761/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3/9/2003 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και την από 5/1/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2021/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9772/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/4/2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated761/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των προτάσεων των διαδίκων στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη προέβαλε την ένσταση της παραγραφής εν επιδικία, με την αιτιολογία ότι "από την ημέρα κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης (5-7-2005) μέχρι την ημέρα συζήτησης αυτής (5-11-2007) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας".
Full text
Απόφαση 761 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 761/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Καραμπάγια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σφέτσου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3/9/2003 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και την από 5/1/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2021/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9772/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/4/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 19/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που έκρινε επί έφεσης κατά της απόφασης Ειρηνοδικείου, επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και αντίστοιχα όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΑΠ 1906/2006, 1037/1992).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 του Ν. 489/1976, η αξίωση του ζημιωθέντος προσώπου κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων ως προς την αναστολή και διακοπή της παραγραφής. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 261 και 270 του ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, είναι δε ίσης διάρκειας με αυτήν που διακόπηκε.
Ως διαδικαστικές πράξεις εννοούνται εκείνες, που κατατείνουν στην κίνηση, τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης. Τέτοια διαδικαστική πράξη είναι και η άσκηση της έφεσης. Η με τη διακοπή με την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης και με τον προσδιορισμό της έφεσης αρξαμένη νέα παραγραφή διακόπτεται και πάλι με την επίσπευση της συζήτησης της έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και την επίδοση κλήσης στον αντίδικο, είτε κάτωθι του δικογράφου της έφεσης, είτε αυτοτελώς κατά το άρθρο 498 του ΚΠολΔ οριζόμενα, όπως και με κάθε άλλη διαδικαστική ενέργεια των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των προτάσεων των διαδίκων στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη προέβαλε την ένσταση της παραγραφής εν επιδικία, με την αιτιολογία ότι "από την ημέρα κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης (5-7-2005) μέχρι την ημέρα συζήτησης αυτής (5-11-2007) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας".
Ο αναιρεσείων, προς απόκρουση της ένστασης αυτής ισχυρίστηκε, κατ' αντένσταση, ότι "ο παραπάνω ισχυρισμός της αντιδίκου είναι αναληθής, παραπλανητικός και αβάσιμος, διότι η αντίδικος εσκεμμένα αγνοεί ότι η κρινομένη έφεσή μου κοινοποιήθηκε σ' αυτήν την 30.11.2005, όπως προκύπτει από την με αριθμ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελη- τή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο Σας.
Από τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ προκύπτει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, που σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ συντελείται με την επίδοση αυτής και ότι η παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου.
Ως διαδικαστικές πράξεις νοούνται εκείνες που κατατείνουν στην κίνηση, τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης. Τέτοιες διαδικαστικές πράξεις είναι ο ορισμός δικασίμου, η κατάθεση κλήσης, η κοινοποίηση της κλήσης για συζήτηση, ο προσδιορισμός της έφεσης, η κοινοποίηση της έφεσης, η εξέταση μάρτυρα, η εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο και η αναβολή της συζητήσεως αυτής, η άσκηση ενδίκων μέσων, όπως και κάθε άλλη, έστω και άκυρη, υπαρκτή όμως διαδικαστική ενέργεια των διαδίκων ή του Δικαστηρίου (Εφετ.
Αθην. 2745/2006).
Συνεπώς, μόνο εάν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων περάσει ο χρόνος της παραγραφής της αξίωσης, αυτή παραγράφεται (παραγραφή εν επιδικία).
Εν προκειμένω, τελευταία διαδικαστική πράξη αποτελεί η κοινοποίηση της έφεσής μου προς την εφεσίβλητη, η οποία έλαβε χώρα την 30.11.2005. Από την επομένη ημέρα (01.12.2005) έως και τη συζήτηση της κρινομένης έφεσής μου (05.11.2007), δεν έχει συμπληρωθεί ακόμη χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας και συνεπώς, ο ισχυρισμός της αντιδίκου περί δήθεν παραγραφής των αξιώσεων μου εν επιδικία πρέπει να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν ως νόμω και ουσία αβάσιμος". Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα? "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εναγομένη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ-ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΑΕ, ισχυρίζεται με τις προτάσεις της ότι η αξίωση του ενάγοντος-εκκαλούντος Χ1 υπέκυψε σε παραγραφή εν επιδικία, διότι από την ημέρα κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης (5-7-2005) μέχρι την ημέρα συζήτησης αυτής (5-11-2007) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας. Η ένσταση αυτή είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στην ως άνω διάταξη, αλλά και ουσία βάσιμη, διότι πράγματι παρήλθε διετία χωρίς εν τω μεταξύ να λάβει χώρα άλλη διαδικαστική πράξη.
Συνεπώς, η αξίωση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου παρεγράφη και πρέπει η αγωγή του να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως Εφετείο, με το να δεχθεί ως διακοπτικό της παραγραφής γεγονός μόνο την κατάθεση της έφεσης και όχι και την κοινοποίησή της, που ο αναιρεσείων πρότεινε κατ' αντένσταση, έσφαλε ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 261 και 270 ΑΚ, γιατί αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση της πιο πάνω αντένστασης.
Ειδικότερα, ως προς την αντένσταση, αρκέστηκε μόνο στην παραδοχή "χωρίς εν τω μεταξύ να λάβει χώρα άλλη διαδικαστική πράξη" και εξυπακούεται ότι, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των ως άνω κανόνων δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας (παραγραφής) ή την άρνησή της.
Επομένως, τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα και πρέπει να γίνει δεκτός ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9772/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ