Legislator Case Law & Legislation
762/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing facts and inadmissible proportionality arguments.

Case Number 762/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a traffic accident compensation case. The appellants argued for a higher award based on moral damages and the defendant's financial situation, claiming procedural flaws and a violation of the principle of proportionality. The court rejected these claims because the lower court's reasoning was clear, the proportionality argument was legally inadmissible in this context, and the missing factual details did not constitute a ground for annulment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 C.Pol.D.; Art. 25 para. 1 Constitution: The principle of proportionality cannot be directly applied by courts in specific cases; it is only relevant for reviewing the constitutionality of laws restricting rights, and appeals based on missing factual clarity or inadmissible proportionality arguments are rejected.

Keywords

AI generated
principle of proportionality traffic accident compensation moral damages assessment procedural annulment grounds factual clarity requirement inadmissible appeal arguments financial situation relevance

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 C.Pol.D.
Art. 25 para. 1 Constitution
Art. 559 no. 8 C.Pol.D.
Art. 559 no. 14 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 762 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 762/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... και 2. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (Ο.Α.Σ.Θ.)", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Καραλή.

Του αναιρεσίβλητου: ....,ως δικαστικού συμπαραστάτη του X1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μπορδόκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 5112/11-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10755/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 758/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Μαΐου 2005 αίτησή τους και τους από 31 Αυγούστου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 15 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται και όταν δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

Ο λόγος, επομένως, δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται με σαφήνεια. Εξάλλου, λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι πλήττουν το έρεισμα της αποφάσεως, που στηρίζει το διατακτικό της, το οποίο όμως στηρίζεται και σε άλλη αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς, είναι αλυσιτελείς κι' επομένως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.

Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 14-2-2000 και ώρα 23.00 περίπου ο X1 , μαζί με το φίλο του .... βρισκόμενος πεζός αρχικά στο πεζοδρόμιο της οδού ..... , ξεκίνησε να διασχίσει κάθετα την ως άνω οδό από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία των κινούμενων σ' αυτή αυτοκινήτων με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης.

Αφού ήλεγξε την κίνηση των αυτοκινήτων στο ρεύμα της οδού αυτής προς το κέντρο της πόλης, διήνυσε, μαζί με τον παραπάνω φίλο του, το ήμισυ του οδοστρώματος αυτής, η οποία, σημειωτέον, έχει πλάτος 14 μέτρα, δύο ρεύματα κυκλοφορίας και στο μέσο διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή και σταμάτησε στην παραπάνω διαχωριστική γραμμή, για να προβεί σε νέο έλεγχο της κίνησης των αυτοκινήτων στο ρεύμα με κατεύθυνση προς έξοδο της πόλεως, προκειμένου τόσο αυτός όσο και ο παραπάνω φίλος του, να περάσουν στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Κατά τον ίδιο χρόνο κινούνταν στο ρεύμα της οδού ..... με κατεύθυνση προς κέντρο πόλεως ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... λεωφορείο του δεύτερου εναγομένου Ο.Α.Σ.Θ., από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγησή του, με μικρή ταχύτητα, δεδομένου ότι πλησίαζε σε στάση.... χωρίς, όμως, να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του και χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (βράδυ, ιδιαίτερα πυκνή κυκλοφορία πεζών λόγω των πολλών καταστημάτων αναψυχής επί της οδού αυτής και της ώρας αιχμής για την κίνηση αυτή, ολισθηρό οδόστρωμα λόγω βροχής), με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τους βρισκόμενους στη διαχωριστική γραμμή παραπάνω πεζούς και, κινούμενος επ' αυτής, ενδεχομένως για να αποφύγει σταθμευμένα αυτοκίνητα στα δεξιά του, να τους χτυπήσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του παραπάνω λεωφορείου και να τους εκτινάξει, με αποτέλεσμα την πτώση τους στο οδόστρωμα και τον τραυματισμό τους και, ιδίως, τον σοβαρότατο τραυματισμό του X1 ο οποίος ήταν ο πρώτος που συνάντησε κατά την πορεία του το λεωφορείο.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω, X1 , είχε αντιληφθεί το λεωφορείο του Ο.Α.Σ.Θ. πριν ξεκινήσει να διασχίζει το οδόστρωμα, να βρίσκεται σε απόσταση 100 και πλέον περίπου μέτρων απ' αυτούς και να κινείται με μικρή ταχύτητα. Για το λόγο αυτό, πεπεισμένος ότι δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο, διέσχισε, όπως προελέχθη, το ήμισυ του οδοστρώματος, σε σημείο όπου δεν υπάρχει διάβαση πεζών, και σταμάτησε επί της διαχωριστικής γραμμής.

Σημειωτέον, ότι επί της ως άνω οδού υπάρχουν διαβάσεις πεζών, καθώς και φωτεινοί σηματοδότες για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας τους, πλην όμως, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο ο μάρτυρας του ενάγοντος, σε απόσταση σχετικά μεγάλη από το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο παραπάνω παθών. Από όλα τα παραπάνω, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο του παθόντος πεζού X1 όσο και του πρώτου εναγομένου-οδηγού, το οποίο προσδιορίζεται αριθμητικά για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, ανάλογα με το βαθμό της συμβολής εκάστου στο επελθόν αποτέλεσμα (γενομένης μερικά δεκτής, ως βάσιμης και στην ουσία της, της προδιαλαμβανομένης ένστασης των εναγομένων), σε ποσοστό 20% για τον πεζό, X1 και σε ποσοστό 80% για τον πρώτο εναγόμενο, καθόσον και οι δύο δεν προείδαν το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που, με αντικειμενική κρίση, μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, τόσο ο μέσος, συνετός άνθρωπος, που κινείται πεζός όσο και ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός αυτοκινήτου....

με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, την οποία, τέλος (επιμέλεια και προσοχή), αν επιδείκνυαν, θα μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν αμφότεροι το επίδικο ατύχημα. Ειδικότερα, η αμέλεια του X1 συνίσταται στο ότι, κατά παράβαση ουσιωδών κανόνων της οδικής συμπεριφοράς των πεζών και συγκεκριμένα, αυτών που θεσπίζουν οι διατάξεις του άρθρου 38 παρ.4 του ΚΟΚ, δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις, δεδομένου ότι επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα κεντρικής οδού σε σημείο που δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών ή φωτεινοί σηματοδότες, μη λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη του, ως όφειλε, τον κίνδυνο από την παραμονή του επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής σε οδό με αυξημένη κίνηση και στα δύο ρεύματα πορείας της, στην οποία παρέμεινε απερίσκεπτα, ενώ μπορούσε και όφειλε να διασχίσει την ως άνω οδό από τις υπάρχουσες σ' αυτή διαβάσεις, στις οποίες υπάρχουν και φωτεινοί σηματοδότες με ένδειξη για τους πεζούς.

Η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι αυτός, κατά παράβαση των κανόνων οδικής συμπεριφοράς και, ειδικότερα, αυτών των άρθρων 5,12, 19 παρ.1, 2 , 3 ΚΟΚ., αν και επαγγελματίας οδηγός αστικών λεωφορείων, δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει ο μέσος συνετός οδηγός, αφού, κινούμενος σε οδό με πολύ μεγάλη κυκλοφορία πεζών, το οδόστρωμα της οποίας ήταν ολισθηρό συνεπεία βροχής, στην οποία, μάλιστα, είναι συνηθισμένο οι πεζοί να διασχίζουν το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων, γεγονός γνωστό σ' αυτόν λόγω των καθημερινών δρομολογίων του επί της οδού αυτής, και, μάλιστα, ενώ ήταν βράδυ και ώρα αιχμής λόγω των νυκτερινών καταστημάτων διασκέδασης της οδού αυτής, δεν αντιλήφθηκε τους βρισκόμενους επί της διαχωριστικής γραμμής πεζούς και, ειδικά, τον X1 ο οποίος ήταν ο πρώτος στην πορεία του λεωφορείου και, παρεκκλίνοντας από την πορεία του, κινήθηκε με το λεωφορείο του επί της γραμμής αυτής, άλλως δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον ως άνω πεζό και δεν άσκησε πλήρη έλεγχο του οχήματός του, με αποτέλεσμα να μην τροχοπεδήσει (δεν βρέθηκαν τέτοια ίχνη) ούτε να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό, ούτε να μειώσει την ταχύτητά του ακόμα περισσότερο, σύμφωνα με τις περιστάσεις, με αποτέλεσμα να χτυπήσει τον παραπάνω πεζό με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του λεωφορείου".

Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κύριου αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων, κατά το τρίτο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς την κύρια αιτιολογία της για τη γενόμενη από αυτή δεκτή υπαιτιότητα του πρώτου από αυτούς ως οδηγού του παρασύραντος τον αναιρεσίβλητο λεωφορείου, διότι, ενώ δέχεται ότι το λεωφορείο αυτό έβαινε, κατά το χρόνο του ατυχήματος, με μικρή ταχύτητα, δεδομένου ότι πλησίαζε σε στάση, στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται, ότι ο ως άνω αναιρεσείων, δεν αντιλήφθηκε τον ευρισκόμενο στη διαχωριστική του οδοστρώματος γραμμή πεζό αναιρεσίβλητο και κινήθηκε με το λεωφορείο επί της γραμμής αυτής και τον παρέσυρε, ενώ, εφόσον εκινείτο με μικρή ταχύτητα, δεν ήταν δυνατό να μην αντιληφθεί τον πεζό αυτόν.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού η κίνηση του λεωφορείου με μικρή ταχύτητα δεν αποκλείει, κατά λογική αναγκαιότητα, το ότι ο οδηγός του αναιρεσείοντος δεν αντιλήφθηκε τον εν λόγω πεζό, ενόψει μάλιστα του ότι το Εφετείο δέχεται τη συνδρομή άλλων υπαίτιων παραλείψεων του τελευταίου, που συνετέλεσαν στο να μην αντιληφθεί τον πεζό.

Εξάλλου, με τους ίδιους λόγους, κατά το δεύτερο μέρος τους, από την ίδια αναιρετική πλημμέλεια αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι έχει ενδοιαστική αιτιολογία ως προς το αίτιο, που οδήγησε τον οδηγό του λεωφορείου πρώτο αναιρεσείοντα στο να παρεκκλίνει της πορείας του και να κινηθεί επί της διαχωριστικής του οδοστρώματος γραμμής, δεχόμενη ότι προέβη στην κίνηση αυτή "...ενδεχομένως για να αποφύγει σταθμευμένα αυτοκίνητα στα δεξιά του...".

Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, διότι αφορά στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος περί κινήσεως του λεωφορείου επί της διαχωριστικής των δύο κατευθύνσεων της οδού γραμμής, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια. Περαιτέρω, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος τους, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια άνω αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το αυτό ως άνω ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του λεωφορείου αναιρεσείοντος, που τις προσδιορίζουν.

Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, αλυσιτελείς, διότι οι επικαλούμενες αυτές αιτιάσεις πλήττουν την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλομένης όσον αφορά τη στηρίζουσα την υπαιτιότητα του ως άνω αναιρεσείοντος αμελή συμπεριφορά του, που συνίσταται στο ότι εξαιτίας των καθοριζομένων υπαίτιων παραλείψεών του δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον πεζό αναιρεσίβλητο και έτσι δεν μπόρεσε να ενεργήσει τις προσδιοριζόμενες αποτρεπτικές της παρασύρσεως αυτού ενέργειες, ενώ δεν πλήττεται αποτελεσματικώς η κύρια αιτιολογία, που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό και η οποία συνίσταται στο ότι εξαιτίας των καθοριζομένων υπαίτιων παραλείψεών του ο ανωτέρω αναιρεσείων δεν αντιλήφθηκε καθόλου τους πεζούς και, κινούμενος επί του σημείου, που αυτοί ευρίσκονταν, τους παρέσυρε.

Έτσι, πρέπει οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως ν' απορριφθούν.

ΙΙ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ΄ ουσίαν, εφόσον από την απόφαση προκύπτει αναμφίβολα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων προσάπτεται στο Εφετείο η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι, προκειμένου, να προσδιορίσει τα εισοδήματα, που ο αναιρεσίβλητος απώλεσε εξαιτίας της ανικανότητάς του για εργασία λόγω του τραυματισμού του κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, δεν έλαβε υπόψη την υπ΄ αριθμ. ..... 21.11.2003 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.

Καλαμαριάς, την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη των σχετικών με το άνω ζήτημα ισχυρισμών τους περί των δηλωθέντων από τον αναιρεσίβλητο εισοδημάτων του κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την διαλαμβανόμενη στην πληττόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του για το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, εκτός από τα άλλα κατονομαζόμενα αποδεικτικά μέσα, και "το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που προσκομίζουν νομίμως και επικαλούνται οι διάδικοι...ορισμένα δε εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω χωρίς όμως να αγνοείται η αποδεικτική αξία και των λοιπών για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς...", σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως και αυτή που αναφέρεται στην απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων, το οποίο υπέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο της εφέσεώς τους, περί επιδείξεως των φορολογικών δηλώσεων του αναιρεσιβλήτου για τα έτη 1995-1999, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την προαναφερόμενη βεβαίωση της ΔΟΥ.

ΙΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα"¨κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν ουσιώδεις ισχυρισμούς. Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει τα απολεσθέντα, εισοδήματα του αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, για τα οποία ο τελευταίος ζήτησε ισόποση αποζημίωση με την αγωγή του, συνυπολόγισε, για τον προσδιορισμό του προ του ατυχήματος εισοδήματός του, και όσα αυτός κέρδιζε από τη συμμετοχή του στην ανώνυμη τεχνική εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΝΟΥΣ ΑΕ" και σε κοινοπραξίες, που αναλάμβαναν την εκτέλεση δημόσιων έργων, χωρίς ο αναιρεσίβλητος να έχει επικαλεστεί με την αγωγή του και αυτές τις πηγές εισοδήματος και αγνοώντας σχετικό παράπονο, που οι αναιρεσείοντες με λόγο της εφέσεώς τους κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε υποπέσει στο ίδιο σφάλμα, είχαν προβάλει.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, σε αυτή ρητώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο, ως πολιτικός μηχανικός, είχε αναπτύξει μεγάλη επαγγελματική δραστηριότητα, αναλαμβάνοντας περισσότερα και πιο σημαντικά δημόσια και ιδιωτικά έργα, προκειμένου δε να αυξηθεί η αποδοτικότητα της επιχειρήσεώς του αυτής, είχε συστήσει και μία ανώνυμη εταιρία και ότι κατά το έτος 2000 είχε αναλάβει την εκτέλεση δημοτικών έργων, συνεργαζόμενος με κοινοπραξία, τα δε επιπλέον περιστατικά, που το Εφετείο δέχθηκε αναφορικώς με τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία αλλά ειδικότερους προσδιορισμούς των εν λόγων ισχυρισμών, που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής, τους οποίους το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ως προκύπτοντες από τις αποδείξεις, για τον καθορισμό της αξιουμένης απαιτήσεως.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον γενόμενο καθορισμό της ως άνω αποθετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου, διότι, αν και δέχεται ότι αυτός από κάποια έργα, που είχε αναλάβει να εκτελέσει πριν από το ατύχημα και που δεν ολοκλήρωσε λόγω του τραυματισμού του, εισέπραξε μέρος των κερδών του από τα έργα αυτά, στη συνέχεια, αντιφάσκοντας προς την παραδοχή αυτή, δεν αφαιρεί τα έσοδα του αυτά από τα απολεσθέντα κέρδη, που του επιδίκασε ως αποζημίωση.

Και ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς εκτιμώμενο το νοηματικό της περιεχόμενο, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε πως ο αναιρεσίβλητος είχε έσοδα από την εξακολούθηση της εκτελέσεως των πιο πάνω έργων και κατά το μετά το ατύχημα χρονικό διάστημα, και ειδικότερα κατά το από 1-3-2000 και εντεύθεν χρονικό διάστημα για το οποίο επιδίκασε αποζημίωση για αποθετική ζημία.

IV. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 288, 298, 914, 929, 930 παρ.3 του ΑΚ προκύπτει, ότι ο ευθυνόμενος σε αποζημίωση λόγω σωματικής βλάβης άλλου μπορεί κατά της αξιώσεως του τελευταίου, εξαιτίας της στερήσεως εισοδημάτων από την εργασία του, να αντιτάξει την ένσταση καταλογισμού οφέλους, που προέκυψε τυχόν για τον παθόντα από το ίδιο το ζημιογόνο γεγονός.

Για να είναι όμως νόμιμη η ένσταση αυτή θα πρέπει: α) Να υπάρχει μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του οφέλους αιτιώδης σύνδεσμος, να ήταν δηλαδή το γεγονός αυτό πρόσφορο να παραγάγει το όφελος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η προϋπόθεση αυτή εκλείπει, όταν η ωφέλεια οφείλεται σε εξαιρετική και ελεύθερη δραστηριότητα αυτού τούτου του ζημιωθέντος, κείμενη έξω της συνήθους πορείας των πραγμάτων.

Και β) ο καταλογισμός του οφέλους να μην αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν στοιχείο της βάσεως της ενστάσεως καταλογισμού του οφέλους και όχι στοιχείο αντενστάσεως, προβλητέας από τον ζημιωθέντα. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, δεν είναι νόμιμος, διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α΄ του ίδιου άνω Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα εν σχέσει προς την αποθετική ζημία του αναιρεσιβλήτου: "Εξαιτίας του ως άνω ατυχήματος ο X1 υπέστη σοβαρότατο τραυματισμό και μεταφέρθηκε αμέσως στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Παπανικολάου, όπου, λόγω διέγερσης, κατεστάλη και διασωληνώθηκε, λόγω όμως επιδείνωσης της κατάστασης του υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία και εισήχθη στο χειρουργείο, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη ενδοεγκεφαλική αιμορραγία και έντονο οίδημα εγκεφάλου.

Μετά την ως άνω χειρουργική επέμβαση διεκομίσθη διασωληνωμένος στη Μονάδα Αναπνευστικής Ανεπάρκειας σε καταστολή και, σε νέα αξονική τομογραφία, στις 18-2-2000, διαπιστώθηκε επιδείνωση της κατάστασης του σε σχέση με την προηγούμενη αξονική τομογραφία και, ειδικότερα, βρέθηκαν αύξηση του αιματώματος, επί πλέον ισχαιμικά έμφρακτα αμφωμετωπιαία και επισκληρίδιο αιμάτωμα.

Ακολούθως ο παθών εμφάνισε υψηλό πυρετό και του έγινε τραχειοστομία και νοσηλεύτηκε στη Νευροχειρουργική κλινική έως τις 15-3-2000, οπότε εξήλθε από το παραπάνω Νοσοκομείο με νευρολογικά υπολείμματα, βραδυψυχισμό, και ελαφρά δεξιά ημιπάρεση. Αμέσως μετά ο παθών εισήχθη στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης στην οποία διαπιστώθηκε ότι έπασχε από πολλαπλές εγκεφαλικές αιμορραγικές αιτίες και στα δύο ημισφαίρια μετά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και από οργανικό ψυχοσύνδρομο, με διαταραχές επικοινωνίας, ασυναρτησία, αγνωσία και απραξία, όπου παρέμεινε έως τις 30-3-2000.

Επίσης στις 7-7-2000 εισήχθη εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", όπου υποβλήθηκε σε κρανιοπλαστική εγχείρηση, διαπιστώθηκε δε εκ νέου, ότι εξακολουθεί να έχει νοητικές διαταραχές συμπεριφοράς και ότι δεν δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί, αλλά χρειάζεται επί εικοσιτετραώρου βάσεως φροντίδα και τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση...

Εξάλλου, ο X1 παρουσίασε μετατραυματική επιληψία, εξαιτίας της οποίας εισήχθη και νοσηλεύτηκε στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Πτολεμαΐδος "ΜΠΟΔΟΣΑΚΕΙΟ" από 30-12- έως 31-12-2001 και από 28-8- έως 30-8-2002...εξαιτίας δε των ως άνω συμπτωμάτων, ο παθών βρίσκεται σε διαρκή φαρμακευτική αγωγή και παρακολούθηση από τον ιατρό νευρολόγο ...., ο οποίος κατά την εξέτασή του στις 8-1-2002 και 5-2-2003 διαπίστωσε τη διατήρηση της παραπάνω κατάστασής του, την οποία θεωρεί ως μη αναστρέψιμη...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο X1 , ηλικίας τότε 43 ετών, ασκούσε το επάγγελμα του Πολιτικού Μηχανικού, έχοντας συστήσει προς τούτο, από 7-4-1999, την ανώνυμη εταιρία με επωνυμία "ΚΟΝΟΥΣ ΑΕ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ", στην οποία κατείχε το ήμισυ του συνολικού αριθμού των μετοχών της, ήτοι συμμετείχε κατά 50%, αναλαμβάνοντας είτε ατομικά είτε για λογαριασμό της εταιρίας είτε συμμετέχοντας σε διάφορες κοινοπραξίες, κατόπιν μειοδοτικών διαγωνισμών, την εκτέλεση διαφόρων δημοσίων έργων (ενδεικτικά για το έτος 2000, ολοκλήρωση κατασκευής κτιρίου SIELBER CENTER, παιδότοποι στην περιφέρεια Δήμου Συκεών, κατεδάφιση και ανέγερση 4ου και 5ου Γυμνασίου Καλαμαριάς, ανέγερση γυμνασίου και δημοτικού γυμναστηρίου στην Ασπροβάλτα).

Πλην όμως, εξαιτίας της προπεριγραφείσας κατάστασης της υγείας του, ο X1 αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την ως άνω Ανώνυμη Εταιρία, αδυνατώντας να συμμετάσχει στις δραστηριότητες της, εκποιώντας, στις 27-2-2000, το ποσό των μετοχών του στον έτερο μέτοχο αυτής, ...., αντί του ποσού των 10.000.000 δραχ., ενώ, αναγκαστικά, είτε διακόπηκε η ολοκλήρωση κάποιων από τα ήδη αναληφθέντα απ' αυτόν έργα είτε ανατέθηκε υπεργολαβικά η συνέχισή τους σε τρίτους, με αποτέλεσμα, βέβαια, την απώλεια μέρους των εσόδων, τα οποία αυτός μετά βεβαιότητας θα εισέπραττε αν δεν είχε συμβεί το ένδικο ατύχημα...Από όλα τα ανωτέρω, και το Δικαστήριο τούτο εκτιμά ότι ο X1 , κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος αποκέρδαινε από την άσκηση της ανωτέρω δραστηριότητας της εταιρίας του, αλλά και από την ατομική του δραστηριότητα, το καθαρό ποσό των 1.500.000 δρχ., μηνιαίως, ήτοι των 4.402 ευρώ, ποσό το οποίο απώλεσε και το οποίο θα συνέχιζε μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να κερδίζει εάν δεν είχε συμβεί το ένδικο ατύχημα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση για στέρηση εισοδήματος, εφάπαξ, το συνολικό ποσό των 105.648 ευρώ, που αντιστοιχεί στο εισόδημα των 24 μηνών του χρονικού διαστήματος από 1-3-2000 έως 28-2-2002, που στερήθηκε εξαιτίας του τραυματισμού του, χωρίς να αφαιρέσει από αυτό το ποσό το τίμημα των 10.000.000 δραχμών, που εισέπραξε από την πώληση των μετοχών του στην ανώνυμη εταιρία "ΚΟΝΟΥΣ ΑΕ", στην οποία προέβη μετά το ατύχημα λόγω αδυναμίας συμμετοχής του στις δραστηριότητές της.

Υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, για να είναι νόμιμος ο καταλογισμός του οφέλους του αναιρεσιβλήτου από την πώληση των μετοχών του στην ανώνυμη εταιρία στην αποθετική του ζημία. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι μετοχές αυτές αποτελούσαν αυτοτελές περιουσιακό στοιχείο, που προϋπήρχε του τραυματισμού και της εξ αυτού ζημίας του αναιρεσιβλήτου κι' επομένως η διάθεσή του ανήκε στην αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου αυτού, το δε όφελος που απέκτησε από την εκποίηση του εν λόγω οικονομικού στοιχείου οφείλεται στην ελεύθερη δραστηριότητα αυτού του ζημιωθέντος, ως εκ της ελεύθερης εξουσίας του προς διάθεσή του. 'Αρα, δεν υπάρχει μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του οφέλους αυτού αιτιώδης σύνδεσμος, αφού στηρίζεται σε διαφορετική αιτία το κάθε ένα, έτσι ώστε ο καταλογισμός του οφέλους στη ζημία αντίκειται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και στην καλή πίστη.

Συνακόλουθα, η ένσταση συνυπολογισμού του οφέλους αυτού στην αποθετική ζημία του αναιρεσιβλήτου ήταν μη νόμιμη και το Εφετείο, που δεν την έλαβε υπόψη και δεν εφήρμοσε τις προαναφερόμενες περί αυτής διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 288 του ΑΚ δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.8 και 1 του ΚΠολΔ αντιστοίχως.

Έτσι, ο αντίθετος πέμπτος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ΄ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος.

Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως ή προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη ή επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Το ποσό του επιδικαζομένου κατά την άνω διάταξη εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά τη διάταξη αυτή αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. και ΑΠ 670/2005). Περαιτέρω, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ΄ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή ο αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση τις επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, οι οποίες το οδήγησαν στην αποδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ως κατ΄ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (Ολ.ΑΠ 28/1998).

Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικώς με το αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση της από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο X1 , λόγω του σοβαρού κατά τα ανωτέρω τραυματισμού του, έχει καταστεί μόνιμα ανάπηρος κατά ποσοστό 80%, για το λόγο δε αυτό έχει τεθεί σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης.

Η αναπηρία του αυτή επιδρά στο μέλλον του, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για κοινωνική και επαγγελματική του εξέλιξη, αφού αυτός αδυνατεί ακόμα και να αυτοεξυπηρετηθεί ούτε, βέβαια, είναι πιθανή η οικογενειακή του αποκατάσταση, διότι δεν θα είναι σε θέση να αναλάβει τις ευθύνες μίας δημιουργικής οικογένειας.

Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο παθών στερήθηκε εφ΄ όρου ζωής τη δυνατότητα άσκησης του επαγγέλματός του, το οποίο ασκούσε με ιδιαίτερη επιτυχία κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο, αλλά και οποιουδήποτε άλλου επαγγέλματος, ενώ, ταυτόχρονα, έχει μειωθεί κοινωνικά, αφού εξαιτίας της αναπηρίας του στερείται και θα στερείται στο μέλλον κάθε κοινωνική συναναστροφή και δραστηριότητα, καθώς και κάθε προοπτική δημιουργίας υγιούς οικογένειας.

Συνεπώς, για τους ως άνω λόγους, ήτοι τη μόνιμη αναπηρία του και τις απ΄ αυτήν επιδράσεις στην κοινωνική και, κυρίως, στην επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση και εξέλιξη, ο X1 δικαιούται ιδιαίτερης και αυτοτελούς αποζημίωσης, πέραν των προβλεπομένων από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την προαναφερόμενη αγωγική αξίωση ως βάσιμη κατ΄ ουσίαν. Έτσι, που έκρινε, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ κι' επομένως ο έκτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς, κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκοπούμενη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια όλα τα πιο πάνω θεμελιωτικά της προαναφερομένης αξιώσεως πραγματικά γεγονότα, που το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα από τις αποδείξεις κι επομένως η αγωγή ως προς την εν λόγω αξίωση ήταν πλήρως ορισμένη.

Άρα, ο ίδιος άνω λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο με το να μην απορρίψει την αγωγή κατά την πιο πάνω αξίωση ως αόριστη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. VΙ. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 932 εδ.

α΄ και β΄ του ΑΚ, που ορίζει, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξαρτήτως από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση, ιδίως σε εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ο ενάγων από την προσβολή της υγείας του, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμός της με αυτή και η υπαιτιότητα του προσβαλόντος.

Ειδικότεροι, όμως, προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης, που υπέστη ο παθών και η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων και η κοινωνική τους θέση αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων, που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκτασης βλάβης, βαρύτητα πταίσματος) είτε περιστατικά, που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).

Επομένως, δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα και της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά ν' αποφασίσουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν πέτυχε σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει και μέσα στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο του κύριου αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο, διότι με το να λάβει υπόψη κατά τον καθορισμό της επιδικαστέας στον τραυματισθέντα κατά το αυτοκινητικό ατύχημα και υποστάντα εντεύθεν ηθική βλάβη αναιρεσίβλητο εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, παρόλο που ο αναιρεσίβλητος δεν την προσδιόρισε με την αγωγή του και να μην κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή ως προς την πιο πάνω απαίτηση υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ήταν αναγκαίος, για την πληρότητα της αγωγής, ο προσδιορισμός στο δικόγραφο αυτής και των πιο πάνω επίμαχων στοιχείων. Επίσης, ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλομένης στον αναιρεσίβλητο εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ.176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.5.2005 αίτηση και τους από 31.8.2006 πρόσθετους λόγους των .... και άλλου για αναίρεση της 758/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ