Supreme Court dismisses appeal due to defendant's absence and rejection of non-proposed facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant failed to appear in court or file a declaration of non-appearance, while the respondent argued that the lower court considered facts not raised in the original complaint. The court ruled that the lower court's consideration of witness testimonies as clarifying facts did not violate procedural rules, thus rejecting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4), 242(2), 576(2), 559(8)(a), 559(10), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to appear without justification, and cassation grounds based on consideration of non-proposed facts or unproven facts are unfounded when the lower court relied on witness testimonies to clarify the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 761 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 761/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πλουμάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-1991 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20640/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 1462/2004 προδικαστική και 2619/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 29-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσίβλητο υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη του αρμοδίου Προέδρου περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα (άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ). Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Πρέπει, συνεπώς, να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της κλητευθείσας ως άνω αναιρεσείουσας (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται εξάλλου ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής περιστατικά που κατατέθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 8 α' ΚΠολΔ απορρέοντα πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, καθόσον ειδικότερα, με το να δεχτεί ότι : (α) "... Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά εξ αιτίας της ανάρμοστης και αντισυζυγικής συμπεριφοράς της εκκαλούσας, εναγόμενης έναντι του συζύγου της.
Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής τους στη ... δεχόταν συχνά επισκέψεις στη συζυγική τους οικία του κουμπάρου τους ονόματι ΑΑ απουσιάζοντος του συζύγου της και παρά τα δυσμενή προς τούτο σχόλια του κοινωνικού τους κύκλου επέμενε στην ως άνω συμπεριφορά της που είχε ως συνέπεια να δημιουργούνται μεταξύ τους διαπληκτισμοί και εντάσεις ...", (β) "...
Ακόμη η εναγόμενη δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τις ανάγκες του συζύγου της και για την εργασία του και η συμπεριφορά της αυτή συνεχίσθηκε και μετά την επάνοδό τους στην Ελλάδα, σε τρόπο ώστε ο εναγόμενος (ενάγων) να αναγκασθεί να αποσυρθεί στο χώρο της εργασίας του στον οποίο και διέμενε συνεχώς ..." και (γ) "...
Έτσι η εναγόμενη προτιμούσε να εργάζεται σε επιχειρήσεις τρίτων ενώ και η επιχείρηση του συζύγου της (καθαριστήριο ρούχων) είχε ανάγκη της εργασίας της ...", δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο και μη περιληφθέντα στην αγωγή, αφού σε αυτήν (αγωγή) αναφέρεται αντίστοιχα : (α) "... Κατά την εκεί παραμονή μας η καθ' ης συνεδέθη ερωτικώς με τον κουμπάρο μας ΑΑ και διήρκεσε ο ερωτικός της αυτός δεσμός εν πλήρει αγνοία μου μέχρι τα τέλη του 1976 ότε επιστρέψαμε εις ...", (β) "...
από το Πάσχα του 1990 ... ηνηγκάσθην να μην τρώω στην οικία μου δι' ό και εις την οικία μας πηγαίνω μόνο δια τον ύπνον μου ...", και (γ) "... Η εναγόμενη είναι τελείως αδιάφορη δι' εμέ και την οικογένεια μας και από πολλών ετών, αλλά μέχρι και σήμερον ουδέποτε ενδιαφέρθη να ανοίξουμε επιχείρησιν ή κοινήν εργασίαν ...".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι ως άνω πραγματικές διαπιστώσεις του Εφετείου αποτελούν διευκρινιστικά της αγωγής περιστατικά, που κατατέθηκαν από τους μάρτυρες, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς η λήψη αυτών υπόψη δεν ελέγχεται μέσω του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, απορρέων λόγος αναίρεσης, ως εκ του ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την αποδεικτική κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο διαμόρφωσε την αποδεικτική του κρίση, ως προς τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά γεγονότα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, ήτοι δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες έχουν καταχωρισθεί στις με επίκληση προσκομισθείσες ενώπιον του υπ' αριθμ. 41.482/1994 και 34.296/1996 εισηγητικές εκθέσεις, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ του αριθ. 11 περ.. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων τρίτος λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2005 αίτηση της Χ για αναίρεση της 2619/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ