Legislator Case Law & Legislation
761/2012 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against first-instance dismissal of public employee salary claims due to statute of limitations error.

Case Number 761/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the statute of limitations for 1997 salary claims but partially allowed the appeal concerning 1998 claims. The first instance court incorrectly applied a two-year limitation period starting from claim generation rather than the end of the fiscal year, failing to recognize the interruption caused by the employees' formal protest. Consequently, the court set aside the first-instance judgment on the 1998 claims and remitted the case for retrial, while dismissing the portion of the appeal challenging the 1997 claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 48, 49 of Law 496/1974; The statute of limitations for public employee salary claims is two years, commencing at the end of the fiscal year, and is interrupted by a formal written protest, requiring the first instance court to correctly apply these provisions to avoid violation of substantive law.

Keywords

AI generated
public employee salaries statute of limitations interruption of limitation fiscal year end formal written protest partial remittal Law 496/1974

Cited Legislation

AI generated
Article 62, paragraph a of the Code of Civil Procedure
Articles 34, 35 of the Civil Code
Article 48, paragraph 3 of Law 496/1974
Article 49 of Law 496/1974
Article 560, number 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 761 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 761/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. Μ., 2) Ε. Λ., 3) Κ. Μ., 4) Π. Ν., 5) Ε. Ο., 6) Α. Μ. - Κ., 7) Α. Χ., 8) Α. Π. και 9) Τ. Ρ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οιονεί καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον 1ο βαθμό δικαιοδοσίας δεύτερης εταιρείας. Το 1ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαζήση. Οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. Ν., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη, υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου, παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8435/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες - καλούντες και η ως άνω ήδη αποβιώσασα Ε. Ν. με την από 4-3-2009 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 75/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 21-2-2011 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 29-3-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την μερική παραδοχή του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης για τη 2η και την 3η των αναιρεσιβλήτων και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρον 62 εδ. α' ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Επομένως τέτοια ικανότητα έχει κατά τα άρθρα 34, 35 του Α.Κ. το φυσικό πρόσωπον μόλις γεννηθεί ζωντανό μέχρι του θανάτου αυτού. Εξ άλλου κατά το άρθρον 73 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει, πλην άλλων και η προϋπόθεση του άρθρου 62, κατά δε το άρθρον 556 § 1 του αυτού Κώδικα, δικαίωμα αναιρέσεως έχει ο εν όλω ή εν μέρει ηττηθείς διάδικος, ο καθολικός αυτού διάδοχος και ο μετά την άσκηση της αγωγής ειδικός διάδοχος. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τα άρθρα 159 αριθ. 2 και 160 § 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση που ασκείται στο όνομα προσώπου που είχε αποβιώσει κατά την άσκηση αυτής, είναι λόγω ελλείψεως απαραιτήτου διαδικαστικής προϋποθέσεως απορριπτέα ως άκυρη, η ακυρότητα δε αύτη λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Επομένως, προκύπτοντος εκ του προσαγομένου αντιγράφου της υπ' αριθμ. 1002/2008 ληξιαρχικής πράξεως ότι η εκ των αναιρεσειόντων Ν. Ε. απεβίωσε την 26-11-2008, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα την 4-3-2009, ήτοι μετά τον θάνατον της αναιρεσείουσας αυτής, είναι ως προς αυτήν άκυρη και απορριπτέα.

Μετά την παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη και την τρίτη εκ των αναιρεσιβλήτων, ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες αντίστοιχα, "Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ" και "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", η οποία έγινε νομότυπα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, πρέπει να θεωρηθεί η αίτηση αναιρέσεως ότι δεν ασκήθηκε ως προς τις εν λόγω αναιρεσίβλητες, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ. και να εξετασθεί η αίτηση ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού. Οι αναιρεσίβλητες, όμως, αυτές, οι οποίες είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου) ΕΟΤ, η μεν πρώτη στον πρώτο βαθμό, η δε δεύτερη στην κατ' έφεση δίκη, κλητεύθηκαν για το παραδεκτό της παρούσας συζητήσεως, νομότυπα και εμπρόθεσμα, να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτή και επιπλέον τους επιδόθηκε ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 7444Β/18-3-2011 και 5842/18-3-2011 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών ... και ... αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του α.ν. 1565/1950, όπως αυτός, μετά την συμπλήρωση και τροποποίησή του, κυρώθηκε με το ν. 1624/1951, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ) αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους με σκοπό την οργάνωση και προαγωγή του τουρισμού στην Ελλάδα (Β) Με το άρθρο 44 παρ. 1 ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά από πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθ. 48 του ιδίου ν.δ.

ορίζεται, στην παρ. 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ. είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παρ. 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών, κατά δε το άρθ. 49 του ιδίου ν.δ.

η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου ημερολογιακού έτους, άρθ. 2 παρ. 2 του αυτού νομοθετήματος), κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Σύμφωνα, τέλος, με το άρθρο 51 του ως άνω ν.δ. "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται μόνον:

α) Διά της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β) Διά της υποβολής προς το νομικόν πρόσωπον αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας διά την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως Αρχής.

Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως ...". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθ. 48 του ν.δ. 496/1974 (το οποίο, όπως και τα άρθ. 44, 49 και 51 αυτού, εφαρμόζονται και επί του ΕΟΤ, καθόσον δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο μόνο του ΠΔ 1143/1977 διατάξεις των άρθ. 4, 5 § 3, 6, 12, 13, 15 - 20, 24, 30 - 38, 40, 41, 42, 43 αυτού, από της εφαρμογής και μόνον των οποίων εξαιρείται ο ΕΟΤ), με την παρ. 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή (λαμβανομένη υπόψη αυτεπαγγέλτως, άρθ. 52 εδ.

γ') ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλ.

που πρόκειται για την αποκαλουμένη αποζημιωτική αγωγή (λόγω της παράλειψης οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου σύμφωνα με τα άρθ. 105 και 106 του ΕισΝΑΚ), τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. ισχύει η οριζομένη από την παρ. 1 του ιδίου άρθ. 48 ν.δ. 496/1974 πενταετής παραγραφή.

Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθ. 44 του ιδίου ν.δ.

χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθ. 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. δεν αντίκειται: (1) Στην αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από την διάταξη του άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΕΔ 9/2009). Ειδικότερα, από την διάταξη αυτή που ορίζει, ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικοτέρου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 31/2007, 3/2006).

Με την θέσπιση, όμως, της ως άνω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. έναντι αυτού, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος, δηλ. από την προαναφερθείσα ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών (Ολ.ΑΠ 31/2007).

Για τον ίδιο λόγο η ρύθμιση αυτή δεν θίγει ούτε την συναγομένη από το άρθρο 20 του Συντάγματος αρχή της ισότητας των διαδίκων που συνιστά ειδική εκδήλωση και μορφή της ως άνω γενικής αρχής της ισότητας. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ρύθμιση αυτή δεν δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

ούτε σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., αφού δικαιολογείται όχι μόνον από την ως άνω ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ. αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους (Ολ.ΑΠ 31/2007). (2) Στις διατάξεις: (α) του άρθρου 6 παρ.

Ι της Ευρωπαϊκής Σύμβασης "διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθ. 28 παρ. 1 Συντάγματος), το οποίο ορίζει ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει...

επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως..." και (β) του άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει την αυτή αυξημένη ισχύ, το οποίο ορίζει "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους (παρ. 1). Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών η προστίμων (παρ. 2).

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευομένη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Οι προπαρατεθείσες, όμως, υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθ. 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) και του άρθ. 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής (που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου) παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών) και δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, και δη να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους, όταν συντρέχουν, όπως στην περίπτωση αξιώσεων κατά ν.π.δ.δ., λόγοι γενικοτέρου, κοινωνικού η δημοσίου, συμφέροντος που δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση, όπως άλλωστε το δικαίωμα αυτό του Κράτους αναγνωρίζεται ευθέως και από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθ. 1 του ως άνω Προσθέτου Πρωτοκόλλου (Ολ.ΑΠ 31/2007) (γ) του άρθ. 14 της ως άνω Σύμβασης (ΕΣΔΑ) που ορίζει ότι "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", αφού η θέσπιση της ως άνω βραχείας παραγραφής έγινε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος που ουδεμία σχέση έχουν με τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης (3) Στις διατάξεις (α) του άρθ. 2 παρ. 3 α και β του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφού αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θ' αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως, στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν ούτε παρεμποδίζουν την άσκησή της (β) του άρθ. 14 παρ. 1 εδ.

α' του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος άρθ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο, την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κ.λπ.) και για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους και (γ) του άρθ. 26 του ίδιου Διεθνούς Συμφώνου που ορίζει ότι "Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου.

Ως προς το ζήτημα αυτό, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης", καθόσον η θέσπιση της ως άνω βραχυχρόνιας παραγραφής δικαιολογείται και υπαγορεύεται από τους προαναφερθέντες λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος και επομένως δεν παραβιάζεται η καθιερουμένη ως άνω αρχή.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερα από έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, επί της από 20-6-2001 (και με αριθ. έκθ. κατ. 1272/2001) αγωγής αυτών για την καταβολή οφειλομένων διαφορών αποδοχών που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31- 12-1998, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (ΕΟΤ) την 24-1-1980, 13-10-1980, 9-2-1977, 12-10-1978, 20-7-1978, 13-10-1980, 25-5-1985, 24-4-1980, 26-1-1979 και 14-10-1983 αντίστοιχα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για να εργασθούν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων Καζίνου (γκρουπιέ), ότι με την ειδικότητα αυτή εργάσθηκαν στην Υπηρεσία Αυτεπιστασίας του εναγομένου "Καζίνο της Πάρνηθας" από την πρόσληψή τους μέχρι την κατάργηση της ως άνω υπηρεσίας αυτεπιστασίας, οπότε μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας στην "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", συσταθείσα με το ν. 2636/1998, που μετονομάσθηκε στην συνέχεια σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" (ΕΤΑ ΑΕ), με σκοπό την διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ ως διάδοχος εταιρεία σύμφωνα με το ν. 2636/1998, ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΕΟΤ) ως παλαιός εργοδότης ευθύνεται, εις ολόκληρο με τη νέα εργοδότρια (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 6 παρ. 1 ν. 2112/1920, 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18-7-1920 και 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988), για τις επίδικες αξιώσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1997 και 1998 και ήταν απαιτητές κατά την μεταβίβαση της επιχείρησης (Μονάδας Αυτεπιστασίας Πάρνηθας) που έλαβε χώρα την 3-8-2000, ότι οι αξιώσεις αυτές των εναγόντων (αναιρεσειόντων) υπόκεινται στην διετή παραγραφή που θεσπίζει η διάταξη του άρθ. 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974, η οποία δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος και στην καθιερουμένη μ' αυτήν αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 496/1974 ως χρονικό σημείο έναρξης της διετούς αυτής παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΕΟΤ κατ' αυτού ορίζεται η γένεση κάθε αντίστοιχης αξίωσης και όχι το τέλος του οικονομικού έτους και ότι κατά συνέπεια δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής αυτής με την επίδοση στον εναγόμενο ΕΟΤ την 29-12-2000 σχετικής εξώδικης διαμαρτυρίας - πρόσκλησης των εναγόντων, αφού οι σχετικές αξιώσεις τους που αφορούσαν αποδοχές του χρονικού διαστήματος 1997 και 1998 είχαν υποπέσει στην διετή ως άνω παραγραφή ήδη από 16-12-2000, δεδομένου ότι ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ.

προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου, με βάση δε τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την προβληθείσα (αλλά και αυτεπαγγέλτως εξεταζομένη) ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων και απέρριψε την αντένσταση των εναγόντων (αναιρεσειόντων) περί διακοπής της παραγραφής με την επίδοση της ως άνω εξώδικης διαμαρτυρίας.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο: (Α) Δεχθέν ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων ¬ εναγόντων υπόκεινται στην διετή και όχι πενταετή παραγραφή ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 48 ν.δ. 496/1974 και δη της παρ. 3 αυτού και ουδόλως παραβίασε ευθέως αυτές, αλλά ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 14 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 παρ. 3 α και β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. (Β) Καθόσον, όμως, μέρος δέχθηκε ότι η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων ¬ αναιρεσειόντων για οφειλόμενες αποδοχές των ετών 1997 και 1998 άρχισε από την γένεση κάθε αξίωσης και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου αυτές έγιναν απαιτητές, και απέρριψε με την αιτιολογία αυτή την αντένσταση των αναιρεσειόντων περί διακοπής της παραγραφής με την επίδοση στον ΕΟΤ την 29-12-2000 σχετικής εξώδικης διαμαρτυρίας - πρόσκλησης (αίτησης), περιστατικό (επίδοση της εξώδικης αυτής διαμαρτυρίας) το οποίο περιλαμβάνεται στις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 49 ν.δ. 496/1974 ως προς την παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1998 που υπήρχαν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο της επίδοσης της εξώδικης διαμαρτυρίας (η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1997 είχε κατά πάσα περίπτωση συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο) και επομένως ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, επίσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός (ως προς τις ως άνω αξιώσεις του έτους 1998).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2009 αίτηση της Ν. Ε. για αναίρεση της 8435/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτη.

Θεωρεί ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε κατά το μέρος που αυτή στρέφεται εναντίον των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 8435/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο (ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού - ΕΟΤ), σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ