Legislator Case Law & Legislation
761/2011 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to failure to cite specific civil procedure articles and lack of factual basis.

Case Number 761/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Court of Appeal's decision on property distribution. The appellant argued the lower court ignored a technical report and an inaccurate survey, but the Court found these arguments irrelevant given the parties had already settled the case via compromise. Furthermore, the appeal was rejected because the appellant failed to specify the exact legal provisions violated and the specific factual errors in the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(b) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on irrelevant facts or fails to clearly identify the specific legal provisions violated and the factual basis of the alleged error.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility legal provision citation property distribution technical report relevance factual error specification court costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section, Judgment 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 761 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 761/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργανά.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/4246/824/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 465/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 20-11-2009 εισήγησή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997).

Πράγμα, επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Δεν αποτελούν, όμως, πράγματα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, οι αλυσιτελείς και οι επουσιώδεις ισχυρισμοί, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, τ' ακόλουθα: Ο ενάγων, με την από 2-9-2002 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά του εναγόμενου, ζήτησε τη δικαστική διανομή όλων των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας, που κατέλιπε ο πατέρας τους, μεταξύ των οποίων και της ανώγειας οικοδομής, που βρίσκεται στην κοινότητα ...

του Δήμου .... Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου οι διάδικοι με δήλωσή τους, που καταχωρίστηκε στα σχετικά πρακτικά, συμβιβάστηκαν και καθόρισαν τα ακίνητα, τα οποία θα περιέρχονταν στον καθένα από αυτούς. Με το συμβιβασμό επήλθε κατάργηση της δίκης διανομής και έκτοτε ο καθένας διάδικος άρχισε να νέμεται τα ακίνητα που περιήλθαν σ' αυτόν (με τον συμβιβασμό).

Ειδικότερα, αναφορικά με την ως άνω οικοδομή, ορίστηκε (με τον συμβιβασμό), ότι το νότιο τμήμα του ισογείου ορόφου, το οποίο αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Α στο από του μηνός Μαΐου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Φ. Κ., θα περιέλθει στη νομή του ενάγοντος και το βόρειο τμήμα θα περιέλθει στη νομή του εναγόμενου.

Το τμήμα αυτό θα διαχωρίζεται από το υπόλοιπο βόρειο τμήμα με τοιχίο από πλίνθους πάχους 20 εκατοστών, το οποίο θα έχει κατεύθυνση από τα ανατολικά προ τα δυτικά. Το εν λόγω τοιχίο θα άρχιζε από το μέσον του μήκους της ανατολικής πλευράς του ισογείου ορόφου και θα απείχε 3,30μ. από την εσωτερική πλευρά του νότιου τοίχου του ισογείου ορόφου και εν συνεχεία, ακολουθώντας την ως άνω κατεύθυνση σε ευθεία γραμμή, θα κατέληγε στη δυτική πλευρά του εν λόγω ορόφου.

Στο σημείο αυτό το τοιχίο θα απείχε 2,93μ. από την εσωτερική πλευρά του νότιου τοίχου του ισόγειου ορόφου. Με βάση τον συμβιβασμό αυτόν ο εναγόμενος παρέδωσε τη νομή, που μέχρι τότε ασκούσε από κοινού με τον ενάγοντα στο τμήμα αυτό του ακινήτου στον τελευταίο (ενάγοντα) και έκτοτε μόνον αυτός ασκούσε νομή σ' αυτό.

Ο εναγόμενος όμως δεν επέτρεψε στον ενάγοντα και τον πολιτικό υπομηχανικό Φ. Κ., που από κοινού είχαν ορίσει ως επιβλέποντα, στην κατασκευή του τοιχίου στο σημείο που είχε συμφωνηθεί με τον συμβιβασμό, αλλά προέβη μόνος του στην κατασκευή του εν λόγω τοιχίου και συγκεκριμένα κατασκεύασε αυτό κατά 1,08 μ.

νοτιότερα από το σημείο στο οποίο έπρεπε να καταλήξει. Έτσι κατέλαβε την περιγραφόμενη επίδικη έκταση των 8 τ.μ. από το ακίνητο, στο οποίο ασκούσε νομή ο ενάγων, από την οποία και τον απέβαλε, ακολούθως δε συνένωσε την εν λόγω έκταση στο συνεχόμενο τμήμα του ακινήτου, στο οποίο αυτός ασκούσε πράξεις νομής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι ουσιαστικώς βάσιμη η από 4-10-2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η νομή του στο επίδικο ακίνητο των οκτώ (8) τ.μ και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-αναιρεσείων σε απόδοσή του. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, ο οποίος ως εκ του περιεχομένου του αποδίδει αληθώς πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμ.1 του ίδιου άρθρου), προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη του την προταθείσα με το δεύτερο λόγο έφεσής του ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για απόδοση της νομής του επίδικου ακινήτου. Επίσης, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια (από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τους προβληθέντες ισχυρισμούς του, α) ότι η διανομή της οικίας που είχε προτείνει ο πολιτικός υπομηχανικός Φ.

Κ., στον οποίο αυτός και ο αντίδικός του είχαν δώσει την σχετική εντολή, δεν ήταν σύμφωνη με τις υποδείξεις τους για ίσα μέρη, αφού σύμφωνα με αυτήν ο αναιρεσίβλητος έλαβε 9,65 τ.μ παραπάνω από αυτόν και επιπλέον ότι το τμήμα του ισογείου που αυτός με τον συμβιβασμό έλαβε δημιουργεί προβλήματα ως προς την λειτουργία του τζακιού, διότι αυτό "πέφτει κατά τα 3/5 στο δικό του ακίνητο και κατά τα 2/5 στο ακίνητο του αντιδίκου του" και β) ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση του από του μηνός Μαΐου 2003 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού υπομηχανικού Φ.

Κ. με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, οπότε και διαπίστωσε ότι αυτό δεν ήταν σύμφωνο με τις υποδείξεις τους. Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του από 26-3-2006 δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτό αυτοτελής λόγος έφεσης αναφορικά με ισχυρισμό- ένσταση του ιδίου περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου του.

Κατά το μέρος, εξάλλου, που με τον ίδιο λόγο (πρώτο) αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, και ειδικότερα την εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με τη νομή του επιδίκου εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού οι πιο πάνω (επικαλούμενοι με αυτόν) ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια και, σε κάθε περίπτωση, είναι αλυσιτελείς, αφού δεν άσκησαν ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται στο περιεχόμενο του δικαστικού συμβιβασμού των διαδίκων.

2.- Επειδή, κατά το άρθρο 355 ΚΠολΔ το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται η διενέργεια αυτοψίας και δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθεί υπόψη σχετικό αίτημα του διαδίκου ή αυτό απορριφθεί ρητώς ή σιωπηρώς.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (και) η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική, στην καθαρεύουσα, διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμησή του, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένα απέρριψε (σιωπηρώς) το αίτημα του αναιρεσείοντος για συμπλήρωση των αποδείξεων, αναφορικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, με τη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι για το εν λόγω ζήτημα απαιτούνται ειδικές ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

3.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του ίδιου άρθρου, αριθ.11 περ.α', ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνα από τα οποία λείπει κάποια προϋπόθεση του υποστατού τους ή του παραδεκτού της χρήσης τους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του την από του μηνός Ιανουαρίου 2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Μ.

Μ. με τα επισυναπτόμενα σχεδιάγραμμα και φωτογραφία, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε, για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι το δωμάτιο (στο ισόγειο) που του δόθηκε με την διανομή δεν είναι λόγω των διαστάσεών του λειτουργικό. Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δέχθηκε το από του μηνός Μαΐου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Φ.

Κ., διότι με αυτό (ο τελευταίος) δεν προέβη στον "ακριβοδίκαιο" χωρισμό του ισογείου σε δύο ίσα μέρη, όπως είχε εντολή, και δεν έλαβε υπόψη του την (από τον χωρισμό αυτόν) μη λειτουργικότητα του τζακιού. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι ο μεν πρώτος, διότι το επικαλούμενο γεγονός για την απόδειξη του οποίου επικαλείται το έγγραφο δεν είναι ουσιώδες, ενόψει του ως άνω δικαστικού συμβιβασμού με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, στον οποίο και στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε δεύτερος, διότι η σύνταξη του πιο πάνω τοπογραφικού διαγράμματος, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υποδείξεις των εντολέων ή η ανακρίβειά του σε μερικά σημεία δεν καθιστούν αυτό μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, υπό την έννοια που εκτέθηκε, ώστε η λήψη του υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

4.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικώς, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, να προσδιορίζεται δε σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.

Συνεπώς, ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, χωρίς όμως να αναφέρεται κανένα από τα προαναφερθέντα και απαιτούμενα για το ορισμένο αυτού στοιχεία, είναι αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-7-2008 αίτηση του Π. Π. για αναίρεση της 465/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ