Legislator Case Law & Legislation
760/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against indictment for fraud due to sufficient reasoning and correct application of substantive criminal law.

Case Number 760/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision to remand him for trial on charges of fraud. The appellant argued the indictment lacked specific reasoning and misapplied criminal law regarding his promises versus guarantees. The court found the indictment contained a complete and consistent explanation of facts, evidence, and legal conclusions, thereby rejecting the grounds for annulment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; The indictment must provide specific and detailed reasoning based on facts and evidence, and the Supreme Court will not annul it if the lower court has adequately explained its legal conclusions without contradictions.

Keywords

AI generated
criminal appeal annulment specific reasoning requirement fraud prosecution indictment validity Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 482(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 484(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 760 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 760/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1489/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1676/2005. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 508/1-11-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ., την 114/20-9-05 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, που άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά του 1.489/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απορρίπτει κατ' ουσίαν την 690/04 έφεσή του κατά του 5.157/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και παραπέμπει αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για διακεκριμένη απάτη,άρθρα,60 και 386 ΠΚ],και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον της γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση, που έγινε σ' αυτόν μεν με θυροκόλληση στην οικία του, στον αντίκλητό του δε δικηγόρο Νικ. Ανδρουλάκη με παράδοση στην υπάλληλο τούτου .... στις 12-9-05, [βλ. επιδοτήρια των δικ. επιμελητών ... και ...., αντίστοιχα]. Η σχετική έκθεση συντάχθηκε από τη γραμματέα με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται, που συνίστανται στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 ΚΠΔ και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε, [άρθρα 484 παρ.1 περ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ].

Συνεπώς, η αίτηση είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, αφού στρέφεται κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για κακούργημα [άρθρο 482 παρ.1α ΚΠΔ] και για προβλεπόμενους από το νόμο λόγους. Γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της. 3-Ουσιαστικός έλεγχος Α-Νομικές διατάξεις.

α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ'αυτά. [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225,ΠΧΡ.02/402,ΠΛΟΓ.01/1693].

β-Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β΄ ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, συντρέχει στις εξής περιπτώσεις. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.[ΑΠ.601/04 ΠΛΟΓ.04/697], γ-Κατά το άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστ. με τα άρθρα 1 παρ.11 του Ν.2.408 της 31-5/4-6-96 (ΦΕΚ-Α/104) και στη συνέχεια με το 14 παρ.4 του Ν. 2.721 της 3/3-6-99, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών : α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων [5.000.000] δρχ.

ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων [25.000.000] δρχ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απάτη τιμωρείται υπό τις εξής τρεις μορφές. α) Στην απλή μορφή της, που υπάρχει όταν συντρέξουν τα υπό του νόμου απαιτούμενα στοιχεία για τη συγκρότηση της ειδικής της υπόστασης.

β) Στην απλά διακεκριμένη μορφή της, που υπάρχει όταν συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση κατά την οποία η ζημία που προξενήθηκε χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Και γ) στην ιδιαίτερα διακεκριμένη μορφή της, την κακουργηματική, που υπάρχει, όταν τελείται υπό τις εξής δυο επιβαρυντικές περιστάσεις: 1) όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων [5.000.000] δρχ.

ή 15.000 Ε],και 2) όταν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων [25.000.000 δρχ. ή τα 73.000 Ε]. Κατ' επάγγελμα μεν τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε τέλεση του, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη η σταθερή ροπή του προς διάπραξή του, [Αιτιολ.

έκθ. του Σχεδ. Π.Κ. του 1927]. Για το χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος αρκεί η συνδρομή μιας από της ανωτέρω περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, ενώ η ύπαρξη αμφοτέρων των περιπτώσεων ασκεί επιρροή μόνο στην επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ.1046/95 ΠΧΡ.ΜΣΤ/74). Β-Περιστατικά-Ποινική αξιολόγηση Στην προκειμένη περίπτωση, το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, τα οποία απαριθμεί κατ' είδος, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του προέδρου της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΑΚΤΙΒ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ [ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ], στην Αθήνα και στην Πάτρα στις 8-12-99 παρέστησε στον παθόντα Ψ1 το γεγονός ότι η εταιρία του ήταν φερέγγυα με ενεργητικό, απαλλαγμένων υποχρεώσεων, τουλάχιστον 20.000.000.000 δρχ, [58.694.057.23 Ε],ότι είχε πελάτες οικονομικά ισχυρούς, Έλληνες και αλλοδαπούς, και ότι τα κεφάλαια που επένδυαν στην εταιρία του οι επενδυτές ήσαν πλήρως εξασφαλισμένα και άμεσα επιστρεπτέα, με εγγυημένη απόδοση τουλάχιστον 26%,ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις των δεικτών του Χρηματιστηρίου, και έτσι τον έπεισε να του παραδώσει προς επένδυση για ένα έτος το ποσό των 9.000.000 δρχ, [26.412.33 Ε].Πλην όμως, οι παραστάσεις του αυτές ήσαν ψευδείς και προέβη σ' αυτές εν γνώσει της αναλήθειάς τους με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, καθόσον αληθινό ήταν ότι ούτε η εταιρία του ήταν φερέγγυα με ενεργητικό τουλάχιστον 200.000.000.000 δρχ, με οικονομικά ισχυρούς πελάτες, ούτε το επενδυόμενο κεφάλαιο του παθόντος παρείχε εγγυημένη απόδοση τουλάχιστον 26%,ανεξαρτήτως διακυμάνσεως των δεικτών του Χρηματιστηρίου.

Αποτέλεσμα των ψευδών αυτών παραστάσεων και της κατόπιν παραπλάνησης του παθόντος παράδοσης σ' αυτόν του ανωτέρω χρηματικού ποσού ήταν να ζημιώσει την περιουσία του παθόντος με το ανωτέρω χρηματικό ποσό με αντίστοιχο περιουσιακό αυτού όφελος. Η απάτη αυτή αφενός μεν έχει αντικείμενο συνολικό ποσό οφέλους ή ζημίας τουλάχιστον 5.000.000 δρχ, αφετέρου δε τελέσθηκε απ' αυτόν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση και σε βάρος άλλων επενδυτών, όπως σε βάρος των ....(αναφέρονται 8 ονόματα), και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει [σύσταση ανώνυμης εταιρίας και διορισμό αντιπροσώπων στην περιφέρεια] προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, επίσης και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει ροπή του προς τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος.

Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο ότι στοιχειοθετείται σε βάρος του κατηγορουμένου το έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης απάτης, και δη που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 386 παρ.1 και 3 περ.

α' ΠΚ, ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του και, στη συνέχεια, αποφάνθηκε την παραπομπή του ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα άρθρα 310 παρ.1 και 313 ΚΠΔ. Γ-Κριτική αξιολόγηση. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, ο τρόπος που ενήργησε ο κατηγορούμενος για την τέλεση της πράξεως, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο για να δικασθεί για την ανωτέρω πράξη, όπως αυτή προβλέπεται από τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Η προβαλλόμενη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δήθεν το Συμβούλιο έσφαλε με το να δεχθεί ότι προέβη σε ψευδείς παραστάσεις στον παθόντα, ενώ αυτός παρέσχε σ' αυτόν απλώς μόνον υποσχέσεις περί επικερδούς επενδύσεως, που δεν συνιστούν την έννοια του γεγονότος, είναι απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας προσβάλλει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. 3-Kατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε.[άρθρα 485 παρ.1,,515 παρ.3 και 583 παρ.1 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ

Α-Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η 114/20-9-05 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του 1.489/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και

Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε.

Ο ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΦΩΤΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ

Αφού άκουσε

τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 εδ. α΄ του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 όποιος με σκοπό ν΄ αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000, Ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του ως άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις.

Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης.

Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ΄ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, συντρέχει στην πρώτη περίπτωση όταν το δικαστήριο αποδίδει σ΄ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ στη δεύτερη περίπτωση όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο υπ΄ αριθμ. 1489/2005 βούλευμα με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄ αυτό πρόταση, του Εισαγγελέα Εφετών, και αυτού συμπληρωματικά, στο υπ΄ αριθμ. 5157/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και την ενσωματωμένη σ΄ αυτό εισαγγελική πρόταση έκρινε ότι από τα σ΄ αυτό λεπτομερώς αναφερόμενα κατ΄ είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα΄ ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά κατ΄ επιτρεπτή συμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είναι ιδρυτής και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ομίλου εταιρειών ΑΚΤΙΒ, ο οποίος περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την εταιρία «ΑΚΤΙΒ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΏΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΧ). Η ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ, η οποία ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1996, με την λήψη άδειας λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είναι ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Σκοπός της εταιρίας αυτής είναι η λήψη εντολών από επενδυτές για διενέργεια συναλλαγών σε κινητές αξίες και περαιτέρω η διαβίβαση αυτών σε Ανώνυμες Χρηματιστηριακές Εταιρίες και Πιστωτικά Ιδρύματα, κατά τους ορισμούς του Ν. 2396/1996, προς αγορά ή πώληση κινητών αξιών, η διαχείριση χαρτοφυλακίου πελατών, η παροχή επενδυτικών συμβουλίων για επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέρη και η παροχή υπηρεσιών φύλαξης τίτλων πελατών, ως θεματοφύλακας.

Η ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ, ιδρύθηκε το έτος 1998, με την λήψη άδειας λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και καταχωρήθηκε στο Μητρώο ανωνύμων Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης τον Μάρτιο του 1998. Κύριος σκοπός της εταιρίας αυτής, της οποίας οι μετοχές εισήχθησαν προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών την 1-9-1999, με άϋλη μορφή και κωδικό Α-ΑΚΤΙΒ, είναι η διαχείριση χαρτοφυλακίου, ημεδαπών και αλλοδαπών ο κατηγορούμενος, Χ1, είχε συνεργασία μέσω της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, με τον Ψ2, ασφαλιστή, ο οποίος κατοικεί στην Πάτρα.

Όταν ίδρυσε την εταιρία ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ, ζήτησε από τον Ψ2 να συνεργαστούν ξανά, φέροντάς τον σε επαφή με πελάτες από την Πάτρα, οι οποίοι θέλουν να επενδύσουν στο Χρηματιστήριο, καθότι, όπως του περιέγραψε, η ανωτέρω εταιρία του έχει μεγάλη εμβέλεια στις επενδυτικές εργασίες με κινητή και ακίνητη περιουσία που το καθαρό ενεργητικό της υπερβαίνει τα 20.000.000.000 δρχ.

και ο ίδιος, όπως και οι συνεργάτες του, γνωρίζουν άριστα τις συνθήκες της ελληνικής και παγκόσμιας χρηματιστηριακής αγοράς, έχοντας αντιπροσώπους σε όλες σχεδόν τις προηγμένες χρηματιστηριακά αγορές και μεγάλο κύκλο επενδυτών στην Ελλάδα, των οποίων τα επενδυμένα στην εταιρία του κεφάλαια είναι πλήρως εξασφαλισμένα, αφού η εταιρία του παρέχει εγγυημένη απόδοση επί των επενδυμένων κεφαλαίων των επενδυτών της, σε ποσοστό 26% ετησίως.

Πεισθείς ο Ψ2, στις ανωτέρω περιγραφές του Χ1, του συνέστησε σοβαρούς και ευυπόληπτους πελάτες του από τον Νομό Αχαΐας, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών, Ψ1, που τον Αύγουστο του έτους 1999 συνάντησε στην .... τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, παρουσία του Ψ2, ο οποίος επανέλαβε ότι η εταιρία του υπόσχετο τουλάχιστον 26% το χρόνο επί του διαχειριζόμενου κεφαλαίου.

Μετά τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του Χ1 και την από ετών γνωριμία που είχε ο εγκαλών με τον Ψ2, την 8-12-1999 υπέγραψε την υπ΄ αρ. .... σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης με την ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και στα πλαίσια αυτής της σύμβασης, ο Ψ1, κατέβαλε στην προαναφερόμενη εταιρία το ποσό των 9.000.000 δραχμών, με κατάθεση στον υπ΄ αρ. .....

τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα ΑΣΠΙΣ ΒΑΝΚ. Κατά την υπογραφή δε της συμβάσεως, ο κατηγορούμενος Χ1, τόνισε ξανά στον εγκαλούντα, προκειμένου να άρει τις αναστολές του, ότι τα περισσότερα από τα αναγραφόμενα στην εν λόγω σύμβαση είναι τυπικά και ότι αυτό που πρέπει να τον ενδιαφέρει είναι ότι το κεφάλαιο που εμπιστεύεται στην εταιρία του για διαχείριση μένει άθικτο, έχοντας το δικαίωμα να το αναλάβει οποτεδήποτε, με την εγγυημένη απόδοση του 26%, ανεξάρτητα από την πορεία των δεικτών του χρηματιστηρίου.

Μετά ένα έτος και δη την 8-12-2000, ημερομηνία κατά την οποία έληγε η διάρκεια της ανωτέρω σύμβασης παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ο εγκαλών ζήτησε την επιστροφή των προς επένδυση χρημάτων του μαζί με την συμφωνημένη απόδοσή τους και παρά τις προφορικές και έγγραφες μετ΄ εξωδίκων οχλήσεις του, η εταιρία ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ, αρνούνταν την καταβολή, αποστέλλοντάς του εν τέλει την από 30-12-2000 ενημερωτική επιστολή, σύμφωνα με την οποία το υπάρχον τότε χαρτοφυλάκιό του αποτελείτο από 1.056.307 δραχμές σε μετρητά και 1140 μετοχές ΑΚΤΙΒ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ (ΚΑ).

Στο μεταξύ στις 8-12-2000 και στις 22-12-2000, είχαν λάβει χώρα γενικές συνελεύσεις της ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ, όπου παρουσία πολλών επενδυτών που είχαν το ίδιο πρόβλημα με τον εγκαλούντα, η Χ1 υποσχέθηκε σε όλους ότι θα πάρουν τα χρήματά τους με λίγη υπομονή, υπόσχεση βέβαια που ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Έτσι ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε το χρηματικό ποσό των 9.000.000 δραχμών (26412,33) ευρώ με ισόποση ζημία του εγκαλούντα, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της ως άνω πράξης εις βάρος των αναφερομένων στο προσβαλλόμενο βούλευμα προσώπων από τους οποίους απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και ροπή του προς την πράξη αυτή, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον του αναιρεσείοντα για την κακουργηματική απάτη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ΄ αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, ο τρόπος που ενήργησε ο κατηγορούμενος για την τέλεση της πράξεως, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο για να δικασθεί για την ανωτέρω πράξη, όπως αυτή προβλέπεται από τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται η παράσταση εκ μέρους του αναιρεσείοντος στον εγκαλούντα παρουσία και του τρίτου Ψ2 του ψευδούς γεγονότος συνιστάμενο στην δυνατότητα της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ να παρέχει, λόγω του καθαρού ενεργητικού ύψους άνω των 20.000.000.000 δρχ.

των γνώσεών του και του μεγάλου κύκλου των επενδυτών σ΄ αυτήν, εγγυημένη απόδοση επί των επενδεδυμένων κεφαλαίων των επενδυτών της σε ποσό 26% ετησίως, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου το οποίο τελευταίο γεγονός είναι μέλλον. Δεν υπάρχει δε καμία αντίφαση στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος (6ο φύλλο αυτού εκ του ότι ) αναφέρεται ότι μετά την 8η Δεκεμβρίου 2000, ημερομηνία κατά την οποία έληγε η διάρκεια της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και μετά την όχληση του εγκαλούντος να του επιστραφούν τα χρήματα της επένδυσης καθώς και η συμφωνημένη απόδοση του κεφαλαίου η ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ, αρνήθηκε την κακόβουλη και αντ΄ αυτής απέστειλε ενημερωτική επιστολή σύμφωνα με την οποία το υπάρχον χαρτοφυλάκιο του αποτελείτο από 1.056.307 δρχ.

σε μετρητά και 11450 μετοχές ΑΚΤΙΒ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ, ενόψει του ότι η υποχρέωση του κατηγορουμένου ήταν να αποδώσει στον εγκαλούντα μετά την λήψη της ως άνω συμβάσεως το ποσό των 9.000.000 δραχμών και επί πλέον αυτού ποσοστό 26% επ΄ αυτού ως εγγυημένη απόδοσή του, που δεν αποδόθηκε.

Συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ λόγοι της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, με τις αιτιάσεις ότι οι παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος όσα παρέστησε στον εγκαλούντα δεν ήσαν γεγονότα αλλ΄ απλές υποσχέσεις και ότι υπάρχει αντίφαση στις ως άνω παραδοχές της, πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ οι αιτιάσεις για μη αντιμετώπιση από το προσβαλλόμενο βούλευμα των αρνητικών ισχυρισμών και επιχειρημάτων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Πρέπει επομένως ν΄ απορριφθεί καθ΄ ολοκληρία η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ΄ αριθμ. 114/20-9-2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 1489/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ