Legislator Case Law & Legislation
761/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling granting private ownership via ten-year possession statute.

Case Number 761/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's judgment granting private ownership of land based on ten-year possession. The lower court found that the State's 2002 declaration of ownership did not disrupt the plaintiffs' good faith until 2008, satisfying the statutory requirements for ownership acquisition. Consequently, the appeal was rejected as the State failed to prove the necessary conditions for the legal presumption of ownership were met.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) and 2 of Law 3127/2003; A declaration of ownership by the State does not disrupt the good faith of a possessor unless the possessor had knowledge of it before the statutory period expired, thereby preventing the acquisition of ownership through ten-year possession.

Keywords

AI generated
acquisition of ownership ten-year possession good faith disruption of possession State ownership declaration statutory period property rights

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) and (2) of Law 3127/2003
Articles 552, 553, 556, 558, 564(1) and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 761 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 761/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π. του Ε. και της Μ., 2) Ε. Π. του Ν. και της Π., 3) Μ. Π. του Ν. και της Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πολυξένη-Μαρία Ζιάκα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11504/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24-09-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 364/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 11504/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από 08-03-2018 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί είχαν ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητα εκάστου εξ αυτών στις αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, που έχουν ανεγερθεί επί οικοπέδου κείμενου εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Κηφισιάς Αττικής, επί της οδού ..., έκτασης 833,66 τ.μ. και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής που έχει καταχωρηθεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς, όπου φέρεται δικαιούχος το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Η διάταξη της περίπτωσης β` εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.... Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2.

Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου".

που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22.4/16- 5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Με την ως άνω ρύθμιση εισάγεται μια σημαντική τομή στις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων, καθώς υπό τους εκεί ειδικά προβλεπόμενους όρους θεσπίζεται ένα είδος χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε αστικά ακίνητα. Οι παραπάνω διατάξεις τέθηκαν κατά τροποποίηση των ν. 2308/1995 και 2664/1998, προκειμένου να αρθούν οι αμφισβητήσεις που είχαν προκύψει κατά τη σύνταξη του κτηματολογίου των διαφορών κυριότητας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιωτών σε ακίνητα που κατείχαν από πολλών ετών και αμφισβητούσε την κυριότητα τους το Ελληνικό Δημόσιο και με αυτές αναγνωρίζεται πλέον σε ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλεστούν τρόπο κτήσης κυριότητας την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του δημοσίου.

Έτσι, κατ` εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ` εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος, υπό τις οριζόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις (Ολ ΑΠ 11/2015, ΑΠ 647/2020). Ειδικότερα, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου του Δημοσίου προϋποθέτει: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων, 3) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιαταράκτης νομής μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003, ήτοι μέχρι 19-3-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο εξ επαχθούς αιτίας υπέρ του ιδίου του νεμομένου, ή νεμηθέντος, ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, ή έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρι την έναρξη ισχύος του ίδιου πιο πάνω νόμου επί τριάντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα (νεμόμενος, ή νεμηθείς), ή οιοσδήποτε εκ των δικαιοπαρόχων του ήταν κακής πίστεως.

Η ρύθμιση αυτή, όπως προεκτέθηκε, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, οι προαναφερόμενες δε διατάξεις του ν. 3127/2003 εφαρμόζονται σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (Ολ ΑΠ 11/2015, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 1813/2017) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς δηλαδή τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει (ΑΠ 1725/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ).

Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του δημοσίου κτήματος είναι, μεταξύ άλλων, και η από το Ελληνικό Δημόσιο, πριν από την 19.3.2003, κοινοποίηση της πράξης της αρμόδιας Αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημοσίου κτήματος (Ολ ΑΠ 11/2015), επίσης η κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης (ΑΠ 826/2018), η με οποιοδήποτε τρόπο γνώση από τον ιδιώτη της δήλωσης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου ότι το ακίνητο έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση (ΑΠ 290/2023, ΑΠ 712/2020), ή της ένστασης του τελευταίου προς το Κτηματολόγιο (ΑΠ 111/2023) και η γνωστοποίηση της απόφασης επί της ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη (ΑΠ 807/2019).

Δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει αυτός να νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 727/2022, ΑΠ 1647/2022, ΑΠ 1813/2017). Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Κατ' άρθρο 1042 ΑΚ ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Επομένως, καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής: α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος, καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί.

Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως κατά το άρθρον 4 ν.3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής υπό εκατέρου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν.3127/2003 καθίσταται σαφές, ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλά αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 525/2020, ΑΠ165/2017).

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 10/2011 Ολ ΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (Ολ ΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Τέλος, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.

Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η δε ποιοτική με βάση τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 886/2018). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη, την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 106/2015).

Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1697/2022, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 597/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ότι με τις από 23-07-2018 προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβάθμιο δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων έπασχε από πλήρη αοριστία σχετικά με συγκεκριμένες πράξεις νομής των τελευταίων και των φερομένων άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του επίδικου ακινήτου και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει καθ' όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την 11-09-1915.

Και, τούτο, διότι, όπως ισχυρίστηκε με τις ως άνω προτάσεις του, το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν δημόσια δασική έκταση, άλλως ότι έχει περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, καθώς το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα ευρύτερης έκτασης που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξάρτητου Κράτους και κανονίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου για το μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες των Οθωμανών, άλλως, ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, βάσει των διατάξεων του από 10-07-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", ως αδέσποτη, κατά το χρόνο εκείνο, άλλως, ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει τακτικής ή εκτάκτου χρησικτησίας, καθόσον τη νεμόταν και εξακολουθεί να τη νέμεται με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και νόμιμο τίτλο βάσει των προαναφερομένων πρωτοκόλλων του 1830 και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του 1832, αδιάλειπτα, από την απελευθέρωση τον τουρκικό ζυγό μέχρι σήμερα, διαφυλάσσοντας αυτήν με τα αρμόδια όργανά του.

Ότι, επίσης, παρά το γεγονός ότι με τις ανωτέρω προτάσεις του αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους και προέβαλε ένσταση δικής του κυριότητας στο επίδικο για τους ανωτέρω λόγους, παρά το νόμο, το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, ενώ παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου [ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) , ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3)], που προβλέπουν τη δυνατότητα απόκτησης κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία και [ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), ν. 3 Πανδ. (41.10) και ν. 109 Πανδ. (50.16)], που προβλέπουν τη δυνατότητα προσμέτρησης στο χρόνο νομής του χρησιδεσπόζοντος, του χρόνου όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εάν είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, εφόσον όμως, ο χρόνος της χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11-9-1915, κατά τα άρθρα 18 και 21 του Ν.

της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και από τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ'/1912 "περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και τέλος τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1045, 974, 1051, 1054 και 1055 του ΑΚ.

Ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους επανέφερε και ενώπιόν του με λόγο έφεσης, δέχθηκε συγκεκριμένα ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση, το εκκαλούν, με το δεύτερο λόγο έφεσης, δεύτερη υποπερίπτωση και τον ταυτόσημο τρίτο λόγο έφεσης, επανέλαβε τον ισχυρισμό που είχε προβάλει πρωτοδίκως και απερρίφθη, ισχυριζόμενο ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, διότι, ύστερα από την αμφισβήτηση της κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα κυριότητας, στα επίδικα τμήματα, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ασκούσαν πράξεις νομής, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1885 έως το έτος 1915, ήτοι επί τριακονταετία, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, οι ενάγοντες φέρουν το βάρος να αποδείξουν μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο.

Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει ως τέτοια να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας, διότι το Δημόσιο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματός του γεγονότων.", με αποτέλεσμα να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ.

Όπως προκύπτει από την ένδικη από 08-03-2018 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στην ..., στη θέση "...", επί της οδού ..., εντός του με αριθμό ...

Οικοδομικού Τετραγώνου, έκτασης, κατά τους τίτλους κτήσης, 833,66 τ.μ. και ότι επί του οικοπέδου αυτού είναι κτισμένη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο. Ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε σ' αυτούς, κατά ψιλή κυριότητα, δυνάμει του ...-1981 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω δωρεάς εν ζωή από τη μητέρα του πρώτου και μάμμη των λοιπών εξ αυτών Μ.

συζ. Ε. Π., η οποία παρακράτησε την επικαρπία για τον εαυτό της, εφ' όρου ζωής, και ότι με το ίδιο πιο πάνω δωρητήριο συμβόλαιο, η δικαιοπάροχός τους συνέστησε επί του οικοπέδου τις αναφερόμενες ειδικότερα στην αγωγή οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ότι στις 11.08.1989, απεβίωσε η δικαιοπάροχός τους και επικαρπώτρια του οικοπέδου, με αποτέλεσμα η επικαρπία να συνενωθεί με την ψιλή κυριότητά τους.

Ότι στην ως άνω δικαιοπάροχό τους, το ανωτέρω οικόπεδο είχε περιέλθει με αγορά από τον Σ. Φ., δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι την επί του οικοπέδου οικοδομή, δηλαδή τον ισόγειο όροφό της, ανήγειρε η ίδια με δική της επιμέλεια και δαπάνες. Ότι με την ...-2006 πράξη της συμβολαιογράφου Ο.

Γ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, τροποποίησαν την ανωτέρω σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών και διένειμαν μεταξύ τους τις οριζόντιες ιδιοκτησίες και ότι στη συνέχεια, με τις 32.826/2006 και 32.827/2006 πράξεις της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ο πρώτος από αυτούς μεταβίβασε μέρος των συσταθέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών, κυριότητάς του, στους δεύτερο και τρίτη εξ αυτών.

Ότι με τις ανωτέρω πράξεις, η υπό στοιχεία ΙΣ1 οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου της οικοδομής ανήκει, κατά ψιλή κυριότητα, στην τρίτη εξ αυτών και κατ' επικαρπία στον πρώτο, η υπό στοιχεία ΙΣ2 οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ανήκει, κατά πλήρη κυριότητα, στον πρώτο από αυτούς, η υπό στοιχεία Α1 οριζόντια ιδιοκτησία του μελλοντικού πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου ανήκει, κατά πλήρη κυριότητα, στον δεύτερο από αυτούς, στον οποίo ανήκει, κατά πλήρη κυριότητα, και η υπό στοιχεία Β1 οριζόντια ιδιοκτησία του μελλοντικού δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου και ότι το δικαίωμα ανέγερσης (υψούν) του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της οικοδομής ανήκει, κατά πλήρη κυριότητα, στην τρίτη από αυτούς, ενώ αντιστοιχούν σε κάθε οριζόντια ιδιοκτησία ανάλογα χιλιοστά εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου.

Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης στο Δήμο Κηφισιάς, το ανωτέρω οικόπεδο (και όχι οι επ' αυτού συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες) καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς με το αναφερόμενο ΚΑΕΚ, όπου φέρεται εσφαλμένα ότι αυτό ανήκει, κατά πλήρη κυριότητα, στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Επικαλούμενοι δε περαιτέρω οι ενάγοντες ότι νέμονται οι ίδιοι συνεχώς και αδιαταράκτως το ευρισκόμενο εντός σχεδίου πόλεως επίδικο ακίνητο για δέκα και πλέον έτη πριν τη δημοσίευση, στις 19-3-2003, του Ν. 3127/2003 και επικουρικά ότι νέμονται συνεχώς και αδιαταράκτως το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα τριάντα και πλέον ετών πριν τις 19-3-2003, προσμετρώντας και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου τους από το έτος 1963, ζήτησαν με την αγωγή τους να αναγνωρισθούν τα εμπράγματα δικαιώματά τους επί του ανωτέρω ακινήτου, κατά τις αναφερόμενες ως άνω διακρίσεις, να δημιουργηθούν ξεχωριστά ΚΑΕΚ για κάθε μία από τις πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής, που έχει καταχωρηθεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς, όπου εσφαλμένα φέρεται ως δικαιούχος του ακινήτου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Από το περιεχόμενο αυτό της αγωγής, καθίσταται σαφές ότι αυτή στηρίζεται, ως προς τα επικαλούμενα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3127/2003 και ειδικότερα στην ειδική χρησικτησία του άρθρου αυτού, τις προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου παραθέτουν οι αναιρεσίβλητοι στην αγωγή τους.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής τους να παραθέσουν σ' αυτήν πράξεις νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους επί τριάντα έτη μέχρι τις 11-9-1915, δεδομένου ότι, εφόσον η αγωγή τους, όπως προαναφέρθηκε, στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3127/2003, όφειλαν να επικαλεστούν με την αγωγή τους μόνο τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού και όχι τις προϋποθέσεις του ΒΡΔ, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες διατάξεις που εκτίθενται ανωτέρω στον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο.

Ούτε, επίσης, όφειλαν οι αναιρεσίβλητοι, ενόψει του ισχυρισμού που πρότεινε πρωτοδίκως το αναιρεσείον περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, να συμπληρώσουν την αγωγή τους με τα πιο πάνω στοιχεία, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός, ενόψει του περιεχομένου και του αιτήματος της αγωγής, δεν ασκούσε καμία επίδραση στην ένδικη υπόθεση, καθόσον και αν ακόμα υπήρξε τέτοια κυριότητα του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου, αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι οι ενάγοντες θα αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής τους, θα καταλυθεί, ενόψει της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, με τον οποίο απλοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις απόδειξης της κυριότητας έναντι του Δημοσίου, για την απρόσκοπτη ολοκλήρωση της Κτηματογράφησης, όπως επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού (ΑΠ 1725/2022).

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο το τελευταίο επανέφερε ενώπιόν του τον, προταθέντα και πρωτοδίκως, ανωτέρω ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την προαναφερόμενη από τον αριθμο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι του αριθμού 1α που αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμος (άρθρ. 578 ΚΠολΔ) με την επισήμανση ότι η περί αοριστίας της αγωγής αιτίαση δεν ιδρύει την επικαλούμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (ΑΠ 1676/2001).

Με το δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο εσφαλμένα διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, το εκκαλούν, με το δεύτερο λόγο έφεσης, δεύτερη υποπερίπτωση και τον ταυτόσημο τρίτο λόγο έφεσης, επανέλαβε τον ισχυρισμό που είχε προβάλει πρωτοδίκως και απερρίφθη, ισχυριζόμενο ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, διότι, ύστερα από την αμφισβήτηση της κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα κυριότητας, στα επίδικα τμήματα, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ασκούσαν πράξεις νομής, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1885 έως το έτος 1915, ήτοι επί τριακονταετία, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου".

Ισχυρίζεται δε περαιτέρω το αναιρεσείον ότι με τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασής του, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο δεύτερος λόγος έφεσης, δεύτερη υποπερίπτωση, που αφορά την αοριστία της αγωγής λόγω μη αναφοράς των διακατοχικών πράξεων επί τριακονταετία προ του 1915, είναι ταυτόσημος με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο οποίος όμως, αφορά στο βάσιμο της αγωγής σε σχέση με την πλήρωση των διατάξεων που επιβάλλουν την απόδειξη των διακατοχικών πράξεων επί τριακονταετία προ του 1915.

Ότι με αυτά που δέχθηκε κατά τα ανωτέρω το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από το ίδιο (το αναιρεσείον) με τον τρίτο λόγο της έφεσής του και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι κατά το μέρος αυτό, αβάσιμος.

Και, τούτο, διότι, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, κατά την έρευνα του πρώτου μέρους του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου, και σε συνέχεια των αμέσως παραπάνω αναφερομένων, απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, επειδή αυτοί δεν επικαλέστηκαν με την αγωγή τους πράξεις νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων τους επί τριακονταετία προ του 1915, τον οποίο ισχυρισμό προέβαλε το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, δεύτερη υποπερίπτωση, και επομένως, απέρριψε εκ των πραγμάτων και τον τρίτο λόγο της έφεσής του περί μη απόδειξης από τους αναιρεσίβλητους τέτοιων περιστατικών νομής προ του 1915.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι κατά το ως άνω μέρος και αλυσιτελής. Τούτο δε, διότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στα πλαίσια της έρευνας του πρώτου μέρους του πρώτου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσίβλητοι δεν όφειλαν, ενόψει του περιεχομένου της αγωγής τους, που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3127/2003, να επικαλεστούν με την αγωγή τους και πολύ περισσότερο να αποδείξουν πράξεις νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους επί τριακονταετία προ του 1915.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 Ν. 998/1979 οποιοσδήποτε επικαλείται ή αξιώνει δικαίωμα εμπράγματο ή μη επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των αναφερόμενων στο άρθρο 74 του νόμου αυτού εδαφών, οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται διαδικαστικό προνόμιο υπέρ του Δημοσίου, το οποίο συνίσταται στην απαλλαγή του από το βάρος απόδειξης της ιδίας του κυριότητας επί των δασών, δασικών εκτάσεων και άλλων και μετατίθεται το βάρος απόδειξης στον επικαλούμενο υπέρ αυτού δικαίωμα κυριότητας.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησίας" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.

Εξάλλου, στο άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", ορίζονται τα εξής: "4. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και τα εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση, το περιαστικό πράσινο, οι κηρυγμένες δασωτέες ή αναδασωτέες εκτάσεις... ", ενώ στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζονται τα ακόλουθα: "6.

Δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νόμου: α) ... β) ... γ)... δ)... ε)... στ) ... ζ) Οι περιοχές για τις οποίες υφίστανται εγκεκριμένα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών, τα όρια των οποίων έχουν εγκριθεί με πράξεις της Διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων 21.11/1.12.1979 (Δ' 693), 2.3/13.3.1981 (Δ' 138) ή 24.4/3.5.1985 (Δ' 181) ή βρίσκονται εντός ορίων εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών ή ρυμοτομικών σχεδίων... " Επίσης, στο άρθρο 4 παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω νόμου ορίζεται ότι "Από της απόψεως της θέσεως των δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τους χώρους ανθρωπινής εγκαταστάσεως και δραστηριότητος, διακρίνονται:

α) Πάρκα και άλση εντός των πόλεων ή των οικιστικών περιοχών..." και στο άρθρο 49 παρ. 1 ότι "Τα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή πολεοδομικής ζώνης ή εντός οικιστικής περιοχής υφιστάμενα πάρκα, άλση και δενδροστοιχίαι, ... δεν δύνανται να μεταβάλουν προορισμόν ή χρήσιν". Περαιτέρω, στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3208/2003 ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων, δημοσίων και ιδιωτικών, εκτός εάν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον κατά τις ειδικές προβλέψεις της εν γένει δασικής νομοθεσίας".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ως πάρκα ή άλση, που βρίσκονται σε περιοχές εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 998/1979, θεωρούνται οι αντίστοιχοι χώροι που προβλέπονται από το ισχύον στην περιοχή ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου.

Οι ανωτέρω προστατευτικές των δασών και δασικών εκτάσεων νομοθετικές διατάξεις δεν καταλαμβάνουν, κατά συνέπεια, χώρους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο ως οικοδομήσιμοι, έστω και αν η τυχόν υφιστάμενη επ' αυτών βλάστηση θα δικαιολογούσε, ενδεχομένως, την εισαγωγή ρυμοτομικής ρυθμίσεως περί χαρακτηρισμού τους ως κοινοχρήστων χώρων πρασίνου.

Και τούτο, διότι για να θεωρηθεί μια ρυμοτομική ρύθμιση ως μη ισχύουσα, δεν αρκεί η συνδρομή λόγων που θα δικαιολογούσαν ή θα επέβαλαν την άρση της, αλλά απαιτείται, σύμφωνα άλλωστε και με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η έκδοση αντίθετης πράξης από την αρμόδια διοικητική αρχή (ΑΠ 487/2014). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται το αναιρεσείον ότι ισχυρίστηκε τόσο πρωτοδίκως, όσο και στην κατ' έφεση δίκη ότι, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με ταπί και την κατά το άρθρο 3 του από 17/29-11-1836 β.

δ/τος έγγραφη αναγνώριση του εν λόγω τίτλου από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, έχει καταστεί κύριο της επίδικης έκτασης, διότι: Α) αποτελεί δημόσια δασική έκταση, καθώς εμπίπτει εντός ευρύτερης έκτασης με κωδικό αριθμό ... και περιλαμβάνεται στις δημόσιες δασικές εκτάσεις, σύμφωνα με την ...-2002 δήλωση της Υπηρεσίας προς εφαρμογή του Ν. 2308/1995, βάσει μαχητού τεκμηρίου κυριότητας του δημοσίου, το οποίο ισχύει για εκτάσεις που φέρουν ή έφεραν στο παρελθόν δασική βλάστηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 998/1979.

Β) είναι τμήμα ευρύτερης έκτασης, που περιήλθε στο Δημόσιο στις 31-3-1833, δυνάμει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου. Γ) άλλως, η επίδικη έκταση περιήλθε στο Δημόσιο ως αδέσποτη, βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 β.δ. "περί διακρίσεως των κτημάτων".

Δ) άλλως, η επίδικη έκταση περιήλθε στο Δημόσιο με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία. Ότι το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του αυτούς, με το αιτιολογικό ότι "... αφενός από την ένταξη του εν λόγω οικοπέδου στο σχέδιο πόλης και εφόσον δεν πρόκειται περί κοινόχρηστου χώρου ή χώρου πρασίνου, αυτό δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του Ν. 998/1979, αφετέρου, ακόμη και αν είχε θεμελιωθεί κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά ένα από τους ως άνω αναφερόμενους τρόπους, αυτή έχει καταλυθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, συντρεχόντων των προϋποθέσεων που προβλέπει αυτό..".

Ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο γεωτεμάχιο - οικόπεδο, έκτασης 823 τ.μ., σύμφωνα με το υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2018 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Κηφισιάς, στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Κηφισιάς Αττικής, στο με αριθμό 722 Ο.Τ., επί της οδού ... και συνορεύει, κατά το ως άνω κτηματολογικό διάγραμμα, βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία με Κ.Α.Ε.Κ. ...

και εν μέρει με ιδιοκτησία με Κ.Α.Ε.Κ. ..., ανατολικά με ιδιοκτησία άνευ εμφαινόμενου Κ.Α.Ε.Κ., νότια με ιδιοκτησία με Κ.Α.Ε.Κ. ... και δυτικά με την οδό ... με Κ.Α.Ε.Κ. ..., έχει δε καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με Κ.Α.Ε.Κ. ... Το προπεριγραφόμενο οικόπεδο περιήλθε σε μείζονα έκταση στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της Μ.

συζ. Ε. Π., το γένος Ι. Σ., μητέρας του πρώτου και γιαγιά των λοιπών εναγόντων, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1963 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ..., λόγω αγοράς από τον προηγούμενο κύριο αυτού Σ.

Φ., ο οποίος είχε αποκτήσει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητά του, με το υπ' αριθμ. ....1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. και το υπ' αριθμ. ....1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ε., που μεταγράφηκαν αμφότερα νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου στους τόμους ... και ..., με αύξοντες αριθμούς ...

και ... αντίστοιχα, λόγω αγοράς από τον Σ. Κ. του Π. και τον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.), ενεργούντος για λογαριασμό της Ιεράς Μονής Πετράκη. Επί του προπεριγραφέντος ακινήτου, η δικαιοπάροχος των εναγόντων ανήγειρε με ίδιες δαπάνες ισόγεια οικοδομή, προς κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της οικογένειάς της.

Ακολούθως, η τελευταία υπήγαγε το οικόπεδο και την επ' αυτού κείμενη ισόγεια οικοδομή στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. και συνέστησε με την υπ' αριθμ. ....1981 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ..., τις κάτωθι οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι:

α) την οριζόντια ιδιοκτησία του ισόγειου ορόφου, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 20% εξ αδιαιρέτου, β) τη μελλοντικά ανεγερθησόμενη οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 20% εξ αδιαιρέτου, γ) τη μελλοντικά ανεγερθησόμενη οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 25% εξ αδιαιρέτου, δ) τη μελλοντικά ανεγερθησόμενη οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 25% εξ αδιαιρέτου και ε) το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων επί της επιτρεπόμενης οικοδομήσιμης επιφάνειας του δώματος του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 10% εξ αδιαιρέτου.

Με το ανωτέρω δε συμβόλαιο μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, αιτία δωρεάς εν ζωή, στο μεν πρώτο ενάγοντα τις άνω υπό στοιχ. α', β' και ε' οριζόντιες ιδιοκτησίες, στο δεύτερο ενάγοντα την υπό στοιχ. γ' οριζόντια ιδιοκτησία και στην τρίτη ενάγουσα την υπό στοιχ. δ' οριζόντια ιδιοκτησία, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής για τον εαυτό της και τον σύζυγό της Ε.

Π., το δικαίωμα επικαρπίας, ο οποίος, ωστόσο, ουδέποτε αναμείχθηκε στο δικαίωμα αυτό. Ακολούθως, την 11η-8-1989 απεβίωσε η δικαιοπάροχος των εναγόντων, με αποτέλεσμα να συνενωθεί η ψιλή κυριότητα αυτών με την επικαρπία, καθιστάμενοι έτσι πλήρεις κύριοι των προαναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες, ως συγκύριοι του οικοπέδου, προέβησαν σε τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και ειδικότερα με την υπ' αριθμ. ...-2006 πράξη τροποποίησης της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Ο.

Γ.-Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ..., κατήργησαν την Πέμπτη αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 10% εξ αδιαιρέτου, δημιουργώντας τις κάτωθι περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι:

α) τη με στοιχεία ΙΣ1 (Γιώτα Σίγμα ένα) οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του ισόγειου ορόφου, συνολικής επιφάνειας 125,93 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 20% εξ αδιαιρέτου, β) τη με στοιχεία ΙΣ2 (Γιώτα Σίγμα δύο) οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του ισογείου ορόφου, συνολικής επιφάνειας 84,78 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 10% εξ αδιαιρέτου, γ) τη με στοιχεία Άλφα ένα (Α1) μελλοντικά ανεγερθησόμενη οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που θα έχει συνολική επιφάνεια 83,28 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 20% εξ αδιαιρέτου, δ) τη με στοιχεία Βήτα ένα (Β1) μελλοντικά ανεγερθησόμενη οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που θα έχει συνολική επιφάνεια 93,78 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 25% εξ αδιαιρέτου και ε) στο δικαίωμα ανέγερσης του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 25% εξ αδιαιρέτου.

Κατόπιν, με το υπ' αριθμ. ...-2006 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ..., ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε στην τρίτη ενάγουσα - θυγατέρα του, λόγω γονικής παροχής, κατά ψιλή κυριότητα, τη με στοιχεία ΙΣ1 (Γιώτα Σίγμα ένα) οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του ισόγειου ορόφου, παρακρατώντας για τον εαυτό του εφ' όρου ζωής το δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 100%, ενώ με το υπ' αριθμ. ...-2006 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ..., ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε στο δεύτερο ενάγοντα - υιό του, λόγω γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα τη με στοιχεία άλφα ένα (Α1) μελλοντικά ανεγερθησόμενη οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2008 οι ενάγοντες υπέβαλαν για τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης στο Δήμο Κηφισιάς, τις αντίστοιχες δηλώσεις ιδιοκτησίας, κατά τον Ν. 2.308/1995, πλην όμως διαπιστώθηκε ότι, λόγω σύγχυσης ως προς τα διοικητικά όρια των Δήμων Κηφισιάς και Μελισσίων, το γεωτεμάχιο, επί του οποίου είχε ανεγερθεί η ανωτέρω οικοδομή, είχε ήδη καταχωρηθεί με Κ.Α.Ε.Κ. ...

και ως ανήκον εξ ολοκλήρου στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Μελισσίων, που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου, όπου η διαδικασία της κτηματογράφησης είχε κηρυχθεί περαιωθείσα ήδη από το έτος 2004. Προσέτι, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Φ.Ε.Κ. 3.128/8/29-9-2016), το επίδικο γεωτεμάχιο, μαζί με άλλα, για τα οποία διαπιστώθηκε η περαίωση της κτηματογράφησης και ορίστηκε η έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στο Δήμο Μελισσίων, εξαιρέθηκε από τους κτηματολογικούς πίνακες και τα διαγράμματα της Β' Ανάρτησης και ορίσθηκε ότι βρίσκονται εντός των διοικητικών ορίων της περιοχής του Δήμου Κηφισιάς, που εξακολουθούσε κατά εκείνο το χρόνο να τελεί υπό κτηματογράφηση.

Σε συνέχεια της προρρηθείσας υπουργικής απόφασης, διαγράφηκε το Κ.Α.Ε.Κ. ... από τα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Μελισσίων, που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου και μεταφέρθηκε αυτούσιο στο Κτηματολογικό Γραφείο Κηφισιάς, όπου καταχωρίσθηκε με Κ.Α.Ε.Κ. ... και δικαιούχο του εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο.

Το τελευταίο διατείνεται ότι το επίμαχο γεωτεμάχιο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, καθώς, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων, στις αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης εμφανίζεται ως έκταση δασικής μορφής, ενώ στην αεροφωτογραφία του έτους 1998 ως έκταση άλλης μορφής, συμπεριλαμβανόμενη σε ευρύτερη έκταση δασικού χαρακτήρα.

Ωστόσο, αφενός τα προσκομιζόμενα από το εναγόμενο έγγραφα αφορούν εδαφική έκταση, η οποία εμπίπτει στο θεωρημένο δασικό χάρτη του Ο.Τ.Α. Μελισσίων και όχι του Ο.Τ.Α. Κηφισιάς και αφετέρου από την ένταξη του επιδίκου στο σχέδιο πόλης (βλ. σχετικώς το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Κηφισιάς, όπου βεβαιώνεται ότι το επίδικο οικόπεδο εμπίπτει εντός του με αριθμό ...

Ο.Τ. και βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Κηφισιάς και σε περιοχή εντός σχεδίου πόλεως, σύμφωνα με το Β.Δ. 31.12.1970/Φ.Ε.Κ. 24 Δ'/28.1.1971 "Περί επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Κηφισιάς (Αττικής)..."), σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην προδιαληφθείσα μείζονα σκέψη, ενόψει και του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν ισχυρίστηκε για το ένδικο γεωτεμάχιο ότι, σύμφωνα με το ισχύον πολεοδομικό σχέδιο, πρόκειται για κοινόχρηστο χώρο ή χώρο πρασίνου, δεν υπάγεται στο Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας".

Εξάλλου, από το έτος 1963, οπότε απέκτησε η δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ. συζ. Ε. Π. το επίδικο οικόπεδο από επαχθή αιτία (αγορά), κατά τα προαναφερόμενα, και ανήγειρε την επίδικη οικοδομή κατά τον ισόγειό της όροφο, αλλά και από το έτος 1981, οπότε οι ενάγοντες απέκτησαν με δωρεά, κατά ψιλή κυριότητα το επίμαχο οικόπεδο και τις επ' αυτού συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες από τη δικαιοπάροχό τους Μ.

συζ. Ε. Π. και κατά πλήρη κυριότητα από το έτος 1989, οπότε και απεβίωσε η ανωτέρω επικαρπώτρια, οι ενάγοντες αλλά και η ως άνω δικαιοπάροχός τους χρησιμοποιούν το επίδικο ακίνητο αλλά και την εν λόγω ισόγεια οικοδομή για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της οικογένειάς τους, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. ....2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Φ.

συζ. Δ. Κ., το γένος Μ. Τ., η οποία, ως προς το θέμα αυτό, χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι το επίδικο οικόπεδο κατοικείται για πάνω από 60 χρόνια. Περαιτέρω, οι ενάγοντες αλλά και η ως άνω δικαιοπάροχος, συγγενής τους, δήλωναν τα εμπράγματα δικαιώματά τους στο επίδικο ακίνητο ως περιουσιακά τους στοιχεία κατά την υποβολή φορολογικών δηλώσεων, καταβάλλοντας τον αντιστοιχούντα στην αξία τους φόρο ακίνητης περιουσίας.

Εξ όλων των ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των εναγόντων οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. α' του Ν. 3.127/2003, καθόσον νέμονται με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ της ως άνω δικαιοπαρόχου τους, αδιατάρακτα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, ήτοι από το έτος 1963 (έτος κατάρτισης του υπ' αριθμ. ...

νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας) και μέχρι τη 19η.3.2003, αλλά και μετά από αυτό τουλάχιστον μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος του Κτηματολογίου στον οικείο Δήμο (8-11-2016), έχοντας καλή πίστη και χωρίς κατά το χρονικό αυτό διάστημα να προβληθεί δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ή τρίτων προσώπων.

Άλλωστε, το εναγόμενο δεν αμφισβήτησε τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων, καθώς ουδέποτε επιτήρησε, φύλαξε με αρμόδια δασικά όργανα το επίδικο ή εξέδωσε δασικές απαγορευτικές διατάξεις, αντιθέτως εισέπραττε επί χρόνια τους φόρους, τα τέλη και τα δικαιώματα που αφορούσαν το εν λόγω οικόπεδο, αλλά και τις επ' αυτού συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες και δεν προέβη ποτέ στη σύνταξη πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του ως άνω ακινήτου, ούτε ενήργησε υλικές πράξεις επ' αυτού, ενώ η επικαλούμενη από 16.9.2002 δήλωσή του προς το Εθνικό Κτηματολόγιο αφορά διεκδικούμενες εκτάσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο Δήμο Μελισσίων και όχι στο Δήμο Κηφισιάς, όπου υπάγεται το επίμαχο ακίνητο.

Με βάση, λοιπόν, τα όσα αποδείχθηκαν ανωτέρω, οι ενάγοντες απέκτησαν το επίδικο γεωτεμάχιο με Κ.Α.Ε.Κ. ... με τα προσόντα του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3127/2003 και δη ο πρώτος ενάγων κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, ο δεύτερος ενάγων κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 45% εξ αδιαιρέτου και η τρίτη ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, ενώ το υπόλοιπο 20% εξ αδιαιρέτου ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στην τρίτη ενάγουσα και κατ' επικαρπία στον πρώτο ενάγοντα.

Οι δε πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμοί του εναγόμενου, που συνιστούν και σχετικούς λόγους έφεσης, ότι η κυριότητα του επιδίκου ανήκει σ' αυτό, λόγω του ότι αποτελεί έκταση με δασικό ανέκαθεν χαρακτήρα, γεγονός που καθιερώνει τεκμήριο κυριότητάς του, κατ' άρθρο 62 παρ. 1 του Ν. 998/1979 και ότι, αφού δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ.

της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" ειδική διαδικασία για την αναγνώρισή του ως ιδιωτικού δάσους, τεκμαίρεται ότι ανήκει στο Δημόσιο, άλλως κατά την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, άλλως βάσει των διατάξεων του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", ως αδέσποτο, κατά το χρόνο εκείνο, άλλως ότι περιήλθε σ' αυτό με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία από σύστασης του Ελληνικού Κράτους, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, δεδομένου ότι, αφενός από την ένταξη του εν λόγω οικοπέδου στο σχέδιο πόλης και εφόσον δεν πρόκειται περί κοινόχρηστου χώρου ή χώρου πρασίνου, αυτό δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", αφετέρου, ακόμη και αν είχε θεμελιωθεί κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά ένα από τους ως άνω αναφερόμενους τρόπους, αυτή έχει καταλυθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν. 3.127/2003, συντρεχόντων των προϋποθέσεων που προβλέπει αυτό, κατά τα ανωτέρω.

Συνεπώς, αβάσιμος τυγχάνει και ο σχετικός λόγος έφεσης περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του Ν. 3.127/2003. Τέλος, αφού η περιοχή του Δήμου Κηφισιάς κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, με την υπ' αριθμ. ....2016 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Φ.Ε.Κ. ....2016), διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 8-11-2016.

Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο, το επίδικο γεωτεμάχιο, επί του οποίου έχουν συσταθεί οι προπεριγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, καταχωρίστηκε με Κ.Α.Ε.Κ. ... και φέρεται εσφαλμένα κατά ποσοστό 100% ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, οι δε οριζόντιες ιδιοκτησίες δεν αποτυπώθηκαν αυτοτελώς στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς.

Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστούν τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων τόσο στο γεωτεμάχιο με Κ.Α.Ε.Κ. ..., όσο και στις επ' αυτού συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3.127/2003 (τακτική χρησικτησία), να διαταχθεί η διόρθωση των κατά τα προαναφερόμενα ανακριβών πρώτων εγγραφών στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς, προκειμένου αφενός να καταχωρισθούν οι ενάγοντες ως εμπράγματοι δικαιούχοι του επιδίκου γεωτεμαχίου, αφετέρου να αποτυπωθούν αυτοτελώς οι ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και καταχωρισθούν αυτές στο όνομα των εναγόντων, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 4 και 62 παρ. 1 του Ν. 998/1979, 4 παρ. 2 του Ν. 3127/2003, του από 10-7-1837 β.δ/τος "περί διακρίσεως κτημάτων", του άρθρου 3 του από 17/29-11-1836 β.δ/τος, καθώς και τα αναφερόμενα πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, καθώς έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι το επίδικο βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλης του Δήμου Κηφισιάς, ότι δεν αποτελεί κατά το ρυμοτομικό σχέδιο του εν λόγω Δήμου κοινόχρηστο χώρο ή χώρο πρασίνου και ότι η όποια κυριότητα του αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου καταλύθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 Ν. 3741/2003, εφόσον δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.

Απορρίπτοντας δε τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και συγκεκριμένα των άρθρων 3 παρ. 6 του Ν. 998/1979 και 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003 και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Επομένως, ο από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται το αναιρεσείον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε την από 16-9-2002 δήλωση ιδιοκτησίας του προς το Εθνικό Κτηματολόγιο, ωστόσο δεν δέχθηκε ότι τούτο συνιστά νόμιμο τρόπο προστασίας της νομής του επί του δημοσίου κτήματος και συγχρόνως διατάραξη της νομής των αναιρεσιβλήτων από τον, κατά το νόμο, αληθή νομέα αυτού, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς δέχθηκε ότι η δήλωση αυτή αφορά διεκδικούμενες εκτάσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο Δήμο Μελισσίων και όχι στο Δήμο Κηφισιάς, όπου υπάγεται το επίδικο ακίνητο.

Ότι με την ανωτέρω δήλωσή του διαταράχθηκε η νομή των αναιρεσιβλήτων από το έτος 2002, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 (19-3-2003) και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγω σύγχυσης των διοικητικών ορίων στην ευρύτερη έκταση, το επίδικο υπήχθη στα όρια άλλου Δήμου. Ότι δεχόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση τα ανωτέρω, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003 αναφορικά με την αδιατάρακτη νομή των αναιρεσιβλήτων, υποπίπτοντας στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε την από 16-9-2002 δήλωση ιδιοκτησίας για την επίδικη έκταση, δεν δέχεται στη συνέχεια ότι η δήλωση αυτή ήταν ικανή να διακόψει την τυχόν καλή πίστη των αναιρεσιβλήτων και να αποτελέσει νόμιμο τρόπο προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία και σύγχυση τόσο για το ζήτημα της διατάραξης της νομής, όσο και για το ζήτημα της συνδρομής καλής πίστης στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επί των αναιρετικών αυτών λόγων, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαία ως εκ του περιεχομένου τους, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, η αδιατάρακτη νομή κατά το χρονικό διάστημα των δέκα ή τριάντα ετών που ορίζεται στη διάταξη αυτή, πρέπει να συντρέχει μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι μέχρι 19-3-2003.

Επίσης, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που εκτέθηκε ανωτέρω, κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, η υποβολή δήλωση ιδιοκτησίας του Δημοσίου στο Κτηματολόγιο για το ακίνητο, συνιστά διατάραξη της νομής, με την προϋπόθεση, όμως, ότι περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο σε γνώση του νομέα του ακινήτου και τούτο μέχρι τις 19-3-2003.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' αρχήν, το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι η από 16-9-2002 δήλωση ιδιοκτησίας του στο επίδικο ακίνητο περιήλθε σε γνώση των αναιρεσιβλήτων μέχρι τις 19-3-2003, ώστε να προκύπτει η επικαλούμενη από αυτό διατάραξη της νομής τους. Περαιτέρω, όπως σαφώς προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση της δήλωσης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στην επίδικη έκταση, το έτος 2008, όταν υπέβαλαν τις δηλώσεις ιδιοκτησίας τους για το επίδικο και τις σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες τους κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης στο Δήμο Κηφισιάς.

Δεχόμενο δε περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, μεταξύ των οποίων είναι και η αδιατάρακτη νομή τους στο ακίνητο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο αυτό, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους εξεταζόμενους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατόπιν τούτων, και καθώς δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη για τον προσδιορισμό και την επιβολή δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση.

Και, τούτο, διότι, το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους μετά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και συγκεκριμένα με τις από 30-01-2023 προτάσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν την ίδια ημέρα στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 364/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ