ερευνώμενη περίπτωση", κυμάνθηκε από 44.500.000 έως 60.000.000 δραχμές, αφού το επικαλούμενο από τους αναιρεσιβλήτους ποσό εμπεριέχεται στην ανωτέρω παραδοχή του Δικαστηρίου.
Επίσης, η παραδοχή ότι τα αστυνομικά όργανα κατέσχεσαν στα χέρια των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων τα χρήματα και τις επιταγές, πέραν του ότι πρόκειται για ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, δεν είναι ασαφής ή αντιφατική, αφού με αυτή γίνεται συνολική μνεία των πραγμάτων και των προσώπων, στα οποία αυτά κατασχέθηκαν κατά την επέμβαση της αστυνομίας, χωρίς ειδικότερη διάκριση.
Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται, εκτενώς, με σαφήνεια και πληρότητα το δικαιολογημένο ενδιαφέρον των αναιρεσιβλήτων, για την εξυπηρέτηση του οποίου προέβησαν στις προεκτεθείσεις ενέργειες, και ως εκ τούτου η σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων, που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμη.
Περαιτέρω, η εκτίμηση των αληθών γεγονότων εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ως προς τον ποινικό χαρακτήρα αυτών, όπως η εκτίμηση αυτή προκύπτει από τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, και, ειδικότερα, ότι η συμπεριφορά των εκμισθωτών του ακινήτου συνιστούσε τις πράξεις της εκβίασης και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, της παράνομης νομιμοποίησης εσόδων και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και ότι τελέσθηκαν με αυτουργούς τους Β.
και Φ. Π. και συμμέτοχο, με τη μορφή τουλάχιστον της άμεσης συνέργειας, του Χ. Κ., περιλαμβάνει πράγματι αξιολογικές κρίσεις και συμπεράσματα νομικών χαρακτηρισμών, όπως, επίσης, κρίση συνιστά και η αναφορά τους σε ύπαρξη σχεδίου για την απαίτηση υπέρογκων ανταλλαγμάτων και όχι γεγονότα κατά την έννοια των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, όλοι οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης, ο πρώτος από τον αρ. 19 και οι δεύτερος και τρίτος από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ ως προς τους λοιπούς δεν τίθεται ζήτημα, αφού αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2017 αίτηση των: α) Χ. Κ., β) Φ.ς Π. και γ) Β. Π. και τους από 5 Νοεμβρίου 2018 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της 89/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ