Supreme Court allows appeal against First Instance dismissal of bank's defense of bill of exchange holder's good faith. The court held that mere negligence is insufficient to prove the bank's knowledge of the underlying relationship's non-existence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the appellant's appeal regarding a bill of exchange dispute. The appellant argued the lower court erred by accepting negligence as sufficient proof of the bank's knowledge of the non-existence of the underlying relationship, whereas the law requires actual knowledge (dolus). The court ruled that negligence alone does not establish the necessary knowledge for the bank to lose its defense, thus overturning the lower decision and remanding the case for judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 22 of Law 5960/1933; Art. 1 of Law 5960/1933: The defense of a bill of exchange holder based on personal relationships between the drawer and the payee is admissible only if the holder acted with knowledge of the non-existence of such relationship, and mere negligence or carelessness does not constitute such knowledge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 761 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 761/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Β. ΑΕ - …", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Αθηναίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλονής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Κρυσταλλίδου ανέγνωσε την από 24-11-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός αναιρετικός λόγος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθμ.66/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (δικάσαντος ως Εφετείου) με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ.86/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλλονής, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 9-1-2012 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της 129/2011 διαταγής πληρωμής του δικαστή του άνω δικαστηρίου, (εκδοθείσας κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας), ακυρώνοντας την εν λόγω διαταγή πληρωμής.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.
Η με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, καθιερούμενη αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνον εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.
Σε περίπτωση, που ο ενεχόμενος από την επιταγή ασκήσει είτε ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής είτε αγωγή περί ανυπαρξίας της οφειλής του, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.
Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή ή την αγωγή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.
Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.
Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ50/2020, ΑΠ1758/2017, ΑΠ 353/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.
Η μη αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων παραστατικών από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.
Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.
Πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιοδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ` αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.
β του ΑΚ (ΑΠ 1122/2019, ΑΠ 353/2015). Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.
Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.
Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασι", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου, ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ50/2020, 1347/2018, ΑΠ 1317/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Η εφεσίβλητη-ανακόπτουσα εξέδωσε στο ... σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. ", την ...... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 16.110 ευρώ, με φερομένη ημερομηνία έκδοσης την 30-9-2011, πληρωτέα από την ..., με χρέωση του ...
λογαριασμού της. Την επιταγή αυτή η παραπάνω λήπτρια της οπισθογράφησε λόγω ενεχύρου στις 9-8-2011 στην εκκαλούσα καθης η ανακοπή τράπεζα. Η τελευταία εμφάνισε προς πληρωμή την ως άνω επιταγή στις 30-9-2011, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε, διότι όπως εξακριβώθηκε έπειτα από έλεγχο του λογαριασμού της εκδότριας της επιταγής, η τελευταία ανακάλεσε αυτή, το γεγονός δε της μη πληρωμής βεβαιώθηκε προσηκόντως στις 4-10-2011 επί του σώματος της επιταγής από την Τράπεζα ...
Α.Ε , κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης της τράπεζας, στην οποία τηρούσε το λογαριασμό η εκδότρια-ανακόπτουσα (βλ.αντίγραφο του σώματος της ... επιταγής και το ....../17-10-2011 έγγραφο της ... Τράπεζας ... προς την Τράπεζα ..., με το οποίο η πρώτη ενημερώνει τη δεύτερη ότι η επίδικη επιταγή σφραγίστηκε μεν χωρίς επαρκές υπόλοιπο, πλην όμως η σωστή ένδειξη είναι με επαρκές υπόλοιπο και η λανθασμένη οφείλεται σε λάθος του συστήματός της).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την εφεσίβλητη-ανακόπτουσα σε διαταγή της λήπτριας εταιρείας ως επιταγή ευκολίας, χωρίς την ύπαρξη καμίας μεταξύ τους συνδιαλλαγής, κατόπιν παρακλήσεως του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω λήπτριας, Π. Κ., προκειμένου να διευκολυνθεί στη χρηματοδότηση της επιχείρησής του, καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας. ...όμως η λήπτρια προέβη...
στη μεταβίβαση της...επιταγής στην εκκαλούσα-καθης η ανακοπή στο πλαίσιο μεταξύ τους σύμβασης ανοικτού 9αλληλόχρεου) λογαριασμού. Η καθής... κατά το χρόνο που απέκτησε δι' οπισθογραφήσεως την ...επιταγή στις 9-8-2011 γνώριζε ήδη την οικονομική κατάσταση της λήπτριας εταιρείας και είχε πλήρη εικόνα του προβλήματος ρευστότητας που αυτή αντιμετώπιζε. ...η λήπτρια...παρουσίασε ...από τις αρχές του 2010 έλλειψη ταμειακής ρευστότητας για την κάλυψη των ...ληξιπροθέσμων οφειλών της, οφειλομένη στην οικονομική κρίση που έπληξε ιδιαίτερα τον κλάδο των κατασκευών και των οικοδομών , με αποτέλεσμα να παρουσιάσει πτώση ο...κύκλος εργασιών της κατά 50% περίπου, καθώς και στη δυσμενή διεθνή οικονομική συγκυρία και στη δημιουργία αρνητικού για περαιτέρω χρηματόδοτήσεις κλίματος στον τραπεζικό χώρο.
Μέχρι και το Μάρτιο του 2010 οι ληξιπρόθεσμες και μη υποχρεώσεις της εταιρείας ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 10.153.672,43 ευρώ, εκ των οποίων οι ληξιπρόθεσμες ήταν συνολικής αξίας 6.153.672,43, εκ των οποίων ποσό 4.671.418,45 ευρώ αφορούσε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες. Ένεκα της... δυσχερούς οικονομικής της κατάστασης η...λήπτρια...κατέθεσε στις 27-5-2010 ενώπιον του Πολυμελούς πρωτοδικείου Μυτιλήνης την ...14/ΕΠ/27-5-2010 αίτηση περί υπαγωγής της σε διαδικασία συνδιαλλαγής του άρθρου 99 του ΠτΚ...εκδόθηκε η ...2/2011 απόφαση που διέταξε το άνοιγμα της...διαδικασίας....δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών στις 25-3-2011...μετά τις διαπραγματεύσεις της λήπτριας εταιρείας με τους πιστωτές της υπογράφηκε η από 23-5-2011 συμφωνία συνδιαλλαγής μεταξύ αυτής και των πιστωτών που εκπροσωπούσαν ποσοστό 68.75% του συνόλου των απαιτήσεων, δηλαδή απαιτήσεις ύψους 6.402.270,98 ευρώ με συνολικό ύψος απαιτήσεων σε βάρος της στις 31-12-2010, 9.311.233,12 ευρώ, ενώ με την οφειλή ...προς την ...τράπεζα, η οποία δεν περιλαμβάνεται στους ανωτέρω πιστωτές , ...είχε προβεί στη ρύθμιση αυτής.
Η ...συμφωνία συνδιαλλαγής επικυρώθηκε με την 12/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης... (και) ...κηρύχθηκε το πέρας της διαδικασίας...Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα...γνώριζε κατά το χρόνο κτήσης της ...επιταγής τη φθίνουσα οικονομική πορεία της αντισυμβαλλομένης λήπτριας και τη συνακόλουθη μείωση της πιστοληπτικής της ικανότητας.
Προέβη ωστόσο ...στη λήψη της ...επιταγής, χωρίς να ζητήσει όχι μόνο πρόσθετες εγγυήσεις λόγω της οικονομικής κατάστασης της λήπτριας , αλλά ούτε καν την τήρηση των ελάχιστων εγγυήσεων που προβλέπονται για τις εν λόγω τραπεζικές συναλλαγές και συγκεκριμένα χωρίς να ενεργήσει έλεγχο σχετικά με την αιτία έκδοσης της επιταγής, αν δηλαδή είχαν υπάρξει αντίστοιχες συναλλαγές μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας εταιρείας, έλεγχο που ενεργούν οι τράπεζες, απαιτώντας την προσκομιδή σχετικών παραστατικών και μάλιστα από αφερέγγυες εταιρείες όπως...η πιστούχος της.
Και ναι μεν οι σχετικές εγκύκλιοι των τραπεζών που προβλέπουν τον απαραίτητο έλεγχο προκειμένου να λάβουν ...μεταχρονολογημένες επιταγές λόγω οπισθογράφησης σε ενέχυρο από πιστούχο τους προορίζονται μόνο να δώσουν οδηγίες σε θέματα εσωτερικής οργάνωσης και εύρυθμης λειτουργίας, πλην όμως δημιουργούν πάγια πρακτική, η οποία εν όψει και των κανόνων της καλής πίστης είναι ικανή να δημιουργήσει αξίωση προς συγκεκριμένη πράξη των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας, η οποία όταν παραλείπεται είναι ικανή να στοιχειοθετήσει ενέργεια προς βλάβη στα συμφέροντα άλλου κοινωνού του δικαίου...
η εκκαλούσα... δεν πραγματοποίησε ουσιαστικό έλεγχο κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθηη, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι η απαίτηση από επιταγή εδράζεται σε γεγενημένη απαίτηση και ότι δεν δόθηκε ως προκαταβολή για προϊόν , εμπόρευμα ή υπηρεσία που θα προσφερθεί μεταγενέστερα, ή ως χάριν ευκολίας, παρά το γεγονός ότι ήταν γνωστό στην καθής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ότι η εταιρεία "Π.
Π." είχε καταθέσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης....αίτηση περί υπαγωγής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής ...δεδομένου ότι στο τραπεζικό σύστημα πληροφόρησης ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ καταχωρούνται και οι αιτήσεις συνδιαλλαγής... και οι αιτήσεις επικύρωσης της συμφωνίας...
Συνεπώς η εκκαλούσα...που αποτελεί μεγάλη τραπεζική εταιρεία, με έντονη παρουσία στις συναλλαγές και εκτεταμένη εμπειρία στις επικρατούσες συναλλακτικές συνήθειες και πρακτικές, ως πιστωτής της λήπτριας ...είχε πλήρη γνώση...της οικονομικής κατάρρευσης της τελευταίας που την οδήγησε σε διαδικασία εξυγίανσης...με αποτέλεσμα η παράλειψή της να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες, να μη μπορεί να δικαιολογηθεί παρά μονάχα από το γεγονός ότι προσδοκούσε την είσπραξη της επιταγής από την εφεσίβλητη..., έχοντας συνείδηση ότι με την απόκτηση του τίτλου η τελευταία δεν θα μπορούσε να αντιτάξει την ένσταση αδικαιολόγητου πλουτισμού της λήπτριας ...εις βάρος της.
Εν όψει των προεκτεθέντων,... η εκκαλούσα ...γνώριζε κατά το χρόνο κτήσης της ...επιταγής από την αρχική λήπτρια ...δι'οπισθογραφήσεως (9-8-2011), ότι με τη μεταβίβαση της σε αυτήν ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ενστάσεων της ανακόπτουσας-εκδότριας κατά της λήπτριας..."Π. Κ." και να οδηγηθεί η εκδότρια στην πληρωμή της ...
αποδεχόμενη...παράλληλα το ενδεχόμενο να προκληθεί εξ αυτού βλάβη της ανακόπτουσας-εκδότριας..." Υπό τις ανωτέρω παραδοχές (το Εφετείο) δέχθηκε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής κατά παραδοχή της ανακοπής και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας την ασκηθείσα άπό την τράπεζα έφεση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί ότι η ένδικη ανακοπή ήταν βάσιμη από το γεγονός α) της γνώσης από την τράπεζα, της οικονομικής δυσπραγίας της λήπτριας και β) από την παράλειψη της τράπεζας να ελέγξει την ύπαρξη σχέσης μεταξύ εκδότριας και λήπτριας της επιταγής απαιτώντας την προσκομιδή σχετικών παραστατικών, συνάγεται άνευ άλλου τινός (συμπερασματικά ) ότι η τράπεζα γνώριζε (χωρίς την παραδοχή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών περί τούτου) κατά την κτήση της επιταγής ότι η τελευταία ήταν επιταγή "ευκολίας", παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, καθόσον μόνη η εκ μέρους της τράπεζας γνώση της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της λήπτριας της επίμαχης επιταγής και της υποβολής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής καθώς και η παράλειψη ελέγχου περί του αν υπήρχαν άλλες συναλλαγές μεταξύ εκδότριας και λήπτριας μη απαιτώντας την προσκόμιση σχετικών παραστατικών δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση της γνώσης της τράπεζας, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο (22ν5960/33) για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ενστάσεως, την οποίαν είναι δυνατόν να διατηρεί βάσιμα η εκδότρια εις βάρος της λήπτριας της επιταγής.
Και τούτο διότι η γνώση αυτή θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά, προκύπτουσα από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη της κομίστριας της επιταγής τεκμαίρεται, το γεγονός δε της γνώσης της οικονομικής δυσπραγίας αποτελεί διαφορετικό ζήτημα ουδόλως δε ταυτίζεται με τη γνώση περί ανυπαρξίας της υποκειμένης σχέσης μεταξύ εκδότριας και λήπτριας.
Εν όψει των ανωτέρω, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος με τον οποίον η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια (κατ' ορθήν εκτίμηση και όχι εκείνης του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για υπόθεση του Ειρηνοδικείου), με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ν.5960/1933, αφού δέχθηκε ότι αρκούν για την εφαρμογή της και περιστατικά αμελούς συμπεριφοράς και όχι αποκλειστικά δόλος (γνώση) της κομίστριας τράπεζας, τυγχάνει βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η 66/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Εν όψει δε του ότι δεν απολείπεται άλλο ζήτημα προς διευκρίνιση της υποθέσεως και δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδικάσεως αυτής, πρέπει κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο. Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να απορριφθεί η ένδικη ανακοπή κατ' ουσίαν, να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων για την έφεση και την αίτηση αναιρέσεως παραβόλων στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 66/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.
Διακρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται κατ' ουσίαν την από 18-11-2013 έφεση της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας- καθ'ης η ανακοπή.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 86/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλονής.
Κρατεί και δικάζει την από 9-1-2012 ανακοπή της αναιρεσίβλητης-εφεσίβλητης-ανακόπτουσας.
Απορρίπτει αυτήν. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα-εκκαλούσα- καθής η ανακοπή των κατατεθέντων από αυτήν παραβόλων για την άσκηση της έφεσης και της αιτήσεως αναιρέσεως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη- εφεσίβλητη- ανακόπτουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας- καθής η ανακοπή τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ