Supreme Court quashes appeal court ruling for applying incorrect collective agreements to private TV journalists.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a dispute between a private TV company and a journalist. The court found the lower court erred by applying collective agreements intended for technical staff to the journalist instead of the correct agreement for journalists. Consequently, the case was remanded to a new panel of judges for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 5, 6 of Law 1866/1989; Article 22 of Law 3166/2003: Collective agreements for private television stations must be applied according to the specific category of employees, and applying the wrong agreement constitutes a legal error requiring annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 762 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 762/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΞΤΡΑ ΚΟΜΜΙΟΥΝΙΚΕΪΣΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΤΖΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "EXCOM ΑΕ", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Κορδελλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλοκοτάρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση της "Ένωσης Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2926/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-12-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 7-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος (στοιχ. 1α, i, ii) και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 5, 6 παρ. 3 εδ' α' και β' και παρ. 4 ν. 1866/1989 και του άρθρου 1 παρ. 23 ν. 2328/1995, που ισχύει από 8-8-95, συνάγεται ότι με τις επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (άρθ. 3 παρ. 5 και 6 παρ. 1β' του νόμου 1876/1990) τακτικών και εκτάκτων υπαλλήλων και δημοσιογράφων της ΕΡΤ-ΑΕ αμείβονται και οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, οι οποίοι λειτουργούν ύστερα από τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως μη κρατικής τηλεοράσεως, εφόσον δεν έχουν υπογραφεί γι' αυτούς ειδικές ΣΣΕ.
Τούτο ισχύει και για τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς που έχουν προσωρινή άδεια λειτουργίας, οι οποίοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 2644/1998, που ισχύει από 24-3-98 και δεν έχει αναδρομική ισχύ, θεωρούνται ως "νομίμως λειτουργούντες" προσωρινά και μέχρι τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας ή την απόρριψη της αιτήσεώς τους, μετά την ολοκλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ. 5, περιπτώσεις γ' και δ' του ν. 2328/1995, ελέγχου συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων ή της επάρκειας της τεχνικής μελέτης.
Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 23 ν. 2328/1995 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 ν. 3166/2003 που ισχύει από 2-7-2003, κατά το οποίο "Οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγείται άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης λήψης, υποχρεούνται να συνάπτουν είτε οι ίδιες απευθείας είτε ο συλλογικός φορέας στον οποίο συμμετέχουν, συλλογικές συμβάσεις εργασίας με το κάθε είδους απασχολούμενο σ' αυτές προσωπικό.
Εάν οι ανωτέρω συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν υπογραφούν, θα ισχύουν για το προσωπικό που εκτελεί δημοσιογραφική εργασία, οι αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις, που συνάπτει η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Αντιστοίχως για το τεχνικό, διοικητικό και λοιπό προσωπικό θα ισχύουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που εφαρμόζονται για το προσωπικό που ασκεί ομοειδή ή παρεμφερή εργασία σε άλλες επιχειρήσεις με συναφές αντικείμενο, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Τύπου και ΜΜΕ, που εκδίδεται εντός του πρώτου εξαμήνου κάθε έτους".
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, ο μισθός, που ως τέτοιος θεωρείται το αντάλλαγμα που δίνει ή οφείλει να δώσει ο εργοδότης στο μισθωτό του από την παρασχεθείσα εργασία, διακρίνεται σε συμβατικό, που είναι αυτός που συμφωνείται με τη σύμβαση, νόμιμο που είναι αυτός που καθορίζεται από το νόμο ή από κανονιστική διάταξη ΣΣΕ ή ΔΑ ή Κανονισμού νομοθετικής ισχύος ή Υπουργικής αποφάσεως κατ' εξουσιοδότηση νόμου, και συνηθισμένο, που οφείλεται όταν δεν έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση εργασίας και δεν προβλέπεται νόμιμος από ισχύουσα κανονιστική ή νομοθετική διάταξη και είναι αυτός που συνήθως καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την ίδια εργασία σε εργαζόμενους με την ίδια ειδικότητα, τα ίδια προσόντα και ηλικία, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι μετά την ισχύ του ν. 3166/2003, δηλαδή από 2-7-2003, ο προσδιορισμός των αποδοχών του τεχνικού, διοικητικού και λοιπού, πλην των δημοσιογράφων, προσωπικού, εξαρτάται από την κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού έκδοση της πιο πάνω Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως. Μέχρι να εκδοθεί η απόφαση αυτή, η διάταξη του άρθρου 22, κατά το μέρος που αναφέρεται στο τεχνικό, διοικητικό και λοιπό προσωπικό των επιχειρήσεων, στις οποίες έχει εκδοθεί άδεια ιδρύσεως, εγκαταστάσεως και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, είναι ανενεργός και μη εφαρμοστέα.
Έτσι, στους εν λόγω μισθωτούς οφείλεται ο συμβατικός μισθός και αν δεν προβλέπεται αυτός από τη σύμβαση, καταβάλλεται ο συνηθισμένος μισθός, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν προσδιορίζεται ο μισθός αυτός από άλλη κανονιστική ή νομοθετική διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση: Ο ενάγων - εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη - εκκαλούσα την 26-1-2001 για να εργασθεί ως αρχειοθέτης στον τηλεοπτικό σταθμό, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται η τελευταία με τον διακριτικό τίτλο "ΕΧΤRΑ CΗΑΝΝΕL" αρχικά και κατά την συζήτηση της αγωγής "ΕΧΤRΑ ΤV".
Το αντικείμενο της εργασίας του ενάγοντος συνίστατο στην αρχειοθέτηση του προγράμματος του τηλεοπτικού σταθμού, το οποίο ολόκληρο, φυλάσσεται σε βιντεοκασέτες και ψηφιακούς οπτικούς δίσκους. Αποδείχθηκε ακόμη ότι η εναγομένη για την λειτουργία του σταθμού αυτού έχει εμπροθέσμως υποβάλλει αίτηση στο Υπουργείο τύπου και Μ.Μ.Ε.
για χορήγηση άδειας ίδρυσης εγκατάσταση και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού Περιφερειακής εμβέλειας με κέντρο εκπομπής τον Υμηττό και Πάρνηθα Αττικής, εντός της γεωγραφικής περιοχής, που καλύπτεται από τον χάρτη 42 της υπ' αρ. 15587 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 7851/1-9-1997). Επομένως ο τηλεοπτικός σταθμός αυτός με τον διακριτικό τίτλο ΕΧΤRΑ TV θεωρείται ως νομίμως λειτουργών σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 2644/1988, όπως άλλωστε αυτό βεβαιώνεται στην με αριθ.
πρωτ. 6822/Ε της 12-3-2001 βεβαίωση του τμήματος Διοικητικής Εποπτείας της Δ/κηση Εποπτείας Μ.Μ.Ε. του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Αποδείχθηκε ακόμη ότι όταν προσλήφθηκε ο ενάγων από την εναγομένη ήταν έγγαμος πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων ... . Είχε ακόμη συμπληρώσει 24 1/2 ετών (22 ετών και 30 μηνών) προϋπηρεσία με συναφή ή ανάλογη υπαλληλική ιδιότητα ... .
Περαιτέρω σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας στο διάστημα της απασχόλησής του στην εναγομένη από 26/1/2001 μέχρι 31/12/2002, για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος εφαρμοστέες είναι οι συλλογικές συμβάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, αφού η εναγομένη διατηρεί και εκμεταλλεύεται σταθμό νομίμως λειτουργούντα.
Στο διάστημα από 1/2/2003 μέχρι 31/12/2003, η υπογραφείσα την 14/7/2003 και ισχύουσα ως προς το ύψος των αποδοχών από 1/1/2003 Σ.Σ.Ε. μεταξύ της Ε.Ι.Η.Ε.Α. (Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών) και της Ε.Π.Η.Ε. {Ένωση Προσωπικού (Συντακτών) Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών} επειδή ο ενάγων στην εναγομένη παρείχε δημοσιογραφική εργασία και βέβαια η εναγομένη και το έτος αυτό διατηρούσε τηλεοπτικό σταθμό νομίμως λειτουργούντα, κατά τα άνω.
Το ότι η εργασία που παρείχε στην εναγομένη, ο ενάγων, όπως αυτή περιγράφηκε στην αρχή της παρούσας ήταν δημοσιογραφική και ότι ο ενάγων ανήκε στο προσωπικό που εκτελούσε τέτοιου είδους εργασία και όχι στο τεχνικό ή διοικητικό προσωπικό προκύπτει και από το ότι το προσωπικό που εκτελεί καθήκοντα τεχνικού τηλεοπτικών σταθμών, όπως, αυτό απαριθμείται στις σχετικές ΣΣΕ εργασίας τεχνικών τηλεόρασης που καταρτίσθηκαν μεταξύ της "Ένωσης Περιφερειακών Καναλιών Ελλάδος" της "Τηλεόρασης Ελληνικής Περιφέρειας" και του "Συλλόγου Τεχνικών Τηλεόρασης Κρήτης" ή του "Συλλόγου Τεχνικών Τηλεόρασης Νοτιοδυτικής Ελλάδος" εκτελεί εργασία που έχει σχέση με την εικόνα της τηλεόρασης και όχι με το αρχείο του σταθμού.
Και βέβαια δεν ανήκει στο διοικητικό προσωπικό ο ασχολούμενος με την αρχειοθέτηση των κασετών υπάλληλος, όπως ο ενάγων. Τέλος στο διάστημα από 1/1/2004 μέχρι 28/2/2006 Σ.Σ.Ε. της "Ένωσης Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας (Ε.Ι.ΤΗ.Σ.Ε.Ε.) η οποία καταρτίσθηκε την 7/12/2004 ήτοι μετά την κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, ισχύ του Ν. 3166/2003.
Δεν έσφαλε συνεπώς η εκκαλουμένη που έκρινε τα αυτά και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους έφεσης και τον πρόσθετο λόγο έφεσης σύμφωνα με τα οποία η εφαρμογή του ανωτέρω ΣΣΕ σε τηλεοπτικούς σταθμούς περιφερειακής εμβέλειας, όπως αυτός που διατηρεί η ίδια είναι αντισυνταγματική και αντίθετη στην κοινοτική νομοθεσία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν σύμφωνα με όσα στην μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν ...".
Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η ήδη αναιρεσείουσα οφείλει στον αντίδικό της το ποσό των 30.661,02 ευρώ από μισθολογικές διαφορές, δέχθηκε εν μέρει την έφεση και επιδίκασε εντόκως στον αναιρεσίβλητο το ποσό αυτό.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη - αναιρεσείουσα την 26-1-2001 για να εργασθεί ως αρχειοθέτης στον τηλεοπτικό σταθμό της αναιρεσείουσας, με αντικείμενο της εργασίας του συνιστάμενο "στην αρχειοθέτηση του προγράμματος του τηλεοπτικού σταθμού, το οποίο ολόκληρο, φυλάσσεται σε βιντεοκασέτες και ψηφιακούς οπτικούς δίσκους", ακολούθως δέχεται ότι αυτός "παρείχε δημοσιογραφική εργασία" και το ότι η εργασία που παρείχε "ήταν δημοσιογραφική και ότι ο ενάγων ανήκε στο προσωπικό που εκτελούσε τέτοιου είδους εργασία και όχι στο τεχνικό ή διοικητικό προσωπικό προκύπτει και από το ότι το προσωπικό που εκτελεί καθήκοντα τεχνικού τηλεοπτικών σταθμών ...
εκτελεί εργασία που έχει σχέση με την εικόνα της τηλεόρασης και όχι με το αρχείο του σταθμού", ενώ ρητώς το Εφετείο δέχεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος "δεν ανήκει στο διοικητικό προσωπικό". Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, ο ενάγων στήριξε τις κατά της εναγομένης - αναιρεσίβλητης εταιρείας αξιώσεις του, όχι στην ιδιότητα αυτού ως δημοσιογράφου, αλλά στην ιδιότητα αυτού ως αρχειοθέτη και στις ΣΣΕ που καθορίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας του διοικητικού προσωπικού (βλ.
σελ. 2, 4 αγωγής). Το Πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο στήριξε τις κατά το διάστημα από 26/1/2001 έως 31-12-2002 αξιώσεις του ενάγοντος στην από 30-7-2001 ΣΣΕ της ΕΡΤ ΑΕ, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 της οποίας, στην Συλλογική αυτή Σύμβαση "υπάγεται το τακτικό και έκτακτο (πλην δημοσιογράφων, ιατρών και δικηγόρων) προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, που καλύπτεται από τα Πρωτοβάθμια σωματεία, τα οποία είναι μέλη της ΠΟΣΠΕΡΤ".
Την εφαρμογή της ίδιας ΣΣΕ δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι "από 26/1/2001 μέχρι 31/12/2002, για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος εφαρμοστέες είναι οι συλλογικές συμβάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ" και ότι "δεν έσφαλε συνεπώς η εκκαλουμένη που έκρινε τα αυτά".
Δηλαδή το Εφετείο, ενώ, χωρίς να προβληθεί από τον ενάγοντα σχετικός ισχυρισμός, δέχθηκε ότι ο ενάγων ασκούσε δημοσιογραφικά καθήκοντα, εφάρμοσε για το από 26/1/2001 μέχρι 31/12/2002 διάστημα, όχι τις ΣΣΕ που αφορούν τους εργαζόμενους στην ΕΡΤ δημοσιογράφους, αλλά τις ΣΣΕ που αφορούν το διοικητικό αυτής προσωπικό.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις αυτές ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, ως προς την ιδιότητα με την οποία παρείχε την εργασία του ο ενάγων και κατά το επόμενο διάστημα από 1/2/2003 και εξής, κατά το οποίο, κατά τα δεκτά γενόμενα στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3166/2003, "οι ασκούντες δημοσιογραφική εργασία, σε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, οι οποίοι έχουν προσωρινή άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 2644/1998, αμείβοντα σύμφωνα με τις αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που συνάπτει η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) με την ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Ι.Η.Ε.Α.), εντούτοις δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, αλλά, όλως αντιφατικώς (και αβασίμως για άλλους λόγους, όπως στη συνέχεια θα αναφερθεί), εφάρμοσε τις ΣΣΕ, που δεν αφορούν τους δημοσιογράφους της ΕΡΤ.
Ειδικότερα, για μεν το διάστημα από 1/2/2003 μέχρι 31/12/2003, εφάρμοσε "την υπογραφείσα την 14/7/2003 και ισχύουσα ως προς το ύψος των αποδοχών από 1/1/2003 ΣΣΕ μεταξύ της Ε.Ι.Η.Ε.Α. (Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών) και της Ε.Π.Η.Ε. {Ένωση Προσωπικού (Συντακτών) Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών} επειδή ο ενάγων στην εναγομένη παρείχε δημοσιογραφική εργασία ...", ισχυρισμό τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ουδόλως προέβαλε ο ενάγων, και "από 1/1/2004 μέχρι 28/2/2006 Σ.Σ.Ε.
της "Ένωσης Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας (Ε.Ι.ΤΗ.Σ.Ε.Ε.) προσωπικό της". Επομένως, οι πρώτος με στοιχ. 1α, i και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που προβάλλονται οι πιο πάνω αιτιάσεις είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ δεν στηρίζουν λόγους από το αρ. 559 αρ. 1 και 20 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο, εφαρμόζοντας τις ΣΣΕ που δεν αφορούν τους εργαζόμενους δημοσιογράφους στην ΕΡΤ, αλλά το τεχνικό, διοικητικό και λοιπό προσωπικό της, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3166/2003 δια της εσφαλμένης εφαρμογής της, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί πριν από την έκδοση της αναφερόμενης στη μείζονα σκέψη Υπουργικής αποφάσεως.
Επομένως και ο πρώτος με στοιχ. 1α, ii λόγος, από του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, μετά την παραδοχή ως βασίμων των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/12), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 232/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ