Legislator Case Law & Legislation
762/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim due to lack of sufficient factual grounds and legal basis.

Case Number 762/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's rejection of the defendants' abuse of right claim. The appellant argued that long-term possession since 1955 constituted an abuse of right, but the court found the alleged facts insufficient to prove this legal concept. Consequently, the court ruled that the lower court's decision was legally sound and the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) C.P.D.; Art. 578 C.P.D.: An appeal for direct violation of substantive law is inadmissible if the contested decision is substantively correct and the reasoning, while perhaps different, does not lack legal basis or create a legal interest for retrial.

Keywords

AI generated
abuse of right direct violation of substantive law insufficient factual grounds legal basis of decision appeal dismissal procedural law possession vs ownership

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) C.P.D.
Art. 578 C.P.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 762 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 762/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευριδίκη Λέρου.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χατζηϊωάννου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 314/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-9-2006 αίτησή του και με τους από 30-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως κα οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ` την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. (Α.Π. 163/2004) Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα "1.

Από τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα συνάγονται τα ακόλουθα: Επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση αγροτικών ακινήτων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για τη γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών (άρθρο 1), Μετά την απαλλοτρίωση και όσο διαρκεί η διαδικασία της αποκατάστασης το Δημόσιο γίνεται κύριο των αγροτικών ακινήτων κατά πρωτότυπο τρόπο, παραδίδει δε τούτο τα ακίνητα στον αρμόδιο φορέα (ΣΑΑΚ ή ΕΑΠ) προς διαχείριση, που συνήθως περιλαμβάνει το στάδιο της προσωρινής διανομής (άρθρο 91) και το στάδιο της οριστικής διανομής (άρθρο 93) και, τέλος, αυτά τα ακίνητα, που έχουν προσλάβει τη μορφή κλήρων, τα παραχωρεί στους αποκαθιστάμενους.

Καθένας απ' αυτούς, αποκαλούμενος και κληρούχος, αποκτά την κυριότητα του κλήρου κατ' αρχήν με τη μεταγραφή του οικείου παραχωρητηρίου (άρθρο 193), την αποκτά δε και αυτός· κατά τρόπο πρωτότυπο, ενώ, αν ως στις· 23.5.1968, οπότε άρχισε να ισχύει ο Α.Ν. 431/1968, ο αποκαθιστάμενος, έστω και ύστερα από προσωρινή μόνο διανομή, έχει εγκατασταθεί στον κλήρο, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου καλόπιστος νομέας του κλήρου από την εγκατάσταση και εφεξής ως τις 23.5.1968, αυτό δε το πλάσμα ισχύει και υπέρ του καθολικού διάδοχου του κληρούχου και αυτή η πλασματική κατάσταση, αφενός παρέχει στον κληρούχο και τον καθολικό του διάδοχο την προστασία από τις διατάξεις περί νομής και αφετέρου αποκλείει την κτήση κυριότητας επί του κλήρου με χρησικτησία κατ' άρθρο 79 Αγροτικού Κώδικα σε συνδ.

με άρθρα 1, 2 Α.Ν. 431/1968 (ΑΠ 93/1998 οπ. παρ.). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041 επ. ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αποτελεί ένσταση μεν αν η αγωγή στηρίζεται σε άλλο, παράγωγο ενδεχομένως, τρόπο κτήσεως της κυριότητας, ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα προτεινόμενα περιστατικά, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, αιτιολογημένη άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του "πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, από την υπ' αρ. .... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος ως πραγματογνώμονας ...., δασολόγου με τα παραπάνω πρακτικά, ....αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Με το υπ' αριθ. ..... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μαρίας Παναγιωτίδου-Ζεβίδου, που νόμιμα μεταγράφηκε (τομ. ..., αρ. ... βιβλίου μεταγραφών υποθηκοφυλακείου Κατερίνης) οι ενάγουσες - εφεσίβλητες απέκτησαν τη συγκυριότητα καθεμία κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου του επίδικου αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Λιτόχωρου και του Δημοτικού Διαμερίσματος ......

του Δήμου Ανατολικού Ολύμπου Πιερίας Ν. Κατερίνης στη περιοχή "...." και στη θέση "...." εμφαινόμενο με τα τοπογραφικά στοιχεία .... στο τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Κατερίνης ...., που συνοδεύει το παραπάνω συμβόλαιο, συνορεύει δε βόρεια με έκταση αγρού κληρονόμων ....., βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Σ.Α.Α.Κ κατεχόμενη υπό του Γ1, δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας αγοραστών εκ Χ1 και με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ2, νότια με ιδιοκτησία των ιδίων εναγουσών και ανατολικά με παραθαλάσσια έκταση συνολικής επιφανείας 57.202 τ.μ., με αγορά από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος".

Στην παραπάνω δικαιοπάροχο των εναγουσών - εφεσιβλήτων περιήλθε το πιο πάνω ακίνητο δυνάμει της υπ' αρ. ..... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κων/νου Συλλόπουλου και της υπ' αρ. .......... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του ιδίου συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκαν αρμοδίως (τομ. ..., αρ. ...), ως υπερθεματίστριας διενεργηθέντος δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού με επίσπευση της ιδίας κατά της οφειλέτριας της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Όλυμπος Μακεδονία Τουριστική Ανώνυμη Εταιρεία", πρώην "Οπουντία Λοκρίς Ξενοδοχειακή Ανώνυμος Εταιρεία", στην οποία είχε περιέλθει το ανωτέρω ακίνητο με αγορά από τον εδρεύοντα στη .......

Γεωργικό Συνεταιρισμό Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) .... - .... δυνάμει του υπ' αρ. ...... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αδριανού Λέζου, που νόμιμα μεταγράφηκε αρμοδίως (τομ. .., αρ. ...). Στον πιο πάνω ΣΑΑΚ .... είχε περιέλθει το παραπάνω ακίνητο δυνάμει του υπ' αρ. ....... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κατερίνης Ξενοφώντος Συλλόπουλου, που νόμιμα μεταγράφηκε αρμοδίως (τομ.., αρ. ...) από αγορά από την Ιερά Μονή ....., στην οποία είχε περιέλθει ως τμήμα μείζονος ελώδους και υδατοσκεπούς εκτάσεως συνολικού εμβαδού 647.450 τ.μ.

δυνάμει της υπ' αρ. ..... απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης, αφού ακολούθως διαχωρίσθηκε προσωρινά με το από .... πρωτόκολλο προσωρινού διαχωρισμού του αγροκτήματος "......" του προϊσταμένου της Γεωργικής Περιφέρειας Πιερίας και στη συνέχεια με το από ..... πρωτόκολλο οριστικού διαχωρισμού εκείνου υπέρ αυτής της Επιτροπής του άρθρου 79 του Αγροτικού Νόμου.

Ο εκκαλών - α' εναγόμενος Χ1 το 1984 κατέλαβε και κατείχε έως την άσκηση της ένδικης από 28.7.2001 αγωγής τμήμα του παραπάνω αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στο δυτικό άκρο του συνολικού εμβαδού 2.510 τ.μ. οριζόμενο με τα τοπογραφικά στοιχεία του πιο πάνω διαγράμματος ..... κα ι συνορεύει βορειανατολικά σε πλευρά Ν3-Ν2 μήκους 16., 85 μ., Ν2-Ν14 μήκους 11,05 μ.

με υπόλοιπο τμήμα του πιο πάνω αγροτεμαχίου, που κατέχει ο εκκαλών -β' εναγόμενος Χ2, βόρεια σε πλευρά Ν14-Ν13 μήκους 13,27 μ. με υπόλοιπο τμήμα του ανωτέρω αγροτεμαχίου που κατέχεται από τον ίδιο (Χ2), ανατολικά σε πλευρά Ν13-Ν29 μήκους 48,78 μ. και Ν29-Ν28 μήκους 22,98 μ. με υπόλοιπο τμήμα του παραπάνω αγροτεμαχίου, νότια σε πλευρές Ν28-Ν30 μήκους 14,35 μ., Ν30-Ν31 μήκους 12,20 μ.

και Ν31-Ν36 μήκους 10,18μ. με το υπ' αρ. .... αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας των εναγουσών -εφεσίβλητων, δυτικά σε πλευρά Ν36-Ν35 μήκους 81,05 μ. και Ν35-Ν3 μήκους 8,70 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας αγοραστών από τον εκκαλούντα - α' εναγόμενο Χ1. Το ίδιο έτος, 1984, ο εκκαλών - β' εναγόμενος Χ2 κατέλαβε και κατείχε έως την άσκηση της ένδικης από 28.7.2001 αγωγής τμήμα του παραπάνω αγροτεμαχίου των εναγουσών εφεσίβλητων, που βρίσκεται στο δυτικό άκρο του συνολικού εμβαδού 3.318 τ.

μ. οριζόμενο με τα τοπογραφικά στοιχεία του πιο πάνω διαγράμματος ...... και συνορεύει γύρω του βόρεια σε πλευρές Ν6-Ν15 μήκους 26μ., Ν15-Ν7 μήκους 10,85 μ. και Ν16-Ν17 μήκους 8,90 μ. με ιδιοκτησία του ιδίου και

με αγροτικό δρόμο Ορ 152-Ν4 μήκους10,04 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας του ιδίου, ανατολικά

σε πλευρά Ν17-Ν18 μήκους 25,64 μ.,Ν 18-19, μήκους 8,75 μ, Ν97-Ν10 μήκους 2,10 μ., Ν10-Ν11 μήκους 41 μ., Ν11-Ν12 μήκους 30,20 μ. με υπόλοιπο τμήμα του παραπάνω αγροτεμαχίου, νότια σε πλευρές Ν12-Ν13 μήκους 4,63 μ., Ν13-Ν14 μήκους 13,27 μ. με υπόλοιπο τμήμα του ανωτέρω αγροτεμαχίου που κατέχεται από τον εκκαλούντα - α' εναγόμενο Χ1, νοτιοδυτικά σε πλευρές Ν14-Ν2 μήκους 11,05 μ., Ν2-Ν3 μήκους 16,85μ.

με υπόλοιπο τμήμα του πιο πάνω αγροτεμαχίου που κατέχεται ομοίως από τον παραπάνω, δυτικά σε πλευρά Ν3-Ορ152 μήκους· 26,75 μ. και Ν5-Ν6 μήκους 34 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας του προαναφερθέντος εκκαλούντος - β' εναγομένου (Χ2), βορειοδυτικά σε πλευρά Ν4-Ν5 μήκους 15μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας· του ιδίου, εντός δε της ανωτέρω καταληφθείσας έκτασης ο τελευταίος είχε ανεγείρει από το 1984 μικρή οικία με πλυσταριό και έχει φυτέψει έκτοτε οπωροφόρα δένδρα.

Με βάση τα παραπάνω και ενόψει των υπό στοιχείο 1 προεκτεθέντων οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων για κυριότητα τους επί των επιδίκων τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση και της νομής δικαιοπαρόχων τους και ειδικότερα α) ο μεν εκκαλών Χ1 από την άτυπη αγορά του από τον πατέρα του .... τη 15. 9.1955, στον οποίο είχε περιέλθει την 22.1.1934 με άτυπη αγορά από το ...., που το νεμόταν από το 1884, β) ο δε εκκαλών Χ2 από την άτυπη αγορά 2.200 τ.μ.

του από τον πατέρα του Γ1 την 24.12.1957, στον οποίο είχε περιέλθει, μεταξύ άλλων, και το επίδικο τμήμα την 23.1.1926 με άτυπη αγορά από το ......, που το νεμόταν από το 1884, για μεν το μέχρι την 23.5.1968 διάστημα είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, αφού δεν επιτρεπόταν έως τότε χρησικτησία επί κληροτεμαχίων, μέρος των οποίων ήταν τα επίδικα τμήματα, για δε το έκτοτε (23.5.1968) έως την έγερση της ένδικης από 28.7.2001 αγωγής διάστημα ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού προέκυψε ότι οι εκκαλούντες άρχισαν να κατέχουν και να νέμονται αυτά από το 1984 και μετά και συνεπώς δεν συμπληρώθηκε έκτοτε απαιτούμενος κατ' άρθρο 1045 ΑΚ χρόνος· (εικοσαετία) για την έκτακτη επ' αυτών χρησικτησία.

Επομένως η εκκαλουμένη δεν έσφαλε απορρίπτοντας, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται κατά το σημείο αυτό (άρθρο 534 ΚΠολΔ),τους σχετικούς ισχυρισμούς των εκκαλούντων- εναγομένων..". Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της επί των διατάξεων της εκτάκτου χρησικτησίας ερειδόμενης ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων και την παραδοχή της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, κατ` επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 επ., 79, 91, 93 193 του Αγροτικού Κώδικα, 2 του Α.Ν 431/1968, 974, 1045,1046 και 1051 του ΑΚ, που εφάρμοσε και επομένως οι περί αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου λόγου του κυρίως δικογράφου, όπως συμπληρώθηκε με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίες στηρίζονται στο άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Επίσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και οι αιτιάσεις της αναιρέσεως, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, γιατί με τις πιο πάνω αιτιολογίες το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του αυτή νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης και τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων του Αγροτικού Κώδικα, ως και του ΑΚ, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος συγκυριότητας των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων, ενώ τα πραγματικά επιχειρήματα που επικαλείται ο αναιρεσείων διάσπαρτα με την αίτησή του, εφόσον αναφέρονται σε ελλείψεις κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.

II). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχ. ζ του πρώτο λόγου της αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθ' όσον τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής καθ' εαυτά είναι ικανά να αποδείξουν την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος επί της επιδίκου εκτάσεως....

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τον αριθ. 1εδ.β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδομένη με αυτούς αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων. III). Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην άσκηση δικαιώματος που πηγάζει από τις δημοσίας τάξεως διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολομ.

ΑΠ 17/1995). Ειδικότερα στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν επί πλέον και περιστατικά που ανάγονται στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.

Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990, ΑΠ.163/2004). Εξ' άλλου, αυτός που αποκτά παραγώγως την κυριότητα ενός πράγματος, αναδέχεται το δικαίωμα στην κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως, άρα και με το βάρος των ενστάσεων που θα μπορούσαν να προβληθούν κατ' αυτού. Επομένως, η εκ του άρθρου 281 Α.Κ. ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του μεταβιβασθέντος δικαιώματος προβάλλεται αποτελεσματικά κατά του αγοραστού, και όταν στηρίζεται σε γεγονότα που έχουν σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου του (Α.Π. 427/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος, ως και του συνεναχθέντος μετ' αυτού εναγομένου -εκκαλούντος (Χ2) για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών, ως μη νόμιμη, διότι " υπό τα όμματα των δικαιοπαρόχων τους, ο μεν πρώτος (Χ1) από το έτος 1955 καλλιεργούσε, όργωνε και σκάλιζε, μεταξύ άλλων, και το επίδικο τμήμα που κατείχε, φυτεύοντας το 1971 ελαιόδενδρα, συκιές και κουκουναριές, ο δε δεύτερος (Χ2) το 1973 περιέφραξε τον οπωρώνα του, εντός του οποίου είναι και το επίδικο τμήμα που κατείχε, φυτεύοντας το 1976 και το 1979 οπωροφόρα και καλλωπιστικά δένδρα (συκιές, μηλιές, αχλαδιές, τριανταφυλλιές κλπ), κατασκευάζοντας το 1976 ορνιθώνα, το 1979 οικία, το 1980 αποθήκη και το 1990 φούρνο με ψησταριά, διαμορφώνοντας δε το γύρω χώρο με δαπάνες του, χωρίς ποτέ αυτοί (δικαιοπάροχοι) να διαμαρτυρηθούν, παρά μόνον οι ίδιες εφεσίβλητες - ενάγουσες το 1997, είναι μη νόμιμη κατά τα προεκτεθέντα, εφόσον τα περιστατικά αδράνειας αναφέρονται αποκλειστικά στους δικαιοπαρόχους των τελευταίων και όχι σ' αυτές, ενώ επί πλέον εκτίθεται ότι οι ίδιες (εφεσίβλητες - ενάγουσες) διαμαρτυρήθηκαν το 1997, δηλαδή αμέσως μετά την απόκτηση εκ μέρους τους της συγκυριότητας του παραπάνω αγροτεμαχίου".

Με τον με στοιχ. α των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση, κατά το άρθρο 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ, για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η προβληθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, για το λόγο ότι ο ίδιος από το έτος 1955 και μέχρι της εγέρσεως της αγωγής ασκούσε επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις ως κύριος (καλλιέργειες, περιφράξεις, άνοιγμα φρεατίων και εγκατάσταση αντλιών, δενδροφυτεύσεις κ.λ.π.), δαπανώντας για το σκοπό αυτό, κατά τα αναφερόμενα στις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως 5.000.000 δρχ, υπό τα όμματα των αντιδίκων, ως και των δικαιοπαρόχων τους.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση καταχρήσεως δεν είναι νόμιμη, διότι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καθιστούν, και αληθή υποτιθέμενα, καταχρηστική την άσκηση του επίδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, καθ' όσον τα επικαλούμενα, πέρα του ότι διέδραμε μεγάλος χρόνος, πραγματικά περιστατικά, μαρτυρούν κατάληψη τμημάτων του κλήρου, εκμετάλλευση των τμημάτων αυτών με ελιές με άλλα οπωροφόρα δένδρα και κηπευτικά, με χαμηλές δαπάνες, που είναι μικρότερες και των κατ' έτος ενοικίων που καταβάλλονται για εκμετάλλευση παρομοίων αγρών, χωρίς να επέλθει προφανής εκ των περιστατικών αυτών ουσιώδης μεταβολή των κατειλημμένων τμημάτων και διαμόρφωση νέας καταστάσεως, τέτοιας που η ανατροπή της να έχει δυσβάστακτα αποτελέσματα για τον εναγόμενο κάτοχο, πέραν δηλαδή των συνηθισμένων που έχουν οι λύσεις, συμβάσεως μακροχρόνου μισθώσεως προς εκμετάλλευση ακινήτων.

Άλλωστε, και ανεξάρτητα από αυτά, ο εναγόμενος δεν εκθέτει τα περιστατικά εκείνα από τα οποία δημιουργήθηκε σ' αυτόν η πεποίθηση ότι οι αναιρεσίβλητες ή οι δικαιοπάροχοί τους δεν θα διεκδικούσαν ποτέ το επίδικο ή ακόμη ότι κατά τον διαδραμόντα χρόνο της κατοχής του έδωσαν με ενέργειες του, εκτός ενδεχομένως της αδράνειας και ανοχής, την εντύπωση ότι απαλλοτριώνουν υπέρ αυτού τα ιδιοκτησιακά δικαίωματά τους επί του επιδίκου.

Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση με το να δεχθεί, έστω και με διαφορετική από την παραπάνω αιτιολογία ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος έπρεπε να απορριφθεί, ως μη δυναμένη να προβληθεί κατά του αγοραστού του μεταβιβασθέντος δικαιώματος, είναι, όσο αφορά το διατακτικό της, ορθή. Γι' αυτό πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ, να απορριφθεί ο με στοιχ. α λόγος αναιρέσεως των προσθέτων λόγων από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το οποίο όμως στηρίζει ορθό διατακτικό, χωρίς συγχρόνως να υπάρχει έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αιτιολογία της για την αποτροπή δεδικασμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, ως και οι από 30.11.2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.9.2006 αίτηση, ως και τους από 30.11.2006 προσθέτους λόγους αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεση της 314/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ