Supreme Court allows appeal against labor contract duration ruling, remanding case for retrial due to temporal application of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeals' decision regarding the duration of a public service employment contract. The appellant argued that a continuous indefinite-term relationship existed before the new fixed-term contract, violating specific labor laws and EU directives applicable at the time. The Court found the lower court erred by applying post-2001 statutes and directives to contracts concluded prior to their entry into force, thus remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code and Article 1 of Law 2112/1920; The temporal validity of labor law provisions and EU directives requires strict adherence to the date of contract conclusion, preventing the retroactive application of newer regulations to establish indefinite-term relationships where fixed-term contracts were legally valid at the time of signing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 760 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 760/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούσης στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Βιέννη, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 295/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8038/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων 648, 649, 669, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή όπως ήδη αναφέρθηκε παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος ανήκει στο δικαστήριο το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 559, 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα.
των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων η σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).
Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη αφενός με το ΠΔ 81/2003 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.
Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος) το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920 αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης κατά την προαναφερθείσα έννοια και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001) χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος: 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001 ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ. 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ισχυρίστηκε ότι στις 4-9-1998 με προφορική σύμβαση εργασίας προσελήφθη από τους νομίμους εκπροσώπους του Υπουργείου Εξωτερικών ως ιδιαιτέρα γραμματέας και μεταφράστρια στην πρεσβεία της Ελλάδας στην Αυστρία.
Ότι την εργασία της αυτή προσέφερε προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της πρεσβείας μέχρι 27-12-2001, οπότε μεταξύ αυτής και του νομίμου αντιπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών, συνήφθη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου κατά το άρθρο 124 του ν. 9425/1998 λήγουσα στις 31-12-2002 με το ίδιο αντικείμενο απασχόλησης όπως και στην προηγούμενη σύμβαση.
Ακολούθως ζήτησε, λόγω μη ενσωμάτωσης μέχρι 10-7-2002 στο ελληνικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, κατ' εφαρμογή της ρήτρας 5 της κυρωθείσης με αυτήν συμφωνίας, ν' αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα αυτήν και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο σχέση από 4-9-1998 μέχρι 27-12-2001 είναι αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ν' αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που την συνδέει με το Ελληνικό Δημόσιο από 4-9-1998 μέχρι 31-12-2002 είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της μετά τις 31-12-2002 και να καταδικασθεί στην καταβολή χρηματικής ποινής 600 ευρώ ημερησίως για την άρνησή του να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές της.
Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά είναι μη νόμιμη. Ειδικότερα, η απασχόληση της ενάγουσας με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω μη τήρησης του εγγράφου τούτου και μάλιστα χωρίς να ήταν εκ των προτέρων γνωστή η χρονολογία της λήξης της, από 4-9-1988 μέχρι 27-12-2001, δημιούργησε απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου η οποία έληξε στις 27-12-2001 με τη νέα σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Συνεπώς το αίτημα της αγωγής ν' αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα την ενάγουσα με το Ελληνικό Δημόσιο από 4-9-1998 μέχρι 27-12-2001 σχέση, ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μη νόμιμο και ούτε η σχέση αυτής της απλής εργασίας, εμπίπτει αυτοτελώς στη ρύθμιση της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου.
Η μεταγενέστερη σύμβαση ορισμένου χρόνου από 27-12-2001 μέχρι 31-12-2002 εμπίπτει στην έννοια της ορισμένου χρόνου σύμβασης που ορίζεται με τη ρήτρα 3 της Οδηγίας, αφού η λήξη της καθορίστηκε με την παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, και η ανωτέρω Οδηγία δεν περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη μία σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Με βάση λοιπόν τα εκτιθέμενα στην αγωγή έχουμε μία απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία έληξε στις 27-12-2001, και την οποία διαδέχθηκε μία άλλη σύμβαση ορισμένου χρόνου που έληξε στις 31-12-2002. Η διαδοχή αυτή δεν ρυθμίζεται από τη ρήτρα 8 της Οδηγίας, η οποία προϋποθέτει για την εφαρμογή της δύο ή και περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
Περαιτέρω, ανεξάρτητα αν η εναγόμενη με την εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, η, σύμφωνα με το άρθρο 124 § 2 του ν. 2594/1998, σύναψη της συμβάσεως εργασίας της ως ορισμένου χρόνου δεν έγινε αδικαιολόγητα. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε επίσης κριθεί η αγωγή ως μη νόμιμη".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω, αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να εφαρμόσει τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που ισχύει από 17-4-2001, καθώς και την 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28/6/1999 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 10-7-1999 και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, οι οποίες δεν είχαν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα συμβάσεις εργασίας της, φέρονται ότι καταρτίστηκαν πριν την 17-4-2001 και ήταν στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία της κάλυπτε ως ισχυρίζεται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, καταρτίστηκαν δε ακύρως η πρώτη και ως ορισμένου χρόνου η δεύτερη προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νόμιμη.
Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας μειωμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8038/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ