Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appealed judgment was not final at the time of filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final divorce judgment as inadmissible. The appellant argued for the appeal's validity, but the court found no evidence that the first-instance judgment had become legally final when the cassation was filed. The court ruled that the judgment remained subject to an appeal, meaning the cassation lacked the necessary prerequisite of finality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)b, 577, 309(1), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; A cassation is admissible only if the appealed judgment has become legally final at the time of filing the cassation petition, which requires the expiration of the appeal period or a waiver of the right to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 760 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 760/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Σ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ξανθίππη Κωνσταντίνου Μικρού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ακριβή - Ελένη Γκότση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6793/2020 μη οριστική και 15238/2020 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/6/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β, 577, 309 εδ1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης (ΑΠ 221/2020, ΑΠ 594/2017).
Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001). Η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της απόφασης, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 KΠολΔ), είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των τριών (3) ετών για απόφαση που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 (άρθρα 518 παρ.2 KΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015) ή των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 και εντεύθεν (άρθρο 518 παρ. 2 KΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).
Τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της έφεσης ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης. Η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης (ΑΠ 810/2018), αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες και, αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό, είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, από την επίδοση της απόφασης (άρθρο 564 παρ. 2 KΠολΔ-γνήσια) ενώ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η (καταχρηστική) προθεσμία άσκησης της αναίρεσης είναι τρία (3) έτη και αρχίζει από την έκδοση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 (άρθρο 564 παρ. 3 KΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ) ή δύο (2) έτη και αρχίζει από την έκδοση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 564 παρ. 3 KΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).
Οι πιο πάνω (γνήσιες) προθεσμίες για την άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, τρέχουν εναντίον και εκείνου, με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση (άρθρο 144 παρ.2 KΠολΔ). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της κατ` αντιμωλία οριστικής απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου γίνεται, με την προσκόμιση της σχετικής έκθεσης επίδοσης ή με τη βεβαίωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο, που επιδόθηκε (άρθρα 122, 123, 139, 140 KΠολΔ), σε συνδυασμό με τη βεβαίωση - πιστοποιητικό της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης (ΑΠ 810/2018, ΑΠ 1097/2014).
Η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο νόμιμος διαδικαστικός τύπος (άρθρο 297 KΠολΔ), εφόσον ο τύπος αυτός αφορά, αποκλειστικά, την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου.
Συνεπώς, η παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά και από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση έφεσης διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης μπορεί να γίνει και, με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, οπότε η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ανεξάρτητα εάν η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (ΟλΑΠ 5/2001).
Για το κύρος της παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου, που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 98 στοιχείο β` KΠολΔ), ενώ η έλλειψη της ειδικής πληρεξουσιότητας μπορεί να καλυφθεί, με έγκριση, εκ των υστέρων, του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, εξαιτίας της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, να ισχυροποιείται (άρθρο 238 ΑΚ), αναδρομικά, η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 891/2014).
Ειδικά όμως επί γαμικών διαφορών, η κατά τα άνω παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της απόφασης με το ένδικο μέσο της έφεσης, δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά, αλλά μόνο με ρητή δήλωση, η οποία γίνεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (άρθρο 599 ΚΠολΔ), ή μετά ταύτα, με δήλωση, η οποία καταχωρείται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο (ΑΠ 1097/2014, ΑΠ 741/2011, ΑΠ 1466/2010).
Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 92/2017).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561 παρ. 2 KΠολΔ) και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: (1) Επί της από 22-10-2018 (και με αριθ. κατάθεσης 99119/10250/2018) ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με αντικείμενο τη λύση του μεταξύ τους γάμου λόγω διετούς διάστασης, εκδόθηκε την 23-11-2020, αντιμωλία των διαδίκων, η 15238/2020 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρ. 592 επ.
ΚΠολΔ), δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων τελεσθέντος γάμου. (2) Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στις 14-6-2021 (με αριθ. 44966/87/2021 έκθεση κατάθεσης). Δεν προκύπτει, όμως, για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι, κατά το χρόνο της άσκησής της, ήτοι κατά την 14-6-2021, είχε καταστεί τελεσίδικη η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 15238/2020 απόφαση, είτε διότι είχε παρέλθει άπρακτη η σχετική (γνήσια) προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατ' αυτής, είτε διότι αυτή (αναιρεσείουσα) είχε παραιτηθεί ρητά, από το δικαίωμα άσκησης έφεσης μη προσκομιζομένων από την αναιρεσείουσα των σχετικών, με τα ως άνω θέματα, στοιχείων-διαδικαστικών εγγράφων (σχετική έκθεση επίδοσης αυτής ή βεβαίωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο, που επιδόθηκε και βεβαίωση-πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί μη άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου), ώστε να καταστεί δυνατή η κρίση (του δικαστηρίου τούτου), αναφορικά με την επέλευση της τελεσιδικίας της αναιρεσιβαλλόμενης και, εντεύθεν, το παραδεκτό ή μη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, περιλαμβάνεται ρητή δήλωση της αναιρεσείουσας περί παραίτησής της από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, ή από τυχόν δικόγραφο ασκηθείσας έφεσης, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 599 ΚΠολΔ. Επίσης δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει, είτε ότι η αναιρεσείουσα δεν άσκησε έφεση, είτε ότι αυτή παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο.
Επομένως, δεν αποδεικνύεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοδικείου είχε καταστεί κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης τελεσίδικη, γι` αυτό και πρέπει ν` απορριφθεί η αναίρεση, ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ),όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα, καθόσον επί των γαμικών διαφορών, όπως η ένδικη, δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής του (άρθρ. 495 παρ. 3 σε συνδ. με 592 §1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-6-2021 αίτηση της Π. Σ. του Ν., για αναίρεση της 15238/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ