Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late supplementary arguments and rejects substantive claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and supplementary arguments against a lower court decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court improperly considered a sworn affidavit and misinterpreted the timeline of adverse possession, but the court found these claims unproven. The court ruled that the appeal was procedurally defective due to the late submission of supplementary arguments and substantively rejected the claims as lacking evidence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 529 para. 1 of the Code of Civil Procedure: Supplementary arguments must be filed thirty days prior to the hearing; arguments based on unproven facts or procedural violations are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 760 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 760/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος-καλούντος: Χ. Γ. του Ν., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1)Β. συζ. Ν. Ν. και 2)Ό., συζ. Π. Γ., το γένος Ν. Β., αμφοτέρων, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρά Καζαντζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με 29.11.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 132/2003 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αίτηση αναψηλάφησης και εκδόθηκε η 4/2012 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30/10/2012 αίτησή του και τους από 30/7/2014 προσθέτους λόγους.
Εκδόθηκε η 2084/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αποφάνθηκε ότι ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης είναι εξαιρετέος από τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της από 30-10-2012 αίτησης.
Με την από 16-1-2015 κλήση του αναιρεσείοντος, επανέρχεται προς συζήτηση η ως άνω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 20/1/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ως άνω αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της και την από 29-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνουν δεκτοί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο αυτού του δικογράφου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθρο 568 παρ.2 ΚΠολΔ. και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο κατόπιν ματαιώσεως ή αναβολής της συζήτησης της υποθέσεως κατ’ άρθρο 575 ΚΠολΔ.
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος πλην του αναιρεσείοντος. Η μη επίδοση του δικογράφου προ της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων για έλλειψη προδικασίας (Ολ.Α.Π. 33/1996, Ολ.Α.Π. 143/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων έχει ασκήσει την από 30-10- 2012 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4/2012 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Δικάσιμος της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η δικάσιμος της 5-2-2014, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17ης Σεπτεμβρίου 2014.
Ο αναιρεσείων με το από 30-7-2014 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 8-82014, άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Συζητήσεως κατ’ αντιμωλία γενομένης ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 17-9-2014, το Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2084/2014 απόφασή του, με την οποία αποφάνθηκε ότι ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης είναι εξαιρετέος και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Όμως, η πιο πάνω κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης έγινε εκπρόθεσμα και όχι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 5-2-2014. Ενόψει αυτών, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει, κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ., μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 544 αρ. 6 ΚΠολΔ., "αναψηλάφηση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του.
Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν". Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.
Ο λόγος της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, αφού η διάταξη δεν διαλαμβάνει διακρίσεις, ενώ, εξάλλου, δεν έχει σημασία αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου ή εκτός δίκης, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη. Με τα δεδομένα αυτά, το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό ή το δικάζον την κύρια πιο πάνω αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας να ασκήσει στη συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, αφού αυτό αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου.
Για τη θεμελίωση, όμως, κατά νόμο, του προαναφερόμενου λόγου αναψηλάφησης πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση, ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου που την εξέδωσε, να στηρίχθηκε, δηλαδή, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση. (ΑΠ 1364/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινομένη υπ’ αριθ. εκθέσεως καταθέσεως …/11.6.2009 αίτηση αναψηλαφήσεως κατά της υπ’ αριθ. 132/2003 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, ο αιτών εκθέτει ότι επί της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, που άσκησε κατά των καθ’ ών η αίτηση εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 133/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία απέρριψε την αγωγή, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Ότι, κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησε έφεση, παραπονούμενος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή η έφεσή του αλλά απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν. Ότι, το παρόν δικαστήριο, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεσή του, με την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, στηριζόμενο αποκλειστικά και μόνο στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, Π.
Γ., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως. Ότι, κατά του εν λόγω μάρτυρα και της συζύγου του Ό. Γ. (2ης εναγόμενης) υπέβαλε έγκληση, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη αντίστοιχα.
Ότι, επί της κατηγορίας αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1005/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς, με την οποία κρίθηκαν ένοχοι για το παραπάνω αδίκημα και καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση έξι (6) μηνών ο καθένας. Ότι, κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας πλην όμως, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32 παρ. 1 και 2 του Ν.3346/2005, η υπόθεση τέθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ...
αυτεπαγγέλτως στο αρχείο, την 1-11-2005 και έτσι κατέστη αδύνατη η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας. Ότι, έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς κατά των εναγομένων και του άνω μάρτυρα την υπ’ αριθ. κατ. ...31-11-2005 αγωγή του, προκειμένου να αναγνωρισθεί το ψεύδος της προαναφερόμενης μαρτυρικής κατάθεσης.
Ότι, επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 9/2007 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που την έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι τα αναφερόμενα στο διατακτικό της εν λόγω απόφασης αποσπάσματα από την κατάθεση του άνω μάρτυρα είναι ψευδή. Ότι, κατά της παραπάνω απόφασης οι δια της ανωτέρω αγωγής εναγόμενοι άσκησαν την υπ’ αριθ.
κατ. ...11-4-2007 έφεσή τους, η οποία απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την υπ’ αριθ. 10/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Ότι, αντίγραφο της απόφασης αυτής επιδόθηκε στους εναγομένους στις 6-5-2009 πλην όμως οι τελευταίοι δεν άσκησαν κατ’ αυτής αίτησης αναιρέσεως εντός της νόμιμης προθεσμίας και έτσι αναγνωρίστηκε αμετακλήτως το ψευδές της καταθέσεως του άνω μάρτυρα, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί ο αιτών, με το μοναδικό λόγο που περιέχεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναψηλαφήσεως, την εξαφάνιση της προσβαλλομένης απόφασης και την εκ νέου έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, με σκοπό να γίνει δεκτή η προαναφερόμενη έφεσή του, να εξετασθεί κατ’ ουσίαν η αγωγή, που άσκησε κατά των καθ’ ών και να γίνει αυτή δεκτή.
Η αίτηση είναι παραδεκτή διότι: α’ ) ασκείται κατά οριστικής αποφάσεως που δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, β’ ) ασκείται από τον εκκαλούντα του οποίου απορρίφθηκε η έφεση που άσκησε κατά των εφεσίβλητων, έχει δε αυτός έννομο συμφέρον στην άσκησή της, διότι επιδιώκει με αυτήν την κατ’ ουσίαν παραδοχή της εφέσεως και, συνακόλουθα, την παραδοχή της αγωγής του, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως, γ’ ) ασκείται για λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 544 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα, το ψεύδος της οποίας αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση, που εκδόθηκε επί κύριας αναγνωριστικής αγωγής και δ’ ) ασκείται εντός έτους από τότε που κατέστη αμετάκλητη η αναγνωρίσασα το ψεύδος της ως άνω μαρτυρικής κατάθεσης υπ’ αριθ. 10/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η δε προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις καθ’ ών στις 30-6-2002 (βλ.
τις υπ’ αριθ. .../6-5-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καστοριάς Μ. Γ.-Κ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο του ως άνω μοναδικού λόγου της. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο, που βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "...", του Δήμου ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου στο με αριθμό ...
Ο.Τ., στην οδό ... και ήδη στη ανοιγείσα οδό .... Αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει επιφάνεια 214τ.μ., από τα οποία τα 59 τ.μ., ρυμοτομούνται σύμφωνα με την με αριθμό …/1950 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού της Νομαρχία .... Έτσι, αυτό είναι καθαρού εμβαδού 155 τ.μ. και συνόρευε Βόρεια, με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν.
Γ. (ήδη του ενάγοντος και του αδελφού του), επί πλευράς Α-Β, μήκους 9 μέτρων, Ανατολικά με την ίδια ιδιοκτησία, επί πλευράς Β-Γ, μήκους 16,30 μέτρων και Τ -Ζ μήκους 6 μέτρων, Νότια με την οδό ..., επί πλευράς Δ-Ε, 4.7 μέτρων και Ε-Ζ, 6,20 μέτρων, και Δυτικά με την οδό ..., επί πλευράς Ζ-Η, μήκους 4,20 μέτρων και με ιδιοκτησία Δ.
Τ. επί πλευράς Η-Α, μήκους 15,75 μέτρων (βλ. το από Αύγουστο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... Γ. Μ.). Το εν λόγω ακίνητο, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, ανήκε, αρχικά στην αποκλειστική κυριότητα του Θ. Γ. του Χ., συζύγου της Κ. Γ., το γένος Α. Μ.. Ο Θ. Γ. πέθανε το έτος 1939 χωρίς να αφήσει γνήσιους κατιόντες.
Με την με αριθμό .../24-1-193 δημόσια διαθήκη του τότε συμβολαιογράφου ... Νικολάου Κοντού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθ. 19/19-4-1940 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Καστοριάς εγκατέστησε ως κληρονόμους του α) την σύζυγο του, Κ. Γ. στην επικαρπία εφ’ όρου ζωής σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία του και β) στον αναδεκτό του Θ.
Σ. του Σ., κάτοικο μέχρι τότε ... την ψιλή κυριότητα της ίδιας περιουσίας. Μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, η προαναφερόμενη σύζυγός του παρέμεινε στην Καστοριά μέχρι τον θάνατό της (10-1-1960), ενώ ο αναδεκτός του εγκατασταθεί μόνιμα στη Νέα, Υόρκη των Η.Π.Α., όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του (26-10-1970). Η Κ. Γ. με την υπ’ αριθ. .../1-8-1954 Δημόσια Διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου ...
Αγοθοκλέους ΤΖΗΜΑ και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθ. 7/12-2-1960 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου ..., εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της το θετό τέκνο της Θ. Σ. Σ.. Στη συνέχεια με την υπ’ αριθ. .../1-12-1959 δημόσια διαθήκη του πιο πάνω συμβολαιογράφου, που και αυτή δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθ. 8/12-2-1960 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του αυτού ως άνω δικαστηρίου, ανακάλεσε την προηγούμενη διαθήκη της και εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της, την ανηψιά της, Α.
συζ. Ν. Β., το γένος Ν. Μ. (δικαιοπάροχο των εναγομένων) και μάλιστα στον κήπο της, που βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "..." του Δήμου ... και το μερίδιό της στην οικία, που βρίσκεται δίπλα στο επίδικο ενώ στον Θ. Σ. Σ. άφησε 3.000 δραχμές, τις οποίες έπρεπε να καταβάλει η ανηψιά της. Η πιο πάνω κληρονόμος αποδέχθηκε την κληρονομιά, με την υπ’ αριθ. .../7-9-1960 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου ...
Αγαθοκλέους ΤΖΗΜΑ, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμο ...). Μάλιστα ο κήπος φέρεται να έχει έκταση 3 περίπου στρεμμάτων. Μετά το θάνατο της θείας της, η Α. συζ. Ν. Β. με τον σύζυγό της και τα τέκνα της (εναγόμενες) διέμενε στο σπίτι της θείας της, που είναι δίπλα στο επίδικο. Αυτή κατά τον ίδιο χρόνο κατέλαβε το επίδικο, το καθάρισε από τους θάμνους, συντήρησε την υπάρχουσα ξερολιθιά, και τοποθέτησε συρματόπλεγμα στα σημεία που δεν υπήρχε ξερολιθιά.
Ο σύζυγός της, που ήταν εργολάβος χωματουργικών εργασιών, τοποθετούσε στην υπάρχουσα παλιά αποθήκη τα εργαλεία του αλλά και μάζευαν τους καρπούς από μια συκιά, μία ροδιά και μία κορομηλιά. Κατά το έτος 1982 ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων άσκησε αίτηση για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες, προκειμένου να ανεγείρει το 7ο Δημοτικό Σχολείο ..., μέσα στις οποίες περιλαμβάνονταν και τμήμα του επίδικου, την οποία έστρεφε κατά της Κ.
χήρας Θ.Γ.. Στη διαδικασία παρενέβη κυρίως η δικαιοπάροχος των εναγομένων, χωρίς να εμφανισθούν οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος. Έτσι εκδόθηκε η με αριθμό 167/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία δέχθηκε την κύρια παρέμβαση, ως βάσιμη στην ουσία. Επίσης αυτή προέβη εκ νέου στην αποδοχή της κληρονομιάς της αποβιωσάσης θείας της Κ.
χήρας Θ.Γ., με την υπ’ αριθ. .../16-12-83 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ..., Αθανασίου Ι.ΚΑΡΑΒΙΔΑ, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα, στις 21-12-1983, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμο ...), προκειμένου να αποδεχθεί το 1/4 της οικίας και το επίδικο. Η δικαιοπάροχος των εναγομένων συνέχιζε τις πιο πάνω πράξεις νομής και κατοχής μέχρι το έτος 1984.
Επομένως, αυτή έγινε κυρία του επιδίκου ακίνητου με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι (20) χρόνια, δεδομένου ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι το επίδικο περιλαμβανόταν στην κληρονομιά που της κατέλιπε η δικαιοπάροχός της Κ. Γ.. Άλλωστε αυτό με την διαθήκη του Θ.
Γ. είχε καταληφθεί στο Θ. Σ. Σ.. Μετά από αυτό η δικαιοπάροχος των εναγομένων αποφάσισε vα μεταβιβάσει στις κόρες της (εναγόμενες) το επίδικο. Έτσι, καταρτίσθηκε το υπ’ αριθ. .../7-5-1984 προσύμφωνο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου ... Αθανασίου Ι. ΚΑΡΑΒΙΔΑ, με το οποίο υπόσχονταν να μεταβιβάσει σ’ αυτές το μερίδιο της (1/4) στην οικία και το επίδικο.
Από το έτος 1984 συνέχισαν στο επίδικο να ασκούν τις ίδιες πράξεις νομής και κατοχής οι εναγόμενες. Μάλιστα αυτές, με αίτησή τους προς τον Δήμο ... ζητούσαν την επισκευή της περίφραξης (βλ. τo υπ’ αριθ. .../15-2-86 έγγραφο του εν λόγω Δήμου). Έτσι, κατασκεύασαν νέα συρμάτινη περίφραξη, κατά το έτος 1986, αλλά και προέβησαν στην πληρωμή των τελών υπέρ του Δήμου ...
για τα έτη 1993, 1994 και 1995 (βλ. την υπ’ αριθ. ...15-1-1996 διπλότυπη απόδειξη αυτού). Επίσης, αυτές προέβησαν στην κατάρτιση του υπ’ αριθ..../15-1-96 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου ... Κωνσταντίνου Χρ. Γκολομπία, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στις 18-1-1996 (τόμο ...), με το οποίο η δικαιοπάροχός τους σε εκτέλεση του προσυμφώνου τους μεταβίβαζε και το επίδικο ακίνητο.
Οι εναγόμενες συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες πράξεις νομής και κατοχής μέχρι 9-1-1998, οπότε είχαν στην αποθήκη. Για την πράξη του αυτή υπέβαλαν σε βάρος του μήνυση για αυτοδικία. Όμως με την υπ’ αριθ. 152/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς κηρύχθηκε αθώος, λόγω αμφιβολιών, για την πράξη που κατηγορούνταν.
Επίσης οι διάδικοι υπέβαλαν αντίθετες αιτήσεις στο Ειρηνοδικείο Καστοριάς, με τις οποίες ζητούσαν ο καθένας να αναγνωρισθεί νομέας του επιδίκου και να διαταχθεί η απόδοση του σ’ αυτούς. Επί των αιτήσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 18/1998 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις, ως αβάσιμες στην ουσία, γιατί έγινε δεκτό ότι η υφιστάμενη κατάσταση είναι πολύ παλιά.
Κατά της απόφασης οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Οι εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 111/405.55/271.21/98 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος, ως αβάσιμη στην ουσία και έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκαν και δικάσθηκαν οι αιτήσεις, απορρίφθηκε η αίτηση του ενάγοντος, ως αβάσιμη στην ουσία, έγινε δεκτή η αίτηση των εναγομένων, ως βάσιμη στην ουσία, αναγνωρίσθηκαν συννομείς του επιδίκου και διατάχθηκε η αποβολή του ενάγοντος από αυτό.
Με βάση την απόφαση αυτή καταρτίσθηκε η με αριθμό .../25-11-98 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή, στο Πρωτοδικείο Καστοριάς Ι. Τ.. Αντίθετα, από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, δεν προκύπτει ότι ο ενάγων ή οι δικαιοπάροχοι αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-1960 μέχρι 9-1-1998 άσκησαν στο επίδικο ακίνητο οποιαδήποτε υλική πράξη νομής και κατοχής.
Βέβαια ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Θ. Σ., αν και ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του, ότι αυτός (απώτερος δικαιοπάροχος) υπεισήλθε στην κληρονομιά, είτε ως εξωτικός, δηλώνοντας την προς τούτο βούληση του, είτε ως οικείος, με την από 4-3-1965 δημόσια διαθήκη του, που καταρτίσθηκε ενώπιον του προξένου των Η.Π.Α., στη Θεσσαλονίκη και η οποία επικυρώθηκε στις 17-4-1974 από το κληρονομικό δικαστήριο της πολιτείας Μπρόνξ της Νέας Υόρκης των Η.Π.Α., εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο του, την κόρη του, Κ.
συζ. W. G., το γένος Θ. Σ.. Η τελευταία, όπως και ο σύζυγός της, που ήταν μόνιμοι κάτοικοι της Νέας Υόρκης, δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για την κληρονομιαία περιουσία, ούτε και ανέθεσαν σε κάποιον να έχει την επίβλεψη και την φροντίδα της. Η πιο πάνω κληρονόμος ενδιαφέρθηκε για πρώτη φορά στις 21-10-1997, οπότε με την υπ’ αριθ. .../21-10-97 πράξη της συμβολαιογράφου ...
Άννας ΜΠΟΥΖΑΝΗ - ΝΙΝΟΥ, που έχει μεταγραφεί νόμιμα (τόμο ...), αποδέχθηκε, με αντιπρόσωπο την κληρονομιά. Αυτό έγινε, γιατί την ίδια ημέρα μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../21-10-1997 συμβολαίου της πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμο ...), το επίδικο ακίνητο, στον ενάγοντα. Όμως, η δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε ήδη χάσει την κυριότητα του επιδίκου ακίνητου και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν έγινε κύριος αυτού, ούτε παραγώγως ούτε και πρωτοτύπως, αφού αυτός και οι δικαιοπάροχοί του δεν άσκησαν ποτέ καμία πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο.
Αντίθετα οι εναγόμενες απέκτησαν την κυριότητα αυτού, με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νέμονταν και το κατείχαν, σύμφωνα με τα παραπάνω, διάνοια κυριών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών και μάλιστα η δικαιοπάροχός τους Α. συζ. Ν. Β., από 10-1-1960 μέχρι το 1984 και αυτές από το 1984 μέχρι 10-1-98. Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως, που εκτέθηκε ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα των εναγομένων, το ψεύδος της οποίας αναγνωρίσθηκε μετά από άσκηση κύριας αγωγής με την υπ’ αριθ. 10/2009 (ήδη αμετάκλητη) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεν ήταν το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Η κατάθεση αυτή συνεκτιμήθηκε με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, Μ. Π., αλλά και με το περιεχόμενο έξι (6) ενόρκων βεβαιώσεων [υπ’ αριθ. .../8-3-2001, που συντάχθηκαν μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του, ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Μαριάνθης Εμμανουηλίδου], που πρωτοδίκως αλλά και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αιτών (τότε ενάγων) καθώς και με την παρόμοια με την άνω ψευδή κατάθεση υπ’ αριθ. .../17-4-2002 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγομένων, Λ.
Τ., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Χρήστου Τέζια, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης και προσκομίσθηκε με επίκληση ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αυτό έλαβε επίσης υπόψη του προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και την κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα του ενάγοντος, που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου στο πλαίσιο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων αλλά και των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στη ποινική δίκη με κατηγορούμενο των ενάγοντα για αυτοδικία, αφού στη προβαλλόμενη απόφαση μνημονεύεται ειδικά η εκδοθείσα στην άνω δίκη υπ’ αριθ. 152/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Καστοριάς.
Συνεκτιμήθηκαν επίσης από το δικαστήριο, εκτός από τις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων ειδικά μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση η αίτηση που άσκησε το έτος 1982, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων, για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος, σε βάρος της δικαιοπαρόχου των εναγομένων, η κυρία παρέμβαση που η τελευταία άσκησε στη δίκη εκείνη, η εκδοθείσα υπέρ αυτής υπ’ αριθ. 167/1982 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η υπ’ αριθ. .../16-12-1983 δήλωση αποδοχής κληρονομίας στην οποία προέβη η δικαιοπάροχος των εναγομένων και το καταρτισθέν μεταξύ αυτής και των θυγατέρων της (εναγομένων) προσύμφωνο δωρεάς εν ζωή, σε εκτέλεση του οποίου οι τελευταίες προέβησαν στην κατάρτιση του υπ’ αριθ. .../15-1-1996 συμβολαίου γονικής παροχής καθώς και τα υπ’ αριθ. .../15-2-1986 και ...15-1-1996 έγγραφα του Δήμου ..., από τα οποία προκύπτει η αιτηθείσα από τις εναγόμενες άδεια για κατασκευή περίφραξης στο επίδικο και οι εκ μέρους τους πληρωμή των αναλογούντων σ’ αυτό δημοτικών τελών αντίστοιχα, από την συνεκτίμηση των οποίων με τις μαρτυρικές καταθέσεις και συνήγαγε την κρίση του για άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από την δικαιοπάροχο των εναγομένων κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-1960 μέχρι το έτος 1984 και από τις τελευταίες από το έτος 1984 μέχρι 10-1-98.
Επομένως, η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, της οποίας το ψεύδος αναγνωρίσθηκε αμετακλήτως με την υπ’ αριθ. 10/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, συνεκτιμήθηκε, όπως αναφέρθηκε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δεν είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική και χωρίς αυτήν.
Κατά συνέπεια, η αναγνώριση του ψεύδους της καταθέσεως του άνω μάρτυρα δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναψηλαφήσεως, καθόσον το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην ψευδή αυτή κατάθεση, ούτε αυτή επηρέασε, έστω και κατά ένα μέρος, την κρίση του δικαστηρίου σχετικώς με την εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των εναγομένων αλλά και των τελευταίων τούτων άσκηση διακατοχικών πράξεων στο επίδικο και την εντεύθεν απόκτηση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Συνακόλουθα, ορθά το δικάσαν την αίτηση αναψηλάφησης δικαστήριο δεν δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη αυτήν και ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. εμπεριεχόμενος, στον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 8, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ.
προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ’ αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής ή ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης ή αντέφεσης, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αρ. 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο για να καταλήξει με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην απορριπτική της από 11-6-2009 αίτησής του για αναψηλάφηση της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αρ. 132/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου, δέχθηκε ως ισχυρισμό του που στήριζε την προαναφερόμενη αίτηση αναψηλάφησης αποκλειστικά και μόνο την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Π.
Γ., ενώ αυτός δεν προέβαλε τον εν λόγω ισχυρισμό. Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της από 11-6-2009 αίτησης αναψηλάφησης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο τότε αιτών και ήδη αναιρεσείων ζήτησε την αναψηλάφηση της κατ’ έφεση δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αρ. 132/2003 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, για το λόγο ότι ο προαναφερόμενος μάρτυρας διώχθηκε ποινικά για το έγκλημα της ψευδορκίας και καταδικάσθηκε αμετάκλητα, λόγω της μη άσκησης απ’ αυτόν αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 10/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (Ποινικού Τμήματος), που απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του προμνημονευόμενου μάρτυρα κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης.
Επομένως, το Εφετείο που δίκασε την ως άνω αίτηση αναψηλάφησης έλαβε υπόψη του αποκλειστικά τον ισχυρισμό του αιτούντος την αναψηλάφηση, που αναφερόταν στην καταδικαστική απόφαση για ψευδομαρτυρία του Π. Γ., δεχόμενο περαιτέρω ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, "το διατακτικό της αποφάσεως (132/2003) δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στη ψευδή αυτή κατάθεση, ούτε αυτή επηρέασε έστω και κατά ένα μέρος, την κρίση του δικαστηρίου σχετικώς με την εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των εναγομένων αλλά και των τελευταίων τούτων άσκηση διακατοχικών πράξεων στο επίδικο και την εντεύθεν απόκτηση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία".
Επομένως ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο φέρεται ότι το Εφετείο υπέπεσε σε πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατέληξε το ίδιο με την 132/2003 απόφαση του στην απόρριψη της από 17-2-2001 έφεσης του ενάγοντος-ήδη αναιρεσείοντος ύστερα από τη συναξιολόγηση και συνεκτίμηση, εκτός της ψευδούς κατάθεσης του Π. Γ., της υπ’ αριθμ. .../17-4-2002 ένορκης βεβαίωσης του Λ.
Τ. ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Στεργίου Τέζια, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα αποδείξεως Μ. Π., των αναφερομένων σ’ αυτήν έξι ένορκων βεβαιώσεων, εκτός της παραπάνω, και όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων εγγράφων, χωρίς να προκύπτει από κάποια απ’ αυτά (τα έγγραφα) ότι υπήρχε δεδικασμένο υπέρ του ενάγοντος ως προς το κρίσιμο ζήτημα ποίος χρησιδέσποζε με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο κατά το χρονικό διάστημα από 1960 έως 1983.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ’ αριθμ. 132/2003 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αυτό κατέληξε στην απορριπτική απόφαση της έφεσης του ενάγοντος κατά της υπ’ αριθμ. 133/370 36/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών ως άνω μέσων, χωρίς να εξαίρει την αποδεικτική δύναμη κάποιου απ’ αυτά.
Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. αιτίαση, με τη μορφή της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας από την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και ειδικότερα ότι λόγω της ψευδούς κατάθεσης του Π.
Γ. κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι ψευδής και η ένορκη βεβαίωση του Λ. Τ., ως αναφερόμενη σε ίδια περιστατικά με εκείνα της ψευδούς ένορκης κατάθεσης, καθόσον δεν υποστηρίζεται, ούτε και αποδείχθηκε, ότι και ο ενόρκως βεβαιών τελούσε σε δόλο κατά τη σύνταξη της προαναφερόμενης ένορκης βεβαίωσής του.
Εξάλλου, δεν παράγεται δεδικασμένο, λαμβανόμενο μάλιστα υπόψη και αυτεπαγγέλτως, από την ποινική απόφαση σε βάρος ενός μάρτυρα σε βάρος και ετέρου, χωρίς έλεγχο του υποκειμενικού στοιχείου (δόλου) για τον ενόρκως βεβαιώσαντα. Επομένως σε κάθε περίπτωση ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις, από τους αρ. 1,10 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., οριζόμενες πλημμέλειες.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι απαράδεκτα έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα σ’ αυτό από τους εφεσιβλήτους ένορκη βεβαίωση του Λ. Τ. και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτής ως προς το χρόνο που αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας για χρησικτησία των εναγομένων επί του επίδικου ακινήτου, ενώ προσδιορίζει μόνο το χρονικό διάστημα από το 1960 έως το 1970, αυτή δέχθηκε ότι υπερκαλύπτει χρονικό διάστημα πλέον της χρησικτησίας.
Ο λόγος αυτός ως προς τις φερόμενες παραβάσεις από τους αρ. 1 και 10 του άρθρου 559 είναι απορριπτέος ως αόριστος, ως προς το μέρος που προβάλλεται το απαράδεκτο της προσαγωγής της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ. (δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) και ως προς το μέρος της παραμόρφωσης του περιεχομένου της ίδιας ένορκης βεβαίωσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο όπως κατάδηλα προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν πείστηκε μόνο από την ένορκη αυτή βεβαίωση ως προς την άσκηση της νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου εκ μέρους των εναγομένων για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Επομένως και ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2012 αίτηση του Χ. Γ. του Ν. και τους από 30-7-2014 πρόσθετους επ’ αυτής λόγους για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ