Legislator Case Law & Legislation
760/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal on valuation error grounds and remands case for retrial.

Case Number 760/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal regarding the second subsidiary ground, finding the lower court failed to evaluate evidence contradicting the property valuation. The court held that the appellate court ignored documents proving the sale price was disproportionately low compared to tax assessments. Consequently, the decision was annulled and the case remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; where a lower court fails to consider evidence contradicting its factual findings on property valuation, the decision is annulled and remanded for retrial before a different panel.

Keywords

AI generated
property valuation error appellate review standard remand for retrial evidence evaluation duty disproportionate sale price Code of Civil Procedure annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 74(1) of Law 4690/2020
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176, 178 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 760 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 760/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. συζ. Β. Δ., το γένος Ε. και Μ. Π., κατοίκου ... ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των Ε. Π. του Γ. και Μ. συζ. Ε. Π., 2) Ζ. συζ. Σ. Σ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., 3) Ε. χας Δ. Ρ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., 4) Γ. συζ. Ν. Τ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., 5) Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων των Ε. Π. του Γ. και Μ. συζ. Ε. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Νάκου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ευθυμιοπούλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/1996 μη οριστική, 39/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 16-6-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 65/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ σε συνδ. με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 20-3-1993 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των αρχικώς εναγομένων Μ.

συζ. Ε. Π., Ε. Γ. Π. και Φ. Δ. το γένος Ε. Π., ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά της, επί των αναφερομένων ακινήτων, από κληρονομία που αποδέχθηκε, δυνάμει της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης του Ι. Β. που απεβίωσε στις 16-8-1992, με την οποία την εγκατέστησε κυρία όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, καθώς και οποιασδήποτε απαίτησης του έναντι τρίτων και ειδικότερα κατά του δεύτερου εναγόμενου.

Ότι τα επίδικα ακίνητα, ο τελευταίος, δυνάμει της δοθείσας σ' αυτόν πληρεξουσιότητας από τον διαθέτη της ενάγουσας, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, στη πρώτη εναγόμενη σύζυγό του, η οποία εν συνεχεία μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής τμήμα του ενός εξ αυτών στην τρίτη εναγομένη θυγατέρα τους με συμβόλαιο γονικής παροχής.

Ότι οι ανωτέρω εκποιητικές δικαιοπραξίες είναι άκυρες, διότι διενεργήθηκαν προς εξυπηρέτηση των ιδίων συμφερόντων του δεύτερου εναγόμενου και της οικογένειάς του, και κατά παράβαση και καθ' υπέρβαση της δοθείσας σ' αυτόν πληρεξουσιότητας από τον ήδη θανόντα και κατά κατάχρηση της εξουσίας αντιπροσώπευσης προς βλάβη της περιουσίας του.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία δικάσθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εκδόθηκαν 344/1996 και 371/2000 προδικαστικές αποφάσεις και η 39/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησαν έφεση οι πρώτη και τρίτη εναγόμενες η τελευταία ατομικά και ως κληρονόμος του προαποβιώσαντος κατά τον χρόνο άσκησης της έφεσης δεύτερου εναγόμενου καθώς και οι λοιποί εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες ως νόμιμοι κληρονόμοι του ήδη προαποβιώσαντος κατά τον χρόνο άσκησης της έφεσης δεύτερου εναγόμενου (και μετά την αποποίηση της κληρονομίας από την πρώτη εναγόμενη και πρώτη εκκαλούσα).

Μετά δε τον επισυμβάντα θάνατο και της πρώτης εναγομένης πρώτης εκκαλούσας, μετά την άσκηση της εφέσεως υπεισήλθαν στη θέση της οι ίδιοι ως άνω (δεύτερη έως και έκτος) εκκαλούντες, ως μόνοι και νόμιμοι κληρονόμοι της, οι οποίοι επανέλαβαν εκουσίως την δίκη στη θέση της πρώτης εκκαλούσας. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 65/2018 προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) ως προς όλους τους εκκαλούντες που υπεισήλθαν στη θέση της αρχικώς εκκαλούσας Μ.

Π. και ως προς την εκκαλούσα Φ. Δ. ατομικά και δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση, ως προς όλους τους εκκαλούντες που υπεισήλθαν στη θέση του αρχικώς εναγομένου Ε. Π..

Κατά το άρθρ. 556 § 2 Κ.Πολ.Δ. δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή μερικά κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ηττηθείς διάδικος έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, το οποίο προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου. Η βλάβη, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ.68), εφόσον, δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π 1215/2020, ΑΠ 1368/2010, ΑΠ 1663/2010). Στη προκείμενη περίπτωση η πρώτη αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αναίρεση ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος των Ε.

Π. και της Μ. συζ. Ε. Π. και οι λοιποί αναιρεσείοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των Ε. Π. και της Μ. συζ. Ε. Π., χωρίς όμως κανένας εκ των λόγων αναίρεσης να υπέχει αιτιάσεις ως προς την απόρριψη ως απαράδεκτης της έφεσης ως προς όλους τους εκκαλούντες που υπεισήλθαν στη θέση της αρχικώς εκκαλούσας Μ. Π. και ως προς την εκκαλούσα Φ.

Δ. ατομικά. Σύμφωνα με τα παραπάνω, τυγχάνουν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναίρεσης ως προς όλους τους αναιρεσείοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Μ. συζ. Ε. Π. και της πρώτης αναιρεσίβλητης ατομικά με συνέπεια την απόρριψη της αναίρεσης ως προς όλους τους αναιρεσείοντες υπό την ως άνω ιδιότητά τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 Α.Κ. δήλωση βούλησης από κάποιο (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 160, 200, 216, 217, 218, 219, 223, 232 ΑΚ, προκύπτει, ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα.

Εξάλλου, η πληρεξουσιότητα υπόκειται σαν δικαίωμα στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 Α.Κ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον πληρεξούσιο πράξεις εμπίπτουν τυπικά μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου ή το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευόμενου και τον σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος, με τον οποίο συνηλλάγη ο πληρεξούσιος.

Η από τον πληρεξούσιο με την δοθείσα πληρεξουσιότητα κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ (Α.Π 513/2022, ΑΠ 1818/2014, ΑΠ 99/2001, ΑΠ 1150/1997, ΑΠ 447/1987, ΑΠ 1228/1987, ΑΠ 466/1977). Επίσης, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι ουσιώδεις και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του διαδίκου, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία (ΑΠ 559/2023, ΑΠ 1116/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αρχικώς εναγομένων τον οποίο επανέφεραν και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι οι μεταβιβάσεις των ακινήτων, που είχαν γίνει από τον αρχικώς δεύτερο εναγόμενο στην αρχικώς πρώτη εναγομένη δυνάμει του 12142/20-6-1985 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου ...

Α. Β. Σ., με το οποίο ο δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας Ι. Β. (εντολέας), παρείχε την πληρεξουσιότητα στον αρχικώς δεύτερο εναγόμενο (εντολοδόχο) να πωλήσει τα περιγραφόμενα δύο επίδικα ακίνητα, ήταν έγκυρες. Και τούτο διότι, ο εντολέας γνώριζε για τις μεταβιβάσεις αυτές από τότε που έλαβαν χώρα και είχε λάβει και το τίμημα από τις ως άνω μεταβιβάσεις και γι'αυτό, ούτε ανακάλεσε το πιο πάνω πληρεξούσιο αυτό, ούτε κάλεσε τον δεύτερο εναγόμενο να λογοδοτήσει για τις μεταβιβάσεις αυτές, ούτε απαίτησε το τίμημα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και συνεπώς απορριπτέος, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, καταλυτικός του ασκηθέντος δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και, επομένως, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά αντιθέτως τα διαλαμβανόμενα σ' αυτόν αποτελούν αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος αντίθετου με εκείνο στο οποίο κατάληξε το δικαστήριο.

Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που or διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Για την ίδρυση, δηλαδή, του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο είχε την υποχρέωση να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις (Α.Π 328/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλόμενης 65/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αν. Κρήτης προκύπτει, ότι το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το οποίο αναγνώρισε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κυρία των επιδίκων ακινήτων δεχόμενο ότι "...την 16-8-1992 απεβίωσε στην Αθήνα, ο Ι.

Β. του Ε., κάτοικος εν ζωή ..., χωρίς σύζυγο και τέκνα. Αυτός με την υπ' αριθμ. 3150/23-7-1991 Δημόσια Διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Μ. Α., εγκατέστησε την ενάγουσα μοναδική κληρονόμο του εφ' όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, οπουδήποτε και αν βρίσκεται εντός της Ελληνικής Επικράτειας, και οποιασδήποτε απαίτησης είχε έναντι τρίτων και ειδικά κατά του Ε.

Π., κατοίκου ... Την ως άνω διαθήκη, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 2806/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την 25-9-1992, αποδέχθηκε η τελευταία με την υπ' αριθμ. 3825/19-3-1993 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης ...

στον τόμο 668 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 91964. Έτσι αυτή κατέστη κυρία κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας αλλά και απαίτησης που ανήκε στον κληρονομούμενο κατά τον χρόνο θανάτου του. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο τελευταίος, δικαιοπάροχος της ενάγουσας, ενόσω ζούσε είχε παράσχει με το υπ' αριθμ. 12142/20-6-1985 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ...

Α.- Β. Σ., στον ήδη αποβιώσαντα Ε. Π., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι ήδη εκκαλούντες, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει αντί αυτού, προς οιονδήποτε, αντί οιουδήποτε τιμήματος και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες τα ανήκοντα σε αυτόν (εντολέα κάτωθι ακίνητα: 1) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 821,83 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... ..., που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Μ. Σ., Ε. Α., Μ. Κ. και ιδιωτική διάβαση 2 μέτρων και 2) ένα οικόπεδο κείμενο στην ίδια ως άνω περιοχή και κτηματική περιφέρεια όσης έκτασης και αν είναι, μετά της επ' αυτού ισογείου οικίας, αποτελούμενης από δύο δωμάτια, κουζίνα και σταύλο, που συνορεύει γύρωθεν με κοινοτική οδό πλάτους 4 μέτρων και με ιδιοκτησίες Κ.

Π., Ν. Π., Μ. και Μ. Ρ., Ε. Π., Δ. Π., ιδίου εντολέως και Α. Π., να εισπράττει το τίμημα και να υπογράφει τα πωλητήρια συμβόλαια. Στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. 12929/13-11-1986 πληρεξούσιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, ο ίδιος εντολέας Ι. Β. έδωσε στον αυτό εντολοδόχο Ε. Π. την εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλεί για λογαριασμό του, μεταβιβάσει, παραχωρεί και παραδίνει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει ακίνητα αυτού (εντολέα) ευρισκόμενα οπουδήποτε στην Ελλάδα και δη στο νομό ..., να εισπράττει το τίμημα και να υπογράφει τα πωλητήρια συμβόλαια, να διαχειρίζεται την παραπάνω περιουσία του, να προβαίνει στη μίσθωση αυτής και να εκπροσωπεί τον εντολέα του ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων και Αρχών, να καλλιεργεί τα ακίνητα αυτά και γενικά να ενεργεί κάθε πράξη έστω και μη ρητά αναφερόμενη.

Η εν λόγω πληρεξουσιότητα δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του άνω εντολέα, ο οποίος, έχοντας συνείδηση των πράξεών του, θέλησε να αναθέσει τη διαχείριση της περιουσίας του σε τρίτο πρόσωπο, ενόψει του ότι ο ίδιος κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα, η ακίνητη περιουσία του βρισκόταν στην περιοχή ..... Κρήτης και λόγω της απόστασης και της προχωρημένης ηλικίας του (γεννήθηκε το έτος 1904) δεν ήταν εύκολο γι' αυτόν να τη διαχειρίζεται...

Ότι οι συνομολογηθείσες από τον δεύτερο εναγόμενο πληρεξούσιο- εντολοδόχο υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου του Ι. Β. συμβάσεις πωλήσεως προς την σύζυγό του Μ. Π. δεύτερη εναγόμενη, δυνάμει των 611/ 14-7-1985 και 817/16-12-1988 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου ... Π. Σ.-Π. εμπίπτουν μεν στα όρια της πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε με τα αναφερθέντα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, είναι όμως προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευθέντος δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και προς το σκοπό για τον οποίο ο τελευταίος έδωσε την πληρεξουσιότητα, αντίθεση που γνώριζε και η αντισυμβληθείσα σε αυτές σύζυγός.

Συνεπώς εφόσον οι καταρτισθείσες με τα παραπάνω αναφερόμενα συμβόλαια εκποιητικές δικαιοπραξίες πωλήσεως των ένδικων ακινήτων, έγιναν κατά κατάχρηση του δικαιώματος πληρεξουσιότητας που είχε δοθεί στον ενεργούντα ως αντιπρόσωπο του πωλητή δικαιοπάροχο των εκκαλούντων από τον Ι. Β. και ως εκ τούτου είναι άκυρες και συνακόλουθα η θυγατέρα αυτής στην οποία μεταβιβάστηκε τμήμα του ενός των ένδικων ακινήτων με το ρηθέν συμβόλαιο γονικής παροχής, δεν απέκτησε την κυριότητά του, καθώς της μεταβιβάστηκε παρά μη κυρίας. Αντίθετα η κυριότητα των ένδικων ακινήτων παρέμεινε στον κληρονομούμενο τα οποία και μεταβιβάστηκαν ως κληρονομιαία περιουσία στην ενάγουσα κληρονόμο του κατά τα άνω, κυριότητα που με τις άνω ενέργειες του αμφισβήτησε ο αρχικός δεύτερος εναγόμενος αλλά και οι λοιποί αρχικοί εναγόμενοι, εγκαθιστάμενοι επ' αυτών και αρνούμενοι να της τα αποδώσουν".

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που προβάλλεται επικουρικά, προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφεραν με τις προτάσεις τους, κατά τη δευτεροβάθμια δίκη προς ανταπόδειξη, του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού ότι καταρτισθείσες συμβάσεις πωλήσεως από τον δεύτερο εναγόμενο υπό την ιδιότητά του ως πληρεξούσιος και εντολοδόχος του Ι.

Β. με την δεύτερη εναγόμενη σύζυγό του, έγιναν καθ'υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας και είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευθέντος δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και προς το σκοπό για τον οποίο ο τελευταίος έδωσε την πληρεξουσιότητα, αντίθεση που γνώριζε και η αντισυμβληθείσα σε αυτές σύζυγός του και συνεπώς άκυρες.

Συγκεκριμένα, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος: τα υπ' αριθμ. 13187, 13188, 13189 και 13190/24-4-1987 συμβόλαια της συμβολαιογράφου ... Α.- Β. Σ., σύμφωνα με τα οποία ο ίδιος ο θανών αυτοπροσώπως ως συμβαλλόμενος πώλησε στις θυγατέρες των δύο πρώτων εναγομένων και άλλα ακίνητα όπου η εκτίμηση της εφορίας είναι πολλαπλάσια του τιμήματος των συμβάσεων και ειδικότερα 1.433.000 δρχ.

έναντι 600.000 δρχ., 1.024.000 δρχ. έναντι 550.000 δρχ., 1.005.000 δρχ. έναντι 200.000 δρχ. και 686.000 δρχ. έναντι 300.000 δρχ. αντίστοιχα και αν δηλαδή και γνώριζε την πολλαπλάσια εκτίμηση της εφορίας προέβη στις μεταβιβάσεις των ακινήτων αυτών. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση ότι ο δεύτερος εναγόμενος ενήργησε αντίθετα προς τα συμφέροντα του πληρεξουσιοδότη του και προς τον σκοπό για τον οποίο έδωσε την πληρεξουσιότητα και καθ' υπέρβαση της δοθείσας σ' αυτόν πληρεξουσιότητας αφού έλαβε υπόψη, "..όλων των νομίμως επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, από την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα απ' αυτά χωριστά, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια .....".

Από τις αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, δέχθηκε ότι "Εκείνος όμως, όπως αποδείχθηκε προέβη στις μεταβιβάσεις των παραπάνω ακινήτων του εντολέως του - αντιπροσωπευόμενου του προς τη σύζυγό του, ενεργώντας αντίθετα προς τα συμφέροντα του (αντιπροσωπευόμενου), αφού το μεν τίμημα που φέρεται στα ρηθέντα συμβόλαια ότι καταβλήθηκε για την αγορά τους, υπολείπεται κατά πολύ της πραγματικής αξίας αυτών, ανερχόμενη κατά το χρόνο εκείνο για τα δυο πρώτα των πωληθέντων ακινήτων κατά την εκτίμηση της αρμόδιας οικονομικής εφορίας στο συνολικό ποσό των 5.165.000 δρχ.

ενώ για το τρίτο εξ αυτών στο ποσό των 2.573.000 δρχ., ο δε αντιπροσωπευόμενος δεν θα τα εκποιούσε με το συμφωνηθέν για την πώληση τους τίμημα, το οποίο ήταν δυσανάλογο προς την αγοραία αξία αυτών....", χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ή και απλή αναφορά, έστω και εμμέσως, αντικρούοντας ειδικά το περιεχόμενο των ως άνω προσκομισθέντων από τους εναγόμενους και εκκαλούντες αποδεικτικών εγγράφων (συμβολαίων) σύμφωνα με τα οποία ο ίδιος ο αντιπροσωπευόμενος πώλησε με τα πιο πάνω συμβόλαια κατά το έτος 1987 και άλλα ακίνητα στις θυγατέρες των δύο πρώτων εναγομένων, γνωρίζοντας ότι η εκτίμηση της εφορίας είναι πολλαπλάσια του τιμήματος, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν λήφθηκαν πράγματι υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία, επικαλέστηκαν και προσκομίσθηκαν προς απόκρουση του παραπάνω αναφερθέντος αγωγικού ισχυρισμού.

Επομένως, ο δεύτερος επικουρικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, η ως άνω αιτίαση, είναι βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια τούτου στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών επικουρικώς επίσης, διατυπωμένων με την ένδικη αίτηση λόγων αναίρεσης.

Ακολούθως, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς όλους τους αναιρεσείοντες που υπεισήλθαν στη θέση του αρχικώς (δεύτερου) εναγομένου Ε.

Π. του Γ.. Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο σ' εκείνον που το κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, (άρθρα 183, 176, 178 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-6-2020 αίτηση της Φ. συζ. Β. Δ. κλπ., για αναίρεση της 65/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αν. Κρήτης, ως προς όλους τους αναιρεσείοντες, που υπεισήλθαν στην θέση της αρχικώς (πρώτης) εκκαλούσας Μ. συζ. Ε. Π. και της πρώτης αναιρεσείουσας ατομικά. ΑΝΑΙΡΕΙ την 65/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ως προς όλους τους αναιρεσείοντες που υπεισήλθαν στη θέση του αρχικώς (δεύτερου) εναγομένου Ε. Π. του Γ.. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο, που αυτοί έχουν καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσιβλήτη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ