Legislator Case Law & Legislation
762/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance transfer ruling due to lack of clear legal grounds and inadmissible arguments.

Case Number 762/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the inheritance of a property. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims about the transfer of ownership and the authenticity of a document, but the court found these arguments either unsupported by evidence or procedurally inadmissible. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of legal grounds is established only when the lower court's reasoning fails to clearly establish the facts necessary to apply the substantive law, or when the reasoning is incomplete or contradictory regarding facts with decisive impact on the case outcome.

Keywords

AI generated
inheritance law appellate review lack of legal grounds inadmissible appeal legal costs property ownership evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.A.P. 12-13/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 762 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 762/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Π. Ε., το γένος Ε. Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Φωτεινής Λαδά

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Λ. του Ε., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Βαγιάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 223/2015 του Εφετείου Ιωαννίνων Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 17-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ., η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στη κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός - κληρονόμος - αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί.

Προϋπόθεση, όμως, για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου με κληρονομική διαδοχή είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 12-13/1995).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος, που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.Α.Π. 1/1999, Ολ.Α.Π. 24/1992), αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται και όταν στην απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίζονται από τους διαδίκους, διότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Μ.

Ζ. ήταν κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου, το οποίο κείται εντός του παραδοσιακού οικισμού του ΔΔ … του Δήμου … του Ν. Ιωαννίνων, έχει έκταση 1.423,01 τ.μ και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες κληρονόμων Π. και Δ. Μ., με την δημοτική οδό ... και με ιδιοκτησία Α. Μ.. Εντός αυτού υπάρχει διώροφη παραδοσιακή οικία, επιφανείας 350,53 τ.μ.

Την ανωτέρω Μ. Ζ., η οποία ήταν κάτοικος της πόλεως …, γνώριζε ο εναγόμενος Ν. Λ. από το έτος 1982 καθώς ο ίδιος ήταν ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Νέων … και η Μ. Ζ. ενδιαφερόταν για τις πολιτιστικές δραστηριότητες του ανωτέρω Συλλόγου, με συνέπεια να υφίσταται μεταξύ τους αμοιβαία εκτίμηση. Εκ παραλλήλου ο εναγόμενος την εποχή εκείνη ήταν ασκούμενος δικηγόρος, στον οποίον προσέφευγε η Μ.

Ζ., αρκετές φορές, για την παροχή των στοιχειωδών τότε νομικών συμβουλών του. Ενδεικτικώς, όταν ένας εκ των συγκυρίων της οικίας και συγκεκριμένα ο Ν. Ο. έλαβε προσχηματικώς τα κλειδιά της οικίας στην … από την Μ. Ζ. και δεν τα επέστρεψε, ο εναγόμενος προσέφυγε στον Εισαγγελέα Ιωαννίνων και κατόπιν τούτου ο Ν.

Ο. επέστρεψε τα κλειδιά. Η αναφερθείσα παραδοσιακή οικία, πεπαλαιωμένη και ακατοίκητη, την εποχή εκείνη (1982-1983) είχε μηδαμινή υλική αξία, μόνον δε συναισθηματική αξία είχε για την Μ. Ζ., ως κειμένη στον παραδοσιακό οικισμό …. Εξ αιτίας τούτου, αλλά και της αμοιβαίας εκτιμήσεως του εναγομένου και της Μ. Ζ., η τελευταία, όντας άνευ συζύγου και τέκνων, μετεβίβασε την νομή της παραδοσιακής οικίας και του ευρύτερου οικοπέδου στον εναγόμενο με σκοπό να την επισκευάσει και να παραμείνει ως " το ... ,, δείγμα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής (βλ.

την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Ν. Κ. :.... Η κυρία Ζ. είχε διάφορες υποθέσεις κυρίως με ακίνητα που είχε στα Γιάννινα και ο Ν. τότε είχε αρχίσει και ασχολούταν με τα κοινά του χωριού, είχαμε κάνει ένα σύλλογο Νέων και ήμασταν έτοιμοι να εκδώσουμε ένα δίσκο παραδοσιακής μουσικής και υπήρχε ένα ενδιαφέρον από πλευράς Ζ.

για τα δρώμενα. Το δώρισε η Ζ. γιατί εκτιμούσε τον Ν. ...). Πρότερον, περί το έτος 1978, ο πατέρας των διαδίκων Ε. Λ., κάτοικος μέχρι τότε …, μετά την συνταξιοδότηση του είχε μισθώσει ένα διαμέρισμα του Α. Γ. στην …, η δε μητέρα τους Δ. Λ. διέμενε στην …, στην οικία της εναγούσης, της οποίας φρόντιζε τα τέκνα. Μετά την μεταβίβαση της νομής του ακινήτου ο εναγόμενος ασκούσε πράξεις νομής διάνοια κυρίου, οι οποίες προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου, εκδηλώνοντας τη βούληση εξουσιάσεως αυτού.

Συγκεκριμένα άρχισε επείγουσες εργασίες αποκαταστάσεως της πεπαλαιωμένης οικίας, ώστε να καταστεί κατοικήσιμη και εν συνεχεία προσκάλεσε τους γονείς του, στην αρχή τον πατέρα του και μετά την μητέρα του να κατοικήσουν σε αυτήν, αφού συνέδεσε την οικία με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Από το συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με ημερομηνία 9-12-1982 προκύπτει ότι την αίτηση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος υπέβαλε ο πατέρας των διαδίκων Ε.

Λ. κατόπιν εξουσιοδοτήσεως της Μ. Ζ., τούτο όμως δεν συνεπάγεται ότι ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά απλώς ήταν μία εξυπηρέτηση προς αυτήν, αφού άλλωστε ο Ε. Λ., γνωστός με την Μ. Ζ., ήταν μόνιμος κάτοικος της … από το έτος 1978 και είχε την χρονική ευχέρεια να μεταβεί στο υποκατάστημα … για να υποβάλλει την αίτηση, ενώ ο εναγόμενος ήταν κάτοικος της πόλεως ….

Σταδιακώς ο εναγόμενος επισκεύαζε και βελτίωνε τις συνθήκες διαβιώσεως των γονέων του στην επίδικη οικία, στην οποία ο ίδιος μετέβαινε και διέμενε αρκετές φορές. Τούτο αποδεικνύεται και από τα προσκομιζόμενα (διασωθέντα μετά από πολλά έτη) τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής όπως α).το υπ' αριθμ. …/26-08-1988 τιμολόγιο σύμφωνα με το οποίο ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσόν των 17.985 δραχμών στον προμηθευτικό συνεταιρισμό βιοτεχνών επεξεργασίας ξύλου … για την αγορά ξυλείας με προορισμό την … και β) το υπ' αριθμ.

…/26-08-1988 τιμολόγιο σύμφωνα με το οποίο ο εναγόμενος κατέβαλε στον αυτό συνεταιρισμό 3.602 δραχμές. Αμφότερα τα τιμολόγια αυτά εξεδόθησαν για την αγορά ξυλείας με σκοπό την αντικατάσταση των δοκών της στέγης της επιδίκου παραδοσιακής οικίας. Κατάδηλη απόδειξη των πράξεων νομής του εναγομένου επί του επιδίκου αποτελεί και η από 17-10-1988 απόδειξη των οικοδόμων Ι.

και Β. Λ. σύμφωνα με την οποία "....Οι υπογεγραμμένοι Ι. Β. Λ. και Β. Λ. του Ι. οικοδόμοι λάβαμε από τον Λ. Ε. του Κ. που ενεργεί για λογαριασμό του υιού του Ν. Λ. δικηγόρον το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων #500.000# δραχμών για την επισκευή της στέγης στην οικία ιδιοκτησίας Ν. Λ. στην …, καθώς και για επισκευές στον μανδρότοιχο αυτής.

… 17-10-1988. Οι λαβόντες ... Η απόδειξη αυτή εκδοθείσα καθ' υποδειξη του Ε. Λ., ο οποίος για την εποχή του είχε υψηλό μορφωτικό επίπεδο ως απόφοιτος Σχολαρχείου, αποτελεί και ομολογία του ιδίου ότι θεωρούσε τον εναγόμενο υιό του αδιαμφισβήτητο ιδιοκτήτη της επιδίκου οικίας. Περαιτέρω σύμφωνα με την από 30 Ιουλίου 1992 απόδειξη ο εναγόμενος κατέβαλε στον Γ.

Σ., ο οποίος ήταν εμπειροτεχνίτης και κάτοικος …, το ποσόν των 250.000 δραχμών. Συντάκτης της ως άνω αποδείξεως υπήρξε ο ίδιος ο πατέρας των διαδίκων Ε. Λ. (βλ. τα υπ' αριθμ. …/2009 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Κόνιτσας, όπου ο μάρτυρας και σύζυγος της εναγούσης Π. Ε. καταθέτει ότι ".... Στην ιδιόγραφη απόδειξη των 250.000 δραχ, που μου επιδεικνύετε αναγνωρίζω τα γράμματα του πεθερού μου...).

Εξ άλλου απόδειξη των πράξεων νομής του εναγομένου αποτελεί η κατασκευή επιπρόσθετου δωματίου επί του επιδίκου ακινήτου το έτος 1995 (βλ. το από 11-11-1995 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής του "Μ. Κ. - Ξυλουργικές εργασίες ,,το οποίο αφορά την πώληση ειδών ξυλείας με προορισμό την …, με πελάτη τον εναγόμενο, ο οποίος κατέβαλε το ποσόν των 110.005 δραχμών) με σκοπό να διαμένει σε αυτό ο εναγόμενος, ο οποίος αρκετές φορές, όπως προελέχθη, επεσκέπτετο την … και διετέλεσε μάλιστα από το έτος 1983 έως το έτος 1990 Πρόεδρος του Συλλόγου Νέων …, από το έτος 1990 έως το έτος 1998 Πρόεδρος της Κοινότητας …, από το έτος 1992 έως το έτος 1995 Πρόεδρος του Αναπτυξιακού Συνδέσμου Κοινοτήτων … και από το έτος 1999 έως το έτος 2006 δημοτικός σύμβουλος του Δήμου ….

Επίσης αποδεικνύεται ότι αποτελούσε κοινή πεποίθηση των κατοίκων της … ότι ο εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου ( ενέμετο επίδικο ακίνητο). Συγκεκριμένα, ο πρώην Πρόεδρος της Κοινότητας …, στην προσπάθεια του να πλήξει πολιτικά τον εναγόμενο, υπέβαλε στην Νομαρχία Ιωαννίνων το υπ' αριθμ.

…/11-06-1996 υπόμνημα, όπου γίνεται μνεία ότι " ... Ποια ανεκδιήγητη θρασύτητα επιτρέπει στον κ. Λ. να επέμπει κατηγορίες κατά τρίτων ... όταν ο ίδιος.... Κτίζει στην ίδια του την κατοικία εξωτερική τουαλέτα με τσιμεντόλιθους και τσίγκινη στέγη Η αδιαμφισβήτη άσκηση πράξεων νομής του εναγομένου και όχι των γονέων των διαδίκων, όπως ισχυρίζεται αβασίμως η ενάγουσα, αποδεικνύεται και από τις φορολογικές δηλώσεις αυτών προς την …' ΔΟΥ Ιωαννίνων κατά τα έτη από 1997 έως 2004, όπου δηλώνουν "φιλοξενούμενοι,, με τόπο διευθύνσεως την …, δηλαδή στην οικία του εναγομένου.

Ακόμη στην φορολογική δήλωση του έτους 2006 η μητέρα των διαδίκων Δ. Λ. (ο Ε. Λ. απεβίωσε το έτος 2003) ρητώς δηλώνει '' ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΗ ΤΕΚΝΟΥ '' με τόπο διευθύνσεως την …, ενώ ο εναγόμενος μετά την απόκτηση της κυριότητος με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας εδήλωσε στο έντυπο Ε9 το επίδικο οικόπεδο μετά της οικίας, σε αντίθεση με την μητέρα των διαδίκων, η οποία στο αντίστοιχο έντυπο Ε9 δεν δήλωσε το επίδικο μετά της οικίας.

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα περιστατικά ο εναγόμενος με την άσκηση πράξεων νομής διάνοια κυρίου από το έτος 1982 έως το έτος 2002 απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου μετά της διωρόφου οικοδομής με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας (άρθρ. 1045 ΑΚ). Η εκκαλούσα Σ. σύζ. Π. Ε. ισχυρίζεται, όπως και πρωτοδίκως προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι οι γονείς τους ενέμοντο διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο από το έτος 1982 μέχρι τον θάνατο τους τα έτη 2003 και 2007 αντιστοίχως, ότι η τηλεφωνική σύνδεση … της οικίας ανήκε στον πατέρα τους Ε.

Λ. από την 30-07-1987 μέχρι την 22-11-2006 (βλ. την από 16-04-2007 βεβαίωση του Ο.Τ.Ε.). Τούτο όμως εξηγείται από το γεγονός ότι οι γονείς των διαδίκων διέμεναν μέχρι το έτος 2000, οπότε μετακόμισαν στην Αθήνα, μονίμως στην … και οι τηλεφωνικές συνδέσεις παρείχοντο σε μονίμους κατοίκους της …, ενώ ο εφεσίβλητος, καίτοι ενεργό μέλος των κοινών στον Δήμο …, ήταν μόνιμος κάτοικος της πόλεως …, όπου διατηρούσε και διατηρεί δικηγορικό γραφείο από το έτος 1985, μόνον δε από το έτος 2007 έγινε μόνιμος κάτοικος ….

Από το γεγονός ότι οι γονείς των διαδίκων ήταν μόνιμοι κάτοικοι της … εξηγείται και η καταγραφή στο κουδούνι της επίδικης οικίας του ονόματος του πατέρα των διαδίκων Ε. Λ., μόνον δε η καταγραφή αυτή δεν συνεπάγεται πράξη νομής διάνοια κυρίου, πολλώ μάλλον όταν, όπως προελέχθη, οι ίδιοι οι γονείς δήλωναν στις φορολογικές δηλώσεις τους ''ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΟΙ'' ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την ένδικη διεκδικητική (συγκυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), δεχόμενο τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του εναγόμενου, ήδη αναιρεσίβλητου, ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, αν και με διαφορετική, εν μέρει, αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι οι φερόμενοι ως άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (γονείς της) δεν άσκησαν ποτέ πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο τουλάχιστον για μία εικοσαετία και δεν απέκτησαν έτσι κυριότητα σ' αυτό.

Επομένως, η στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως διαλαμβανόμενη αιτίαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, υπό την επίκληση της ελλείψεως νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο εναγόμενος ανταπέδειξε ότι είναι κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, στην οποία εσφαλμένα κατέληξε κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, και επί πλέον αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και σε ανάπτυξη απόψεών της, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού της περί της απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου παραγώγως με κληρονομική διαδοχή.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Όμως, όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, 42/2002).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, από τον αρ.11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος τις υπ' αριθμ…./20-9-2013 και …/14-10-2011 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Νέας Ιωνίας, των :

Π. Κ. και Δ. χήρας Ε. Π. καθώς και την υπ' αριθμ…./6-9-2012 ένορκη βεβαίωση του Χ. Μ., οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως του αναιρεσίβλητου, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ.../17-9-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Ε. Λ. και .../6-9-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Κ.

Α., αντίστοιχα, για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού ισχυρισμού ότι είναι συγκυρία του επίδικου ακινήτου, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο και ότι ο εναγόμενος-εφεσίβλητος, ο οποίος είναι συγκύριος αυτού κατά το υπόλοιπο ποσοστό, κατέλαβε παράνομα ολόκληρο το επίδικο από τις 22-2-2009.

Όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν ειδική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των ως άνω προσώπων, για τις οποίες τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, που νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα και οι οποίες αναφέρονται ιδιαιτέρως στην απόφαση, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις ως άνω φερόμενες ως αγνοηθείσες ένορκες βεβαιώσεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς, και για να συναχθεί αυτό (πόρισμα), όπως τα άρθρα 349, 340 εδ.α' και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τα υπόλοιπα μέρη του, με τα οποία η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αρ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, τα, ειδικότερα στο αναιρετήριο μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή : 1) τις υπ' αριθμ.

…/3-6-2009, … και …/20-10-2009 ένορκες βεβαιώσεις των : Ε. Θ.-Μ., Δ. Π. Ε. και Γ. Μ. Μ., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Νέας Ιωνίας, που λήφθηκαν με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στα πλαίσια προηγούμενης δίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων, 2) την υπ' αριθμ. .../3-7-2008 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Μ.

Π., νομίμως μεταγραμμένης, 3) αντίγραφο δήλωσης χρησικτησίας προς τη …' Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων, έτους 2007, 4) αντίγραφο δήλωσης φόρου γονικής παροχής της αναιρεσείουσας στη Δ.Ο.Υ. …, 5) την από 29-4-1984 ιδιόγραφη επιστολή της μητέρας των διαδίκων, 6) τα πρακτικά της δίκης της 17-6-2009 του Ειρηνοδικείου Κόνιτσας, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα Α.

Α., 7) το από 9-12-1982 αντίγραφο του συμβολαίου παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, 8) το από Αυγούστου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Ν., 9) αντίγραφο του από 22-2-2009 δελτίου συμβάντων του Α.Τ. Κόνιτσας, 10) την υπ' αριθμ..../2005 δήλωση στοιχείων ακινήτων, 11) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../23-7-2008 ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου Ιωαννίνων καθώς και άλλες ιατρικές εξετάσεις, 12) αντίγραφο της υπ' αριθμ…./26-10-2007 βεβαίωσης του Δημάρχου … και 13) το υπ' αριθμ.

…/3-11-2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Χ. Τ.-Σ., τα οποία - έγγραφα - επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο πατέρας των διαδίκων Ε.

Λ. (και όχι ο εναγόμενος) ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή σχετική βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του ως άνω αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τις, ως άνω, τρεις ένορκες βεβαιώσεις των Ε.

Θ. - Μ., Δ. Π. Ε. και Γ. ή Ν. Μ. Μ., οι οποίες αποτελούν απλά έγγραφα και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται η ειδική μνεία τους στην απόφαση, καθώς και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα. Εξάλλου, η αιτίαση, που εμπεριέχεται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών.

Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον πρώτο, καθ' όλα τα μέρη του, λόγο αιτιάσεις, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας (γονείς της) δεν άσκησαν συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής από το έτος 1982 και μέχρι το θάνατό τους τα έτη 2003 και 2007, αντίστοιχα, στην οποία εσφαλμένα κατέληξε κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν και επιπλέον αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και σε ανάπτυξη απόψεών της, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού της περί της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή).- Κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π. 25/2003).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Ενόψει αυτών, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της κρινόμενης αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς της που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τον ισχυρισμό της περί μεταβίβασης της νομής του επίδικου ακινήτου από τη Μ.

Ζ. στους γονείς των διαδίκων Ε. και Δ. Λ., τους οποίους αυτοί (διάδικοι) κληρονόμησαν εξ αδιαιρέτου και οι οποίοι ασκούσαν πράξεις με διάνοια κυρίου επ' αυτού, αλλά και τους προβληθέντες απ' αυτήν ισχυρισμούς περί κατάλυσης του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου ότι η νομή της επίδικης οικίας μεταβιβάστηκε σ' αυτόν από τη Μ.

Ζ. και ότι αυτός ασκούσε επί του επιδίκου πράξεις νομής με διάνοια κυρίου. Οι αιτιάσεις αυτές, ανεξάρτητα από το ότι δεν αφορούν σε ''πράγματα'' κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου για τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά που δέχεται τούτο ότι προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων, έχουν ληφθεί υπόψη και έχουν απορριφθεί εκ των πραγμάτων ως αβάσιμοι, όπως τούτο προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που αυτή επικαλείται για τη συγκρότησή τους.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., γιατί αυτό δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της περί αμφισβήτησης γνησιότητας εγγράφου (απόδειξης Λ.), την οποία προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος για την απόδειξη ισχυρισμού του περί άσκησης απ' αυτόν πράξης νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, γιατί η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει το χρόνο κατάθεσης του συγκεκριμένου ιδιωτικού εγγράφου, δηλαδή αν κατετέθη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και προτάθηκε εκεί ισχυρισμός περί ελλείψεως της γνησιότητάς του και αν τον ισχυρισμό αυτόν επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσής της με τα ίδια όπως και στο αναιρετήριο περιστατικά, δεν συντρέχει δε περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αβάσιμος, γιατί τέτοιος ισχυρισμός, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), δεν προτάθηκε Δικαστήριο της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2015 αίτηση της Σ. συζ. Π. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 223/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ