Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding appellate court's failure to examine primary claim basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Patras Court of Appeal's decision. The appellant argued the appellate court erred by failing to examine the primary cause of action after rejecting the secondary one, citing Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court held that the appellate court correctly concluded it lacked jurisdiction to review the primary basis without a corresponding appeal, as the primary claim had been implicitly rejected. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 K.P.D.; The appellate court cannot examine the primary basis of a claim if it was implicitly rejected without an appeal, as the primary claim must be pursued via a separate appeal to correct the first-instance error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 760 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 760/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μιαρίτη του Ηλία βάσει του υπ' αριθ. ....... ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Χαραλαμποπούλου, ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε στο ακροατήριο τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού Ευάγγελο Αργυρούλη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγή Γεράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/1998 προδικαστική, 25/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 669/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς, ή στην επιχειρηματολογία των διαδίκων. (Α.Π. 92/2002, Α.Π. 926/2003, Α.Π. 1106/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Με το συμβόλαιο ......, που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Αργοστολίου Ιωάννη Γερασίμου και μεταγράφηκε νόμιμα, ο Γ1, αδελφός του εφεσίβλητου και πατέρας του πρώτου εκκαλούντος, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον εφεσίβλητο, αντί του ποσού των 25.000 δραχμών, το ακίνητο το οποίο βρίσκεται στον οικισμό "....." του Δήμου Αργοστολίου, έχει εμβαδό 4.018, 50 τμ ......
Μετά την απόκτηση του ακινήτου αυτού, ο εφεσίβλητος το περιέφραξε και το επέβλεπε όταν έρχονταν στην ..... από τις ΗΠΑ, όπου είχε εγκατασταθεί. Κατά τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία βρίσκονταν στο εξωτερικό, είχε αναθέσει, μέχρι το έτος 1983, στον αδελφό του Γ1 και τον ανεψιό του Ψ1 (πρώτο εκκαλούντα) την επίβλεψη του ακινήτου αυτού.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο τελευταίοι από τα έτη 1971-1972 μετέβαιναν κατά διαστήματα στις ΗΠΑ και εργάζονταν. Κατά τα έτη 1972, 1979 και 1980 ο εφεσίβλητος, λόγω του ότι είχε εμπιστοσύνη στον αδελφό του Γ1 και τον ανεψιό του Ψ1 (πρώτο εκκαλούντα) είχε χορηγήσει σ' αυτούς διάφορα πληρεξούσια για να διαχειρίζονται την περιουσία του στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, είχε χορηγήσει στον πρώτο ή το δεύτερο ή και στους δύο από αυτούς τα πληρεξούσια ...... του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γεράσιμου Αυγερινού, ......του Συμβολαιογράφου Νέας Υόρκης Tohn Champeris, ..... του Συμβολαιογράφου Νέας Υόρκης Harry Harlen, .... του Συμβολαιογράφου Νέας Υόρκης Αναστασίου Λαχανά και..... του ίδιου Συμβολαιογράφου.
Με το τελευταίο αυτό πληρεξούσιο ο εφεσίβλητος είχε παράσχει στον πρώτο εκκαλούντα την εξουσία: α) να πωλήσει και μεταβιβάσει το ακίνητο αυτό σε οποιονδήποτε, με οποιοδήποτε τίμημα, και με οποιουσδήποτε όρους και β) να δωρήσει και μεταβιβάσει το ίδιο ακίνητο σε οποιονδήποτε ακόμη και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση.
Κατά το έτος 1983 οι σχέσεις μεταξύ του πρώτου εκκαλούντος αφενός και του εφεσίβλητου αφετέρου διαταράχθηκαν . Για το λόγο αυτό, ο εφεσίβλητος, με τις σχετικές πράξεις του ...., ....... ...... και ...... του Αναπληρωτή του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη ανακάλεσε το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο αντίστοιχα από τα προαναφερόμενα πληρεξούσια, δηλαδή όλα τα πληρεξούσια τα οποία είχε δώσει στον πρώτο εκκαλούντα και το Γ1, εκτός από το τελευταίο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το πληρεξούσιο αυτό είχε χορηγηθεί δύο περίπου μήνες μετά το προτελευταίο και ότι τα δύο αυτά πληρεξούσια είχαν συνταχθεί από τον ίδιο Συμβολαιογράφο. Περαιτέρω, από το έτος 1978 ο πρώτος εκκαλών είχε γνωρίσει τη δεύτερη εκκαλούσα η οποία κατάγεται από την ....., είχε μεταβεί στις ΗΠΑ πριν από το έτος 1967 και είχε τελέσει γάμο κατά το έτος 1975 περίπου.
Μεταξύ του πρώτου από τους εκκαλούντες και της δεύτερης από αυτούς είχε αναπτυχθεί στην αρχή φιλική σχέση, η οποία στη συνέχεια έγινε ερωτική, προτού η τελευταία λύσει το γάμο της. Κατά τα έτη 1987 1988 ο γάμος της δεύτερης εκκαλούσας λύθηκε, ενώ κατά τα έτη 1992-1993 τέλεσε γάμο με τον πρώτο εκκαλούντα. Κατά τον Αύγουστο του έτους 1980, η δεύτερη εκκαλούσα συνάντησε τον πατέρα του πρώτου εκκαλούντος Γ1 στην ...., του είπε ότι ήθελε να αγοράσει το επίδικο ακίνητο και του ζήτησε να της υποδείξει τα όρια.
Το ενδιαφέρον της να αποκτήσει το επίδικο ακίνητο η δεύτερη εκκαλούσα είχε εκφράσει κατά το έτος 1980 και στον πρώτο μάρτυρα των εκκαλούντων και πρώτο εξάδελφο της Δ1. Κατά το ίδιο έτος, η δεύτερη εκκαλούσα ζήτησε από το Δ1 να αποστείλει στον πρώτο εκκαλούντα, για το ήθος του οποίου τον είχε διαβεβαιώσει η ίδια, το ποσό των 800.000 δραχμών προκειμένου ο τελευταίος να το καταβάλει στον ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου (εφεσίβλητο).
Πράγματι, ο Δ1 απέστειλε στον πρώτο εκκαλούντα το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο καταβλήθηκε στον εφεσίβλητο κατά την ημέρα της σύνταξης του τελευταίου πληρεξουσίου, δηλαδή κατά την 5-9-1980. Πρέπει να σημειωθεί ότι όπως κατέθεσε ο ίδιος μάρτυρας, του οποίου η κατάθεση δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εφεσίβλητου ή από άλλο αποδεικτικό μέσο, η δεύτερη εκκαλούσα δεν απέστειλε δικά της χρήματα λόγω των προστριβών τις οποίες είχε με το σύζυγο της, με τον οποίο διατηρούσε κοινό λογαριασμό.
Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο το προαναφερόμενο επίδικο πληρεξούσιο δεν καταρτίστηκε στο όνομα της δεύτερης εκκαλούσας. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι η τελευταία απέδωσε στο Δ1 το προαναφερόμενο ποσό κατά το έτος 1989. Κατά συνέπεια, ο λόγος για τον οποίο ο εφεσίβλητος δεν ανακάλεσε και το πληρεξούσιο αυτό οφείλεται όχι σε παραδρομή, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά στο ότι είχε λάβει το τίμημα για την πώληση του επίδικου ακινήτου, όπως προαναφέρθηκε.
Περαιτέρω, μετά την τέλεση του γάμου του με τη δεύτερη από τους εκκαλούντες, ο πρώτος από αυτούς, με το συμβόλαιο ...., που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Σαμαίων Βασίλειο Δραγκουλόγκωνα και μεταγράφηκε την 13-4-1993 στον τόμο .... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου με αύξοντα αριθμό ..., μεταβίβασε, με βάση το προαναφερόμενο επίδικο πληρεξούσιο ......
στη δεύτερη εκκαλούσα, λόγω πώλησης, το επίδικο ακίνητο, αντί του ποσού των 800.000 δραχμών που είχε οριστεί ως τίμημα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Η ενέργεια αυτή του πρώτου εκκαλούντος βρίσκεται μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας, αν δε ληφθεί υπόψη: α) ότι, σύμφωνα με αυτή, ο πρώτος εκκαλών είχε την εξουσία να πωλήσει και μεταβιβάσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου σε οποιονδήποτε, με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους, καθώς και να δωρήσει αυτό σε οποιονδήποτε ακόμη και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση και β) ότι ο εφεσίβλητος έχει λάβει, όπως προαναφέρθηκε, από τη δεύτερη εκκαλούσα κατά την κατάρτιση του προαναφερόμενου σχετικού πληρεξουσίου .....
την αξία του ακινήτου αυτού ανερχόμενη κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσό των 800.000 δραχμών, συνάγεται ότι η άσκηση από τον πρώτο εκκαλούντα της προαναφερόμενης πληρεξουσιότητας δεν είναι καταχρηστική. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε το αντίθετο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης έφεσης είναι ουσιαστικά βάσιμοι.
Σύμφωνα με όλα αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό, να δικαστεί κατ' ουσίαν η από 17-8-1994 αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της και να απορριφθεί αυτή......". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο επί της ως άνω αγωγής του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, λόγω κατάχρησης πληρεξουσιότητας, της συμβάσεως πωλήσεως που καταρτίσθηκε με το ως άνω υπ' αριθ. ......
συμβόλαιο του σ/φου Σάμης Βασ. Δραουλόγκωνα, την οποία και απέρριψε, κατά την επικουρική της βάση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρως, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επ' αυτού, οι δε για το αντίθετο πρώτος, δεύτερος, και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
II). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις δαπάνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποιά αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα (Α.Π. 338/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ. γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί αποδοχής της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάμει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) τα με αριθμό .... και ..... συμβόλαια του σ/φου Σάμης Βασιλείου Δρακουλόγκωνα, και β) την από 3.3.1992 εξώδικη δήλωση του ιδίου προς τον Γ1, ενώ αν συνεκτιμούσε τα έγγραφα αυτά θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στους κρινόμενους λόγους της αναίρεσης.
III). Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 522, 525, 535 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή ενός λόγου της εφέσεως, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, αν δε κρίνεται αγωγή, το δικόγραφο της οποίας στηρίζεται σε περισσότερες της μίας βάσεως, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτοδίκου αποφάσεως που πλήττονται με αυτή, αλλ` εκτείνεται, κατ` εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στις αξιώσεις εκείνες που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλ` η αγωγή.
Δεν δύναται όμως το Εφετείο αυτεπαγγέλτως, εκ μόνου του λόγου ότι μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση, να προβεί αυτό στην εξέταση της κυρίας βάσεως της αγωγής, που είχε απορριφθεί σιωπηρώς, δια της αποδοχής της επικουρικής βάσεως της αγωγής, άνευ της υποβολής εφέσεως (επικουρικής) ή αντεφέσεως, για τη διόρθωση του σφάλματος του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, αν και είχε τη δικονομική δυνατότητα και καθήκον να εξετάσει την κυρία βάση της αγωγής, δεν το έπραξε, αλλά προχώρησε στην αποδοχή της επικουρικής βάσεως, απορρίπτοντας σιωπηρώς την κυρία βάση της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της υποθέσεως, ο αναιρεσείων - ενάγων με την από 17.8.1994 αγωγή του ζήτησε κυρίως μεν να αναγνωρισθεί η εικονικότητα της συμβάσεως πωλήσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, δυνάμει του με αριθμό ....... συμβολαίου του σ/φου Σάμης Βασίλειου Δραγκουλόγκωνα, επικουρικώς δε ότι η σύμβαση αυτή έγινε κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας που είχε δοθεί απ' αυτόν (ενάγοντα - αναιρεσείοντα) στον πρώτο αναιρεσίβλητο - εναγόμενο με το με αριθμό ......
πληρεξούσιο του δημοσίου σ/φου Νέας Υόρκης Αναστασίου Λαχανά, και συνακόλουθα να αναγνωρισθεί η κυριότητα αυτού επί του μεταβιβασθέντος επιδίκου ακινήτου. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας προχώρησε, μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, στην έρευνα της επικουρικής βάσεως της αγωγής και με την με αριθμό 25/2003 οριστική του απόφαση την έκανε δεκτή, απορρίπτοντας σιωπηρώς την κυρία βάση αυτής.
Το Εφετείο στη συνέχεια με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά την παραδοχή της εφέσεως των εναγομένων εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την επικουρική βάση, κρίνοντας ότι δεν είχε τη δυνατότητα εξετάσεως της κυρίας βάσεως της αγωγής, γιατί αυτή είχε απορριφθεί σιωπηρώς, και επομένως για τη διόρθωση του σφάλματος αυτού έπρεπε να ασκηθεί έφεση από τον ενάγοντα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται, κατ' ορθή εκτίμηση, πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, για το λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν εξέτασε, μετά την απόρριψη της επικουρικής βάσεως, την ως άνω κυρία βάση της αγωγής, είναι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.9.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 669/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ