Supreme Court dismisses appeals against second-instance convictions for theft and robbery, upholding the refusal of probation conversion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by convicted defendants against a second-instance judgment sentencing them to prison terms for theft and robbery. The defendants argued that the refusal to convert their sentences into fines violated their right to appeal, but the court found the lower court's detailed reasoning sufficient. Consequently, the appeals were rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 464, 474, 504 of the Code of Civil Procedure; Article 211 of the Code of Criminal Procedure: Appeals against second-instance judgments are admissible if filed within the statutory period and contain grounds under Article 510, provided the lower court's reasoning is specific and comprehensive regarding the rejection of probation conversion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 761 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 761/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου-Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: Ι. Χ. Π. του Σ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ. Κ. Διαβατών Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο-Τόμα Κουτσογιώργο και 2. Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. Νιγρίτας Σερρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 713/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται:
1. στην από 02.05.2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του διευθυντού του Κ.Κ. Θεσσαλονίκης, Α. Π., η οποία έλαβε αριθμό 22/2024
και
2. στην από 02.05.2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του διευθυντού του Κ.Κ. Νιγρίτας Σερρών, Ο. Γ., η οποία έλαβε αριθμό 40/2024, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι αιτήσεις, να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες από 2/5/2024 και αύξ. αρ. καταθ. 22/2024 και 40/2024, αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης α) του κατηγορουμένου Χ. Π. του Σ. και β) του κατηγορουμένου Σ. Σ. του Γ., για αναίρεση της με αριθμό 713/2024 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ο μεν πρώτος για κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, ο δε δεύτερος για συνέργεια σε κλοπή και συνέργεια σε ληστεία από κοινού, και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών τον πρώτο και σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών τον δεύτερο, είναι εμπρόθεσμες, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 15.4.2024 (άρθρα 464, 474, 504 του ΚΠΔ), περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ . Είναι, επομένως, παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 211 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 117 Ν. 4855/12-11-2021. "Η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη κατηγορουμένου αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατανομαζόμενο στην απόφαση αποδεικτικό μέσο".
Από τη διάταξη αυτή η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του.
Ως συγκατηγορούμενος, για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, θεωρείται ο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 45 έως 49 Π.Κ., συναυτουργός, ηθικός αυτουργός και συνεργός, αλλά και κάθε άλλος, του οποίου η αξιόποινη πράξη που ακολούθησε, αν και αυτοτελής και διακεκριμένη, συνέχεται αμέσως με την προηγηθείσα αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε από άλλο πρόσωπο, επί της οποίας στηρίζεται αποκλειστικώς η μεταγενέστερη αξιόποινη συμπεριφορά του εν συνεχεία αυτουργού.
Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη και δεν ιδρύεται ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης (για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο), όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία συγκατηγορουμένου του, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις άλλων μαρτύρων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Εξ άλλου, δεν προκύπτει από διάταξη του ΚΠΔ, ότι δεν αξιοποιούνται αποδεικτικά οι καταθέσεις μαρτύρων, στους οποίους ο συγκατηγορούμενος ελευθέρως ομολόγησε την πράξη του και ενοχοποίησε συγκατηγορούμενό του (ΑΠ 959/2023, ΑΠ 152/2023, 63/2023, ΑΠ 878/2019).
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ.
ΑΠ 1/2005, ΑΠ 1023/2024, ΑΠ 962/2024,ΑΠ 900/2024, ΑΠ 858/2024, ΑΠ 856/2024.). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 2/2022, ΑΠ 962/2024, ΑΠ 944/2024, ΑΠ 858/2024, ΑΠ 850/2024).
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 713/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού στις παρακάτω αναφερόμενες περιπτώσεις, με πρόθεση σε σύμπραξη και με κοινό δόλο και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος επιδιώκοντας το συνολικό ποσό, αφαίρεσαν παράνομα ξένα ολικά για αυτούς κινητά πράγματα, στην παρακάτω υπό στοιχ. 3 περίπτωση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από την κατοχή άλλων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.
Ειδικότερα:
1) Στα Γιαννιτσά νομού Πέλλας νυχτερινές ώρες της 7/8.2.2018, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού οι: α) Α. Φ. του Δ. και της Ε., β) Θ. Μ. του Χ. και της Σ., γ) Α. Μ. του Θ. και της Ε., αφαίρεσαν μεταλλικό κουτί παγκάρι χρώματος γκρι, που βρισκόταν έξωθεν του Ιερού Ναού του Αγίου Παντελεήμονα, ο οποίος ναός κείται στον προαύλειο χώρο του Νοσοκομείου Γιαννιτσών, εντός του οποίου (κουτιού) βρισκόταν το χρηματικό ποσό των 800,00 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκαν παράνομα.
2) Στην Καρυώτισσα Πέλλας την 5.6.2016 κατά το χρονικό διάστημα από 01:00 ως και 04:30, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού οι: α) Α. Φ. του Δ. και της Ε., β) Α. Μ. του Θ. και της Ε., γ) Χ. Π. του Σ. και της Μ., δ) Ν. Π. του Σ. και της Μ., αφαίρεσαν το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο (τύπου αγροτικού), μάρκας ΤΟΥΟΤΑ HILUX χρώματος ερυθρού, με αριθμό πλαισίου ...
και αριθμό μηχανής ... και αξίας περί τα 2.000 ευρώ, ιδιοκτησίας του Ι. Ξ. του Α. και της Ζ., κατοίκου ..., που ήταν σταθμευμένο σε οδό της Καρυώτισσας Πέλλας, εντός του οποίου υπήρχαν και i) το παλαιού τύπου ερασιτεχνικό δίπλωμα οδήγησης του Ι. Ξ., ίί) η άδεια κυκλοφορίας του άνω οχήματος, iii) τα τέλη κυκλοφορίας, iv) το έγγραφο ΚΤΕΟ, ν) το βιβλίο μεταβολών του ως άνω αυτοκινήτου, νί) το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, vii) διάφορα τιμολόγια, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. 3) Στα Γιαννιτσά Πέλλας την 5.6.2016 και ώρα 05:00, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού οι:
α) Α. Φ. του Δ. και της Ε., β) Α. Μ. του Θ. και της Ε., γ) Χ. Π. του Σ. και της Μ., και δ) Ν. Π. του Σ. και της Μ., μετέβησαν στη συμβολή των οδών ..., ιδιοκτησίας Β. Κ. του Π. και της Μ., επιβαίνοντας στο "επιχειρησιακό τους όχημα", το οποίο οι προαναφερθέντες στην παραπάνω κατηγορία είχαν προηγουμένως αφαιρέσει παράνομα με σκοπό ιδιοποίησης, από τον ιδιοκτήτη του Ι.
Ξ. και αφού το χρησιμοποίησαν και έθραυσαν τη τζαμαρία του πρακτορείου και μετέφεραν το χρηματοκιβώτιο, αφαίρεσαν τα παρακάτω αντικείμενα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη συνολικής αξίας 90.100,00 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Συγκεκριμένα, υπό τα ανωτέρω, αφαίρεσαν παράνομα: i) το χρηματικό ποσό των 34.000 ευρώ περίπου, ίί) λαϊκά λαχεία της επόμενης κλήρωσης συνολικής αξίας περίπου 35.000 ευρώ, iii) λαϊκά λαχεία παλαιότερων κληρώσεων αξίας 7.000 ευρώ περίπου, τα οποία (λαϊκά λαχεία) ανέρχονταν συνολικά σε εκατόν ενενήντα εννέα (199), ίν) ξυστά λαχεία ΟΠΑΠ αξίας 13.000 περίπου, ν) ένα (1) δελτίο ΚΙΝΟ, που κέρδιζε το χρηματικό ποσό των 680 ευρώ, νί) διάφορα κερδισμένα λαχεία, το ποσό των οποίων δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί, vii) το υπ' αριθ. ...
τραπεζογραμμάτιο των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, viii) τρεις (3) ειδικές τηλεφωνικές συσκευές του Ο.Π.Α.Π. μάρκας HUAWEl, που χρησιμοποιούνται για την ανάγνωση των λαχείων και των δελτίων "Σκρατς" με αριθμούς ΙΜΕΙ α) ... β) ... και γ) ..., συνολικής αξίας 600,00 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Την τέλεση της ανωτέρω πράξης διευκόλυνε ο έβδομος κατηγορούμενος Σ.
Σ. του Γ., ο οποίος, ευρισκόμενος εντός οχήματος έξω από το κατάστημα του Αστυνομικού Τμήματος Γιαννιτσών, κατόπτευε ώστε να ειδοποιήσει τους άνω φυσικούς αυτουργούς και να διαφύγουν εγκαίρως, σε περίπτωση που τα αστυνομικά όργανα εξέρχονταν του Α.Τ., παρέχοντας σ' αυτούς με πρόθεση, ως απλός συνεργός συνδρομή κατά την τέλεση της εξεταζόμενης πράξης τους. 4) Στα Γιαννιτσά νομού Πέλλας, στην οδό ...
την 16.4.2016, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού οι: α) Α. Φ. του Δ. και της Ε. και β) Θ. Μ. του Χ. και της Σ., αφαίρεσαν το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ RAVA, χρώματος γκρι, ιδιοκτησίας του Ι. Κ. του Ν. και της Τ., κατοίκου ..., που ήταν σταθμευμένο στην παραπάνω οδό, το οποίο ιδιοποιήθηκαν παράνομα.
5) Στις Συκιές Θεσσαλονίκης, στην οδό ... στις 25.3.2016 κατά τις ώρες 22.00 ως 23.00, ενεργώντας με πρόθεση ο Α. Φ. του Δ. και της Ε. από κοινού με άγνωστους δράστες, αφαίρεσαν το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο τζιπ, μάρκας MlTSUBlSHl PAJERO, ιδιοκτησίας του Κ. Κ. του Α. και της Ε., κατοίκου ομοίως ως ανωτέρω, που ήταν σταθμευμένο στην παραπάνω οδό και το οποίο ιδιοποιήθηκαν παράνομα.
6) Στην Πετραία Σκύδρας νομού Πέλλας στις 26.3.2016, κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 03.00 ως ώρα 04.30, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού ο Α. Φ. του Δ. και της Ε. και άγνωστοι δράστες, αφού εισήλθαν εντός του Ιερού Ναού Αγίας Παρασκευής Πετραίας παραβιάζοντας τη βόρεια πόρτα του εν λόγω Ιερού Ναού, αφαίρεσαν το χρηματοκιβώτιο που ήταν πακτωμένο στο έδαφος, αφού προηγουμένως το έδεσαν με ιμάντα και το αποκόλλησαν από το έδαφος τραβώντας το με χρήση του "επιχειρησιακού τους οχήματος", το οποίο είχαν προηγουμένως αφαιρέσει παράνομα με σκοπό ιδιοποίησης, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην προεκτεθείσα υπό στοιχ. 5 πράξη, από τον ιδιοκτήτη του Κ. Κ., με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα το χρηματικό ποσό των 2.500 ευρώ σε κέρματα, που βρισκόταν εντός αυτού.
7) Στην Καρυώτισσα Πέλλας κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 23:30 της 20.1.2017 έως ώρα 07:00 της 21.1.2017, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού οι: α) Α. Φ. του Δ. και της Ε. και β) Θ. Μ. του Χ. και της Σ. καθώς και άλλοι άγνωστοι δράστες μετέβησαν στο περίπτερο ιδιοκτησίας Μ. Σ. του Σ. και της Ε. και αφού παραβίασαν το λουκέτο ασφαλείας, εισήλθαν εντός και αφαίρεσαν 100 κούτες τσιγάρων των 10 πακέτων έκαστο από διάφορες μάρκες, καθώς και συσκευασίες καπνού και πακέτων τσιγάρων χύμα, συνολικής αξίας 7.000 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους και δη στην Καρυώτισσα νομού Πέλλας στις 17-4-2013 ενεργώντας με πρόθεση από κοινού οι: α) Α. Φ. του Δ. και της Ε. και β) Θ. Μ. του Χ. και της Σ., και στο Παλαίφυτο νομού Πέλλας στις 2912-2016, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού οι: α) Α. Φ. του Δ. και της Ε., β) Θ.
Μ. του Χ. και της Σ., γ) Χ. Μ. του Θ. και της Δ., και δ) Χ. Π. του Σ. και της Μ., ήτοι, με πρόθεση σε σύμπραξη και με κοινό δόλο και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατά την απαγγελθείσα κατηγορία, η οποία είναι ανεπίτρεπτο να μεταβληθεί σε κατά συρροή τέλεση, έστω και εάν υφίσταται ετερότητα εννόμων αγαθών που παραπέμπει σε τέλεση των πράξεων σε αληθινή συρροή μεταξύ τους, σε αληθινή όμως συρροή με την ομοειδή πράξη της ληστείας που τέλεσαν στις 22-05-2016 στα Κύμινα, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού οι:
α) Α. Φ. του Δ. και της Ε., β) Θ. Μ. του Χ. και της Σ., γ) Α. Μ. του Θ. και της Ε., δ) Χ. Μ. του Θ. και της Δ., ε) Χ. Π. του Σ. και της Μ., και στ) Ν. Π. του Σ. και της Μ., ήτοι, με πρόθεση σε σύμπραξη και με κοινό δόλο τέλεσαν τις παρακάτω αναφερόμενες πράξεις ληστείας. Ειδικότερα: 1) Στο Παλαίφυτο νομού Πέλλας στις 29.12.2016 και ώρα 04:10, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού, αφότου παραβίασαν τη θύρα ασφαλείας του καταστήματος τροφίμων και Ψιλικών (μίνι μάρκετ), ιδιοκτησίας Ε.
Π. του Γ. και της Β., κατοίκου ομοίως, αφαίρεσαν από το εσωτερικό του καταστήματος τσιγάρα διαφορετικών μαρκών, συνολικής αξίας 10.000-12.000 ευρώ περίπου, καθώς και κέρματα από ένα συρτάρι συνολικής αξίας 200 ευρώ περίπου. Τα ανωτέρω έπραξαν με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής εναντίον του ως άνω ιδιοκτήτη, καθόσον, όσο οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν στο εσωτερικό του καταστήματος και προέβαιναν στην παραπάνω αφαίρεση των τσιγάρων και λοιπών ειδών, έχοντας σταθμεύσει το "επιχειρησιακό" τους όχημα μπροστά στο κατάστημα, o ιδιοκτήτης βγήκε στο μπαλκόνι της οικίας του, η οποία βρίσκεται πάνω ακριβώς από το άνω κατάστημα, προκειμένου να ελέγξει την πηγή των θορύβων που ακούγονταν από το εσωτερικό του καταστήματος.
Τη στιγμή εκείνη, δηλαδή κατά το χρόνο αφαίρεσης των ανωτέρω κινητών πραγμάτων, από κοινού, ένας εξ αυτών, αντιλαμβανόμενος την παρουσία του στο μπαλκόνι, βγήκε από το κατάστημα και προτάσσοντας πιστόλι που κρατούσε, τον απείλησε, λέγοντας του "θα σε γαμήσω μπάσταρδε. Κάνε ένα βήμα πίσω", με συνέπεια ο ιδιοκτήτης να μπει στο εσωτερικό του σπιτιού του και αυτοί να διαφύγουν με το άνω όχημά τους προς άγνωστη κατεύθυνση, με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα τα άνω αφαιρεθέντα ξένα προς αυτούς κινητά πράγματα. 2) Στην Καρυώτισσα νομού Πέλλας στις 17.4.2013, με πρόθεση, από με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής και δη προτάσσοντας το όπλο (πυροβόλο πιστόλι κρότου) που κρατούσε ένας εξ αυτών, προς τον Δ.
Χ. του Σ., ιδιοκτήτη περιπτέρου, κείμενου στην Καρυώτισσα, αφαίρεσαν όλα τα τσιγάρα που βρισκόντουσαν στο εν λόγω περίπτερο, συνολικής αξίας 4.000 ευρώ περίπου, καθώς και το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ και μία μηχανή που εκδίδει κάρτες ανανέωσης χρόνου ομιλίας κινητών τηλεφώνων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθ0ύν παράνομα. 3) Στις 22.05.2016 και περί ώρα 05:00 περίπου, οι προαναφερθέντες μετέβησαν με άγνωστο μέχρι στιγμής όχημα τύπου τζιπ σκούρου χρώματος στα Κύμινα Θεσσαλονίκης και εισήλθαν σε περίπτερο ιδιοκτησίας του παθόντος Η.
Κ., φορώντας κουκούλες "full face", ενώ o Θ. Μ. του Χ. κρατούσε ανά χείρας, παράνομα, μία κυνηγετική καραμπίνα, ήτοι, αντικείμενο πρόσφορο για επίθεση και άμυνα που περιλαμβάνεται στα είδη του άρθρου 1 Ν. 2168/19930 εν συνεχεία, προσέγγισαν τον ως άνω παθόντα και, με την απειλή του προρρηθέντος όπλου, τον ακινητοποίησαν και του αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 1.000 ευρώ και ποσότητα σφραγισμένων τσιγάρων διαφόρων τύπων συνολικής αξίας 8.000 ευρώ.
Με τις ανωτέρω ενέργειές τους, οι οποίες απευθύνονταν σε βάρος του ως άνω παθόντος και έχοντας χρησιμοποιήσει από κοινού και με κοινό προς τούτο δόλο, σωματική βία και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαίρεσαν το ως άνω αναφερόμενο χρηματικό ποσό από αυτόν, καθώς και τις ποσότητες τσιγάρων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.
Την τέλεση της ανωτέρω πράξης ληστείας στα Κύμινα Θεσσαλονίκης διευκόλυνε ο έβδομος κατηγορούμενος Σ. Σ. του Γ. και της Α., ο οποίος ευρισκόμενος εντός οχήματος πλησίον του τόπου τέλεσης αυτής, κατόπτευε τον χώρο, ώστε να ειδοποιήσει τους άνω φυσικούς αυτουργούς και να διαφύγουν εγκαίρως σε περίπτωση που παρουσιαζόταν ο κίνδυνος προσέγγισης αστυνομικών οργάνων, παρέχοντας αυτούς, ως απλός συνεργός, συνδρομή και ψυχική υποστήριξη κατά την τέλεση της εξεταζόμενης πράξης τους.
Εξάλλου, στην κρίση αυτή περί τέλεσης από του κατηγορουμένους των προαναφερθεισών πράξεων οδηγείται το Δικαστήριο από τις ομολογίες του πρώτου κατηγορουμένου, που αποτελούν και μαρτυρία επιβαρυντική και για τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, διότι η μαρτυρία αυτή για τις παραπάνω κατηγορίες ενισχύεται και από άλλα αποδεικτικά μέσα Ιδίως ενδείξεις και τεκμήρια που την επιβεβαιώνουν καθιστώντας αυτήν αξιόπιστη.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου και 7ου των κατηγορουμένων που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 211 του νΚΠΔ, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με το άρθρο 211Α του πΚΠΔ, κατά την οποία: "Η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο", με βάση την οποία απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνης της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του, καθώς και της μαρτυρικής κατάθεσης άλλου προσώπου που έχει ως μοναδική πηγή της πληροφόρησης του τον συγκατηγορούμενο.
Ως συγκατηγορούμενος για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως πρέπει να θεωρηθεί όχι μόνον ο με την έννοια ων άρθρων 45 έως 49 του Ποινικού Κώδικα συναυτουργός, ηθικός αυτουργός, συνεργός, αλλά και κάθε άλλος, του οποίου η αξιόποινη πράξη στηρίζεται στο ίδιο βιοτικό συμβάν (ΑΠ300/2014), Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη και δεν ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στις παρασχεθείσες εξηγήσεις ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά συνδυαστικά τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στις εξηγήσεις ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου του, όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Επομένως από την ιδία πιο πάνω διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται απολύτως η αξιοποίηση και του αποδεικτικού μέσου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, ωστόσο, όμως, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό αποδεικτικό έρεισμα μιας καταδίκης. Υποδεικνύεται, δηλαδή, στο δικαστή να μη θεμελιώνει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου μόνο στην ύπαρξη μαρτυρικής κατάθεσης ή εξηγήσεων ή απολογίας του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, που θεωρείται διαβλητή και αμφίβολης ειλικρίνειας, έτσι ώστε, όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή σε εξηγήσεις ή σε απολογία συγκατηγορουμένου να ελέγχεται αναιρετικά, επί πλέον και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (.............). Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη πράξη κλοπής της πρώτης συνεκδικαζόμενης υπόθεσης ο πρώτος κατηγορούμενος, ανέφερε μεταξύ άλλων μία χαρακτηριστική λεπτομέρεια και δη ότι την επόμενη μέρα ο δεύτερος κατηγορούμενος έστειλε, μέρος των αφαιρεθέντων χρημάτων, με ταχυδρομική μεταφορά μέσω των ΕΛΤΑ της Χαλκηδόνας, στον γιο του Χ.
Μ., στη Νιγρίτα, ο οποίος ήταν έγκλειστος, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τα ΕΛΤΑ, καθιστώντας αξιόπιστη τη μαρτυρία του ως προς το συμβάν της πρώτης κλοπής. Την ίδια δε πράξη ομολόγησε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και o κατηγορούμενος Α. Μ. του Θ. Όσον αφορά τη δεύτερη και την τρίτη πράξη κλοπής στο πρακτορείο ΟΠΑΠ του Κ.
με το όχημα που αφαιρέθηκε από τον παθόντα Ι. Ξ., ανέφερε ότι ο Σ. Σ., στο πλαίσιο κοινού σχεδιασμού, τοποθετήθηκε να βρίσκεται κοντά στο αστυνομικό τμήμα για να παρακολουθεί αν οι αστυνομικές δυνάμεις ήταν εντός ή εκτός, προκειμένου να ενεργήσουν ανενόχλητοι την κλοπή, την οποία επεχείρησαν όταν τους ενημέρωσε ότι οι αστυνομικοί ήταν εντός του αστυνομικού τμήματος, ενώ ο Ν.
Π., κατά την τέλεση της πράξης κρατούσε στα χέρια του ένα σιδερένιο αντικείμενο που έμοιαζε με όπλο, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τις πληροφορίες της αστυνομίας κατά τις οποίες οι δράστες ήταν πολλοί και οργανωμένοι και ένας εξ αυτών κρατούσε όπλο. Ακόμη στην οικία του Π. Π., τον οποίο επίσης κατονόμασε ως δράστη ο πρώτος κατηγορούμενος, βρέθηκε σε φωτογραφία στο κινητό του ένα χαρτονόμισμα των 500 ευρώ, το οποίο εκ των υστέρων αποδεδειγμένα ταυτοποιήθηκε ότι προερχόταν από τα χρήματα που αφαιρέθηκαν από το ως άνω πρακτορείο ΟΠΑΠ, ο ιδιοκτήτης του οποίου το είχε προσημειωμένο, ενώ το όχημα της τέταρτης κλοπής συμμετείχε στην κλοπή στο πρακτορείο του ΟΠΑΠ.
Περαιτέρω στις ληστείες στο Παλαίφυτο και στην Καρυώτισσα κρίσιμα περιστατικά ενισχύονται από τους παθόντες Ε. Παπαμήτσου και Δ. Χ., η κατάθεση του οποίου αναγνώσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγω του θανάτου του, και την κατάθεση του αστυνομικού K. Π. που αναγνώσθηκε κατόπιν ρητής συναίνεσης των κατηγορουμένων, όπως επίσης και από την ομοιότητα του τρόπου δράσης των κατηγορουμένων, πράγμα που καθιστά αξιόπιστη την μαρτυρία του πρώτου κατηγορουμένου σε βάρος των συγκατηγορουμένων του.
Τέλος στα Κύμινα, δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι, αυτός που είχε την καραμπίνα ήταν ο Θ. Μ., ο οποίος ανέφερε στον περιπτερά, επειδή φορούσε μία μπλούζα με διακριτικά του ΠΑΟΚ, ότι "τι να σε κάνω που είσαι και Παοκτσής" και τούτο επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του περιπτερά. Κατ' ακολουθίαν, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω πράξεων, ο δε έβδομος κατηγορούμενος Σ.
Σ. του Γ. ως απλός συνεργός τόσο της προαναφερθείσας υπό στοιχ. -3- κλοπής, όσο και της προαναφερθείσας υπό στοιχ. -3- ληστείας, καθόσον, η τροποποίηση της απολογίας του πρώτου κατηγορουμένου ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αποτελεί, όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει, προϊόν συνδιαλλαγής, στα πλαίσια της οποίας ο μεν πρώτος κατηγορούμενος θα κατέθετε υπέρ των συγκατηγορουμένων του στην προκείμενη δίκη, ώστε να εκδοθεί αθωωτική απόφαση γι' αυτούς οι τελευταίοι δε θα καταθέσουν υπέρ του πρώτου κατηγορουμένου σε εκκρεμείς ποινικές δίκες ενώπιον άλλων δικαστηρίων όπου αποδίδονται σ' αυτόν άλλες αξιόποινες πράξεις ώστε v' αθωωθεί γι' αυτές.
Θα πρέπει όμως αναγνωρισθεί η συνδρομή στο πρόσωπο των τέταρτου και έκτου των κατηγορουμένων η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ει του Π.Κ., όπως πρωτοδίκως (άρθρο 470 ΚΠΔ)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και επέβαλε σ αυτούς α) στον Χ. Π. του Σ., ποινή κάθειρξης 6 ετών για κάθε μία από τις δύο (2) ληστείες και ποινή φυλάκισης 3 ετών για την πράξη της κλοπής και συνολικά ποινή κάθειρξης 10 ετών, β) στο Σ.
Σ. ποινή φυλάκισης 2 ετών για την πράξη της συνέργειας σε κλοπή και ποινή φυλάκισης 4 ετών για την πράξη της συνέργειας σε ληστεία από κοινού και συνολική ποινή φυλάκισης 5 ετών, με το ακόλουθο διατακτικό (σε σχέση με τους αναιρεσείοντες):
"Κηρύσσει τον πέμπτο κατηγορούμενο Χ. Π. του Σ. ένοχο του ότι: Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού, ήτοι με πρόθεση σε σύμπραξη και με κοινό δόλο και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αφαίρεσαν παράνομα ξένα ολικά για αυτούς κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από την κατοχή άλλων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, πράξη η οποία τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή.
Συγκεκριμένα: 1) Στην Καρυώτισσα Πέλλας την 5.6.2016 και κατά το χρονικό διάστημα από 01:00 ως και 04:30, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού οι: α) Χ. Π. του Σ. και της Μ., β) Α. Φ. του Δ. και της Ε., γ) Α. Μ. του Θ. και της Ε., και δ) Ν. Π. του Σ. και της Μ., αφαίρεσαν το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο (τύπου αγροτικού), μάρκας ΤΟΥΟΤΑ χρώματος ερυθρού, με αριθμό πλαισίου ...
και αριθμό μηχανής ... και αξίας περί τα 2.000 ευρώ, ιδιοκτησίας του Ι. Ξ. του Α. και της Ζ., κατοίκου ..., που ήταν σταθμευμένο στην παραπάνω οδό, εντός του οποίου υπήρχαν και α) το παλαιού τύπου ερασιτεχνικό δίπλωμα οδήγησης του Ι. Ξ., β) η άδεια κυκλοφορίας του άνω οχήματος, γ) τα τέλη κυκλοφορίας, δ) το έγγραφο ΚΤΕΟ, ε) το βιβλίο μεταβολών του ως άνω αυτοκινήτου, στ) το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ζ) διάφορα τιμολόγια, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα.2) Στα Γιαννιτσά Πέλλας την 5.6.2016 και ώρα 05:00, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού οι:
α) Χ. Π. του Σ. και της Μ., β) Α. Φ. του Δ. και της Ε., γ) Α. Μ. του Θ. και της Ε., δ) Ν. Π. του Σ. και της Μ. και ε) Σ. Σ. του Γ. και της Α., μετέβησαν στο κατάστημα πρακτορείου τυχερών παιχνιδιών Ο.Π.Α.Π. που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..., ιδιοκτησίας Β. Κ. του Π. και της Μ., επιβαίνοντας στο "επιχειρησιακό τους όχημα", το οποίο είχαν προηγουμένως αφαιρέσει παράνομα με σκοπό ιδιοποίησης, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην παραπάνω υπό Ι.Α.2.
πράξη, από τον ιδιοκτήτη του Ι. Ξ. και αφού το χρησιμοποίησαν και έθραυσαν τη τζαμαρία του πρακτορείου και μετέφεραν το χρηματοκιβώτιο, αφαίρεσαν τα παρακάτω αντικείμενα συνολικής αξίας 90.100,00 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Συγκεκριμένα, υπό τα ανωτέρω, αφαίρεσαν παράνομα 1) το χρηματικό ποσό των 34.000 ευρώ περίπου, 2) λαϊκά λαχεία της επόμενης κλήρωσης συνολικής αξίας περίπου 35.000 ευρώ, 3) λαϊκά λαχεία παλαιότερων κληρώσεων αξίας 7.000 ευρώ περίπου, τα οποία (λαϊκά λαχεία) ανέρχονταν συνολικά σε εκατόν ενενήντα εννέα (199), 4) ξυστά λαχεία ΟΠΑΠ αξίας 13.000 περίπου, 5) ένα (1) δελτίο ΚΙΝΟ, που κέρδιζε το χρηματικό ποσό των 680 ευρώ, 6) διάφορα κερδισμένα λαχεία, το ποσό των οποίων δεν κατέστη δυνατό ως σήμερα να προσδιοριστεί, 7) το υπ' αριθμ. ...
τραπεζογραμμάτιο των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, 8) τρεις (3) ειδικές τηλεφωνικές συσκευές του Ο.Π.Α.Π. μάρκας HIJAWEI, που χρησιμοποιούνται για την ανάγνωση των λαχείων και των δελτίων "Σκρατς" με αριθμούς ΙΜΕΙ α)..., β) ... και γ) ... συνολικής αξίας 600,00 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Β. Στο Παλαίφυτο νομού Πέλλας στις 29.12.2016 και ώρα 04:10, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού οι:
α) Χ. Π. του Σ. και της Μ., β) Θ. Μ. του Χ. και της Σ., γ) Α. Φ. του Δ. και της Ε., και δ) Χ. Μ. του Θ. και της Δ., αφού παραβίασαν τη θύρα ασφαλείας του καταστήματος τροφίμων και Ψιλικών (μίνι μάρκετ), ιδιοκτησίας Ε. Π. του Γ. και της Β., κατοίκου ομοίως, αφαίρεσαν από το εσωτερικό του καταστήματος τσιγάρα διαφορετικών μαρκών συνολικής αξίας 10.000-12.000 ευρώ περίπου, καθώς και κέρματα από ένα συρτάρι συνολικής αξίας 200 ευρώ περίπου.
Τα ανωτέρω έπραξαν με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής εναντίον του ως άνω ιδιοκτήτη, καθόσον, όσο οι άνω κατηγορούμενοι βρίσκονταν στο εσωτερικό του καταστήματος και προέβαιναν στην παραπάνω αφαίρεση των τσιγάρων και λοιπών ειδών, έχοντας σταθμεύσει το "επιχειρησιακό" τους όχημα μπροστά στο κατάστημα, ο ιδιοκτήτης βγήκε στο μπαλκόνι της οικίας του, η οποία βρίσκεται πάνω από το άνω κατάστημα, προκειμένου να ελέγξει την πηγή των θορύβων που ακουγόντουσαν από το εσωτερικό του καταστήματος.
Τη στιγμή εκείνη, δηλαδή κατά το χρόνο αφαίρεσης των ανωτέρω κινητών πραγμάτων, από κοινού, ένας εξ αυτών, αντιλαμβανόμενος την παρουσία του στο μπαλκόνι, βγήκε από το κατάστημα και προτάσσοντας το πιστόλι που κρατούσε, τον απείλησε, λέγοντάς του "Θα σε γαμήσω μπάσταρδε. Κάνε ένα βήμα πίσω.", με συνέπεια ο ιδιοκτήτης να μπει στο εσωτερικό του σπιτιού του και αυτοί να διαφύγουν με το άνω όχημά τους προς άγνωστη κατεύθυνση, με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα τα άνω αφαιρεθέντα ξένα προς αυτούς κινητά πράγματα.
Γ. Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού ενεργώντας οι: Χ. Π. του Σ. και της Μ., β) Χ. Μ. του Θ. και της Δ., γ) Α. Μ. του Θ. και της Ε., δ) Θ. Μ. του Χ. και της Σ., ε) Α. Φ. του Δ. και της Ε., και στ) Ν. Π. του Σ. και της Μ., και έχοντας κοινό προς τούτο δόλο, με τη χρήση σωματικής βίας εναντίον προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα ή τον εξανάγκασαν να τους τα παραδώσει με σκοπό να τα ιδιοποιηθούv παράνομα.
Πιο συγκεκριμένα, την 22.05.2016 και περί ώρα 05:00 περίπου, μετέβησαν με άγνωστο όχημα τύπου τζιπ, σκούρου χρώματος, στα Κύμινα Θεσσαλονίκης και εισήλθαν σε περίπτερο ιδιοκτησίας του παθόντος Η. Κ., φορώντας κουκούλες ενώ ο Θ. Μ. του Χ. κρατούσε ανά χείρας μία κυνηγετική καραμπίνα. Εν συνεχεία, προσέγγισαν τον ως άνω παθόντα και, με την απειλή του προρρηθέντος όπλου, τον ακινητοποίησαν και του αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 1.000 ευρώ και ποσότητα σφραγισμένων τσιγάρων διαφόρων τύπων αξίας 8.000 ευρώ.
Με τις ανωτέρω ενέργειές τους, οι οποίες απευθύνονταν σε βάρος του ως άνω παθόντος και έχοντας χρησιμοποιήσει από κοινού και με κοινό προς τούτο δόλο, σωματική βία και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαίρεσαν το ως άνω αναφερόμενο χρηματικό ποσό από αυτόν, καθώς και τις ποσότητες τσιγάρων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα". .... "
Κηρύσσει τον έβδομο κατηγορούμενο Σ. Σ. του Γ., ένοχο του ότι : Α. Στα Γιαννιτσά του νομού Πέλλας την 5.6.2016, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού οι: α) Σ. Σ. του Γ. και της Α., β) Α. Μ. του Θ. και της Ε., γ) Α. Φ. του Δ. και της Ε., δ) Χ. Π. του Σ. και της Μ., και ε) Ν. Π. του Σ. και της Μ., μετέβησαν στο κατάστημα πρακτορείου τυχερών παιχνιδιών Ο.Π.Α.Π.
που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..., ιδιοκτησίας Β. Κ. του Π. και της Μ., επιβαίνοντας στο "επιχειρησιακό τους όχημα", το οποίο είχαν προηγουμένως αφαιρέσει παράνομα με σκοπό ιδιοποίησης, κατά τα αναλυτικά προαναφερόμενα στην υπό 1.Α.2. πράξη, από τον ιδιοκτήτη του Ι. Ξ. και αφού το χρησιμοποίησαν και έθραυσαν τη τζαμαρία του πρακτορείου και μετέφεραν το χρηματοκιβώτιο, αφαίρεσαν τα παρακάτω αντικείμενα συνολικής αξίας 90.100,00 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα: 1) το χρηματικό ποσό των 34,000 ευρώ περίπου, 2) λαϊκά λαχεία της επόμενης κλήρωσης συνολικής αξίας περίπου 35.000 ευρώ, 3) λαϊκά λαχεία παλαιότερων κληρώσεων αξίας 7.000 ευρώ περίπου, τα οποία (λαϊκά λαχεία) ανέρχονταν συνολικά σε εκατόν ενενήντα εννέα (199), 4) ξυστά λαχεία ΟΠΑΠ αξίας 13.000 ευρώ περίπου, 5) ένα (1) δελτίο ΚΙΝΟ, που κέρδιζε το χρηματικό ποσό των 680 ευρώ, 6) διάφορα κερδισμένα λαχεία, το ποσό των οποίων δεν κατέστη δυνατό ως σήμερα να προσδιοριστεί, 7) το υπ' αριθμ....
τραπεζογραμμάτιο των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, 8) τρεις (3) ειδικές τηλεφωνικές συσκευές του Ο.Π.Α.Π. μάρκας HUAWEI, που χρησιμοποιούνται για την ανάγνωση των λαχείων και των δελτίων "Σκρατς" με αριθμούς ΙΜΕΙ α) ..., β) ... και γ) ..., συνολικής αξίας 600,00 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Καθ' όλη τη διάρκεια διάπραξης της ανωτέρω πράξης κλοπής, ο κατηγορούμενος Σ.
Σ. του Γ. παρέμενε εντός οχήματος έξω από το κατάστημα αστυνομικού Τμήματος Γιαvνιτσών και κατόπτευε, ώστε να ειδοποιήσει τους άνω φυσικούς αυτουργούς της πράξης της κλοπής και να διαφύγουν εγκαίρως, σε περίπτωση που τα αστυνομικά όργανα εξέρχονταν του Α.Τ., παρέχοντας σ' αυτούς με πρόθεση, ως απλός συνεργός, συνδρομή και ψυχική υποστήριξη κατά την τέλεση της εν λόγω πράξης τους.
Β. Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού ενεργώντας οι: α) Ν. Π. του Σ. και της Μ., β) Χ. Π. του Σ. και της Μ., γ) Χ. Μ. του Θ. και της Δ., δ) Α. Μ. του Θ. και της Ε., ε) Θ. Μ. του Χ. και της Σ., και στ) Α. Φ. του Δ. και της Ε., και έχοντας κοινό προς τούτο δόλο, με τη χρήση σωματικής βίας εναντίον προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα ή τον εξανάγκασαν να τους τα παραδώσει με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.
Πιο συγκεκριμένα, την 22.05.2016 και περί ώρα 05:00 περίπου, μετέβησαν με άγνωστο όχημα τύπου τζιπ, σκούρου χρώματος, στα Κύμινα Θεσσαλονίκης και εισήλθαν σε περίπτερο ιδιοκτησίας του παθόντος Η. Κ., φορώντας κουκούλες ενώ ο Θ. Μ. του Χ. κρατούσε ανά χείρας μία κυνηγετική καραμπίνα. Εν συνεχεία, προσέγγισαν τον ως άνω παθόντα και, με την απειλή του προρρηθέντος όπλου, τον ακινητοποίησαν και του αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 1.000 ευρώ και ποσότητα σφραγισμένων τσιγάρων διαφόρων τύπων αξίας 8.000 ευρώ.
Με τις ανωτέρω ενέργειές τους, οι οποίες απευθύνονταν σε βάρος του ως άνω παθόντος και έχοντας χρησιμοποιήσει από κοινού και με κοινό προς τούτο δόλο, σωματική βία και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαίρεσαν το ως άνω αναφερόμενο χρηματικό ποσό από αυτόν, καθώς και τις ποσότητες τσιγάρων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.
Καθ' όλη τη διάρκεια διάπραξης της ανωτέρω πράξης ληστείας, ο κατηγορούμενος Σ. Σ. του Γ. παρέμενε εντός οχήματος Πλησίον του τόπου τέλεσης αυτής, κατόπτευε τον χώρο, ώστε να ειδοποιήσει τους άνω φυσικούς αυτουργούς της ληστείας και να διαφύγουν εγκαίρως, σε περίπτωση που παρουσιαζόταν ο κίνδυνος προσέγγισης αστυvομικών οργάνων, παρέχοντας σ' αυτούς, ως απλός συνεργός, συνδρομή και ψυχική υποστήριξη κατά την τέλεση ης εν λόγω πράξης τους".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης για την οποία καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16,, 26, 27 παρ. 1, 45, 47, εδ.α, 51, 52, 53, 57, 60, 79, 94, 98, 372 παρ. 1, νΠΚ για την απλή κλοπή και 372 παρ. 1 περ.
β, όπως ισχύει με τον ευμενέστερο ν. 4855/2021 για την κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, 380 παρ. 1 νΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες καθώς επίσης και τον τρόπο πραγμάτωσης του εγκλήματος αυτού, ενώ επισημαίνεται και το γεγονός της παραδοχής της αναιρεσείουσας για την πράξη αυτή, την οποία συνομολόγησε εξαρχής η ίδια με υπεύθυνη δήλωση την οποία υπέγραψε.
Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, της συνέργειας σε κλοπή και της συνέργειας σε ληστεία από κοινού, δεδομένου ότι αναφέρονται ο τόπος και ο χρόνος τελέσεως αυτών, οι συνθήκες τελέσεώς των, και συγκεκριμένα ο τρόπος και η μεθόδευση, με την οποία οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ενήργησαν στην τέλεση των ανωτέρω πράξεων με παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης.
V. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθώς επίσης ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι κατά παράβαση του άρθρου 211 ΚΠΔ το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής στηριζόμενο αποκλειστικά και μόνο στη μαρτυρία του συγκατηγορουμένου τους Α. Φ., κατά παράβαση του άρθρου 211 του ΚΠΔ σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου κώδικα απορρίπτοντας σχετικό προς τούτο ισχυρισμό τους. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες εξέτασης του άνω αναιρετικού λόγου, επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική για τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες κρίση του όχι μόνο από τα όσα διέλαβε ο ανωτέρω Α. Φ., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την υπ' αρ. 713/2024 καταδικαστική απόφαση, αλλά συνδυαστικά και από τα άλλα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα όπως τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Α. Φ., (αστυνομικός), Ι. Ξ., καθώς και των εγγράφων που αναγνώστηκαν (αναγνωσθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και αναγνωσθέντα έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις), απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχείο ΙΙ.
Ως εκ τούτου δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 211 του ΚΠΔ και δεν έχει δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, και ούτε υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές εμπεριεχόμενες στους άνω λόγους και σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του ίδιου, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε με το Δικαστήριο της ουσίας και ισχυρισμοί περί ελλιπών και ασαφών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση των ως άνω λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
VI. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών της κατηγορουμένης. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.
Η προβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν υπάγει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ ΑΠ 1/2020), ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
VIΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).
Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 84 ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωτικό να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης.
Οι ελαφρυντικές περιστάσεις αποτελούν στοιχεία της επιμέτρησης της ποινής και όχι του εγκλήματος για τον λόγο δε αυτόν η αναγνώρισή τους στο πρόσωπο του δράστη είναι ανεξάρτητη της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε. (ΑΠ 1391/2022, ΑΠ 1106/2019). Μεταξύ των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων είναι και η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του νέου ΠΚ, με στοιχ.
ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά ακόμα και κατά την κράτησή του. Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
οπωσδήποτε δε πρέπει να υπάρχει συμπεριφορά που να μαρτυρεί την αληθινή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο (ΑΠ 737/2024, ΑΠ 750/2024, ΑΠ 558/2024, ΑΠ 213/2024, ΑΠ 239/2024, ΑΠ 79/2024, ΑΠ 608/2020, ΑΠ 114/2020), ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 880/2024, ΑΠ 858/2024, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 795/2024, ΑΠ 773/2024, ΑΠ 737/2024, ΑΠ 614/2024, ΑΠ 721/2023, ΑΠ 233/2023).
Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη, είτε κρατουμένου είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης (ΑΠ 880/2024, ΑΠ 789/2024, ΑΠ 750/2024, ΑΠ673/2024, ΑΠ 591/2024, ΑΠ 576/2024, ΑΠ 558/2024, ΑΠ 1601/2022, ΑΠ 130/2022).
Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν εξακολουθεί να ζει όπως πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα ( ΑΠ 880/2024, ΑΠ 858/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 795/2024, ΑΠ 773/2024, ΑΠ 591/2024, ΑΠ 558/2024 ΑΠ 851/2023, ΑΠ 1418/2022, ΑΠ 1087/2022, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 874/2022).
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 140 εδ. γ' και 141 παρ. 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σ' αυτά. Η αποδεικτική ισχύς των πρακτικών αναφέρεται όχι μόνο στη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων που βεβαιώνονται αλλά και στη μη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων, τα οποία δεν βεβαιώνονται, όπως η μη προβολή αυτοτελών ισχυρισμών. Κατά του περιεχομένου των πρακτικών που αποτελεί πλήρη απόδειξη δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνον προσβολή αυτών ως πλαστών.
VΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας οι συνήγοροι των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης από το άρθρο 84 παρ. 2 Ε' του ΠΚ.
Το Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό με την ακόλουθη αιτιολογία "Οι ανωτέρω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, καθόσον προβλήθηκαν χωρίς την επίκληση των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσαν να τους θεμελιώσουν κατά νόμο όπως αυτά εκτίθενται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη.
Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη και αν ήθελαν εκτιμηθεί ορισμένοι, θα έπρεπε να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, καθώς από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία,... ενώ αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, δεν καταδείχθηκε η συνδρομή στο πρόσωπο των.... πέμπτου και έβδομου των κατηγορουμένων θετικής υπό την προαναφερθείσα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη έννοια, συμπεριφοράς, διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς συνδεόμενης και με σημαντική βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς τους, ή επωφελούς για την κοινωνία δράσης τους, δηλωτική της ποιότητας του ήθους, της κοινωνικής προδιάθεσης τους, μη αρκούσας, όπως προεκτέθηκε, για την ουσιαστική βασιμότητα του εξεταζόμενου ισχυρισμού, της έλλειψης παραβατικότητας εντός του σωφρονιστικού καταστήματος.
Ειδικότερα οι επικαλούμενη καλή συμπεριφορά επιδειχθείσα κατά το χρόνο της κράτησής τους και η μη τιμωρήση τους πειθαρχικά αποσκοπούσε στη στοιχειώδη και αυτονόητη εκπλήρωση υποχρεώσεών τους ως κρατουμένων και στη συμμόρφωσή τους προς τον κανονισμό λειτουργίας αυτού. οποιαδήποτε διαφορετική κρίση θα οδηγούσε στη θέση ότι η συμμόρφωση των κρατουμένων με τους στοιχειώδεις κανόνες θα λειτουργίας του καταστήματος κράτησης και η μη επίδειξη εκ μέρους τους παραβατικότητας ή ανυπακοής, στοιχειοθετεί οριζοντίως για όλους τους κρατούμενους που δεν εκδηλώνουν παραβατική συμπεριφορά μέσα στη φυλακή - την συνδρομή προσωποπαγώς της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ η οποία όμως πρέπει να κριθεί ως " ως καλή συμπεριφορά του υπαιτίου" συγκεκριμένα και ανάλογα με τις προσωπικές περιστάσεις κάθε προσώπου και όχι συλλήβδην για όλους τους μη παραβατικούς κρατουμένους".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Δικαστήριο με σαφήνεια και την προσήκουσα αιτιολογία δέχθηκε ότι αορίστως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι καλή συμπεριφορά μετά τη διάπραξη των εγκλημάτων τους και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκαν περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης των κατηγορουμένων επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση των πράξεως για τις οποίες καταδικάστηκαν, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα τους.
Επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού .
ΙΧ. Στη διάταξη του άρθρου 79 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), όπως η παρ. 7 αυτού έχει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 περ. 1 του ν. 4637/2019 και η παρ. 2 μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 3 του ν. 4855/2021, που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (22.3.2024), για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής ορίζονται τα ακόλουθα: 1.
Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2.
Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή της. 3.
Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.
Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.
Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6.
Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε".
Στην αρχική μορφή της παρ. 7 του ως άνω άρθρου 79 του νέου ΠΚ οριζόταν ότι: "Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία". Στις διατάξεις των παρ. 1 έως 6 του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, αλλά και στις παρόμοιες διατάξεις των παρ. 1 έως 3 του άρθρ. 79 του προϊσχύσαντος ΠΚ, περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας ανήκει στον δικαστή, στον οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού της, εντός των τεθέντων ορίων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 755/2024, ΑΠ 1378/2022, ΑΠ 18/2022, ΑΠ 13/2022).
Εξάλλου, η διάταξη της παρ. 7 του άρθρ. 79 του νέου ΠΚ (όμοιου περιεχομένου με την ήδη ισχύουσα ήταν και η διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 79 του προϊσχύσαντος ΠΚ), η οποία αναφέρεται στον τρόπο αιτιολόγησης της επιμέτρησης της ποινής, κατά τρόπο αντίστοιχο με τα οριζόμενα στο άρθρο 139 ΚΠΔ για την αιτιολόγηση των αποφάσεων, δεν έχει τον χαρακτήρα ουσιαστικής ποινικής διάταξης και, συνεπώς, δεν τίθεται, επίσης, ζήτημα εφαρμογής, ως επιεικέστερης, της σχετικής διάταξης, όπως είχε στην αρχική της μορφή, μετά την ισχύ του νέου ΠΚ, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού.
Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρ. 79 ΠΚ, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του.
Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται. Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και την δια μέσου αυτών, σιωπηρή έστω, επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής, χωρίς να έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 755/2024, ΑΠ 712/2024, ΑΠ 423/2024, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1203/2022, ΑΠ 1112/2022 ΑΠ 758/2022, ΑΠ 676/2022, και υπό την όμοια ρύθμιση του προγενέστερου ΠΚ, ΑΠ 1582/2018, ΑΠ 1016/2018).
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά δε το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, αναγνωρίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό, αναφορά και συνάρτηση με το ύψος της επιβληθείσας ποινής και το μέγεθος της απαξίας της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 576/2024, ΑΠ 13/2022).
Χ. Κατά τη διάταξη του άρθρο 372 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, η οποία εφαρμόστηκε στην προκείμενη περίπτωση ως περιέχουσα ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο ως προς την ποινή διατάξεις (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), ληστεία διαπράττει όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ίδιου ΠΚ, "Αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Τέλος, με το άρθρο 47 του ίδιου ΠΚ, που φέρει τον γενικό τίτλο "Συνεργός", ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού".
Περαιτέρω κατά το άρθρο 83 του ισχύοντος ΠΚ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4855/2021,ΦΕΚ Α'215/12-11-2021) "όπου στο νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της.
Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία". Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 713/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του, αναφορικά με την επιμέτρηση των ποινών που επέβαλε, τα ακόλουθα επί λέξει (σελ 59-60): "Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 ΠΚ "1.
Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.2.
Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή της.3.
Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του.4.
Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.
Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών.6.
Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της.7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε. Στην προκειμένη περίπτωση, "το Δικαστήριο της ουσίας, λαμβάνοντας υπόψη τη βλάβη που προξένησαν τα εγκλήματα των κατηγορουμένων, τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των εγκλημάτων αυτών, την ένταση του δόλου τους, την εγκληματική διάθεση και ετοιμότητά τους, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, τη συμπεριφορά τους μετά την τέλεση των πράξεων, την απουσία οποιασδήποτε ηθικής αναστολής κατά την προσβολή των εννόμων αγαθών της ιδιοκτησίας αλλά και της σωματικής ακεραιότητας των παθόντων, με μοναδικό σκοπό την απόκτηση άκοπα, γρήγορα και αθέμιτα παράνομου χρηματικού οφέλους, κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί εις βάρος τους η αναγραφόμενη στο διατακτικό ποινή, η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία τους, με τη ρητή επισήμανση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής".
Με τα ως άνω διαλαμβανόμενα, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε, για την επιμέτρηση της ποινής, που επέβαλε στους αναιρεσείοντες, το άρθρο 79 του νΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης.
Εξάλλου με τις ανωτέρω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας ρητά αναφέρει τους λόγους που δικαιολογούν την κρίση του για την επιμέτρηση της παραπάνω ποινής που επιβλήθηκε στους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους και δεν περιορίζεται, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο και τέταρτο λόγο αναίρεσης, αντίστοιχα, μόνο στην επανάληψη της διάταξης του άρθρου 79 του Νπκ.
Επιπλέον ειδικότερη αιτιολογία και αναφορά αποδείξεων και περιστατικών δεν χρειαζόταν, όπως αβασίμως και αντιθέτως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αφού αυτά προκύπτουν από την περί ενοχής απόφαση και κατά συνέπεια δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την επιμέτρηση των ποινών, εκ νέου τα περιστατικά που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που παρατίθενται στην κύρια απόφαση, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες για τις πράξεις που προεκτέθηκαν.
Ειδικότερα στο ανωτέρω σκεπτικό, κυρίως, διαλαμβάνεται ότι για την επιβολή των ανωτέρω ποινών το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των εγκλημάτων αυτών, την ένταση του δόλου τους, την εγκληματική διάθεση και ετοιμότητά τους, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, τη συμπεριφορά τους μετά την τέλεση των πράξεων καθώς και την απουσία οποιασδήποτε ηθικής αναστολής κατά την προσβολή των εννόμων αγαθών της ιδιοκτησίας αλλά και της σωματικής ακεραιότητας των παθόντων, με μοναδικό σκοπό την απόκτηση άκοπα γρήγορα και αθέμιτα παράνομου χρηματικού οφέλους, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και εκτίθενται στο περί ενοχής σκεπτικό και διατακτικό που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τα οποία (το άνω σκεπτικό περί ποινής) αλληλοσυμπληρώνεται και αποτελεί ενιαίο σύνολο, όπως επίσης (διαλαμβάνονται) και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο έκανε την υπαγωγή, ως προς την επιμέτρηση των επιβληθησών ποινών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Μετά δε τη λήψη υπόψη των ανωτέρω κριτηρίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους τον μεν Χ. Π. για τις ένδικες αξιόποινες πράξεις της ληστείας από κοινού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, τον δε Σ. Σ. για την πράξη της απλής συνέργειας σε ληστεία από κοινού, και της άμεσης συνέργειας σε κλοπή.
Τις πράξεις δε αυτές ορθώς το Δικαστήριο υπήγαγε, όπως διαλαμβάνεται στο περί ενοχής σκεπτικό της, στις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26, 27 παρ. 1, 45, 47 εδ. α' 51, 52, 53, 57, 60, 79, 94, 98, 380 παρ.1νΠΚ, (και για τη χρηματική ποινή με βάση τον πΠΚ όπου δεν προβλέπεται), επέβαλε δε στον Χ. Π. την ποινή της φυλάκισης των 3 ετών για τη πράξη της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση και τη ποινή της κάθειρξης των 6 ετών για κάθε μία από τις δύο πράξεις της ληστείας από κοινού και συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και στον Σ.
Σ. την ποινή της φυλάκισης των 2 ετών για την πράξη της συνέργειας σε κλοπή και την ποινή της φυλάκισης των 4 ετών για την πράξη της συνέργειας σε ληστεία από κοινού και συνολική ποινή φυλάκισης πέντε ( 5) ετών. Η επιμέτρηση των ποινών έγινε μέσα στα όρια που ο νόμος διαγράφει για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στη δε απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση αυτού (Δικαστηρίου) για την επιμέτρηση των ποινών που επέβαλε, ενόψει της απαξίας των πράξεων αυτών που τέλεσαν οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι, με την επιβολή σε αυτούς των ανωτέρω ποινών, ουδόλως δε παραβιάστηκε στην προκειμένη περίπτωση η υπαγορευόμενη από το σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη την εξουσία του το δικάζον δικαστήριο.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' και Θ' προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης του Χ. Π. και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης του Σ. Σ. με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι αβάσιμος.
XΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4619/2019, σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 του ΠΚ, όπως ισχύει σήμερα, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε, μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μέχρι και πέντε ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων μετατροπής της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, διαφορετικά αν προχωρήσει στη μη μετατροπή αυτής (της ποινής) χωρίς προηγουμένως να αιτιολογήσει, υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της έλλειψης από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα από την οποία ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ. λόγος (ΑΠ 186/2024, ΑΠ 503/2022, ΑΠ 64/2023, ΑΠ 656/2021, ΑΠ 195/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε ο (έβδομος) κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων Σ. Σ. κηρύχτηκε ένοχος των ως άνω πράξεων και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων(4) ετών για την πράξη της συνέργειας σε ληστεία από κοινού και ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την πράξη της συνέργειας σε κλοπή, καθορίστηκε δε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε ( 5) ετών.
Στη συνέχεια δια του συνηγόρου του, υπέβαλε αίτημα μετατροπής της ως άνω στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία : "Στην προκείμενη περίπτωση, επιβλήθηκε στον έβδομο κατηγορούμενο η συνολική ποινή της φυλάκισης των πέντε (5) ετών με ποινή βάσης αυτήν των τεσσάρων (4) ετών.
Από το απόσπασμα ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι αυτός έχει καταδικαστεί με πλήθος αμετακλήτων αποφάσεων σε ποινές φυλάκισης και καθείρξεις πολυετείς, για πράξεις κυρίως κλοπών σε βασική μορφή, κλοπών αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, διακεκριμένων κλοπών, αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, κλπ.
Κατ' ακολουθίαν, το δικαστήριο κρίνει ότι η ανωτέρω συνολική ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, δεν πρέπει να μετατραπεί σε χρηματική, αλλά πρέπει να εκτιθεί εντός σωφρονιστικού καταστήματος, προκειμένου ν' αποτραπεί ο κατηγορούμενος από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος μετατροπής της επιβληθείσης ποινής σε χρηματική, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 του Συντ.
και 139 ΚΠοινΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δεν επέτρεψαν την μετατροπή της ποινής, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 82 και 99 του Π.Κ., όπως ίσχυαν πριν την αντικατάσταση τους με τον ν. 4619/2019, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, το εν λόγω Δικαστήριο, κατέληξε ανέλεγκτα στις ουσιαστικές παραδοχές του, δεχθέν ότι προκειμένου ν' αποτραπεί ο κατηγορούμενος από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων δεν πρέπει να μετατραπεί σε χρηματική, αλλά πρέπει να εκτιθεί εντός σωφρονιστικού καταστήματος διότι αυτός έχει καταδικαστεί με πλήθος αμετακλήτων αποφάσεων σε ποινές φυλάκισης και κάθειρξης πολυετείς, για πράξεις κυρίως κλοπών σε βασική μορφή, κλοπών αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, διακεκριμένων κλοπών, αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και καθίσταται η εκτέλεση της ποινής απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί ο αναιρεσείοντας από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ τρίτος λόγος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος του ανωτέρω αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.
ΧΙΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η υπό κρίση αιτήσεις είναι αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (587 ΚΠΔ) της παρούσης διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει: α) την από 2/5/2024 και αύξ. αρ. καταθ. 22/2024, αίτηση του κατηγορουμένου Χ. Π. του Σ. και β) την από 2/5/2024 και αύξ. αρ. καταθ. 40/2024 αίτηση του κατηγορουμένου Σ. Σ. του Γ. για αναίρεση της με αριθμό 713/2024 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης
Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακόσια (800) ευρώ για καθέναν από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ