Legislator Case Law & Legislation
75/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata claim, ruling the lower court did not formally recognize the prior judgment as binding precedent.

Case Number 75/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a third-instance court decision regarding liability for a tort. The appellant argued the lower court erred by accepting a prior judgment as res judicata without explicit recognition, but the court found the lower court merely treated the document as evidence. Since the appealed decision lacked a formal ruling on the existence of res judicata, the legal requirement for this ground of appeal was not met, leading to rejection.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 § 5, Art. 561 § 2 of the Code of Civil Procedure; A ground of appeal based on erroneous application of res judicata rules is inadmissible unless the appealed decision contains an explicit positive or negative ruling on the existence of the prior judgment.

Keywords

AI generated
res judicata appeal admissibility prior judgment binding precedent evidence vs precedent tort liability court of third instance

Cited Legislation

AI generated
Art. 307 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 § 5 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 549 § 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 75 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 75/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ "Η ΕΘΝΙΚΗ"", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη. Κατά την δικάσιμο της 28ης Φεβρουαρίου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Σ. , κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κούκη - Μπιθαρά. Κατά την δικάσιμο της 28ης Φεβρουαρίου 2022 εκπροσωπήθηκε από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο. Kατά την δικάσιμο της 28ης Φεβρουαρίου 2022, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4995/2024 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1329/2017 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4995/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών "Η ΕΘΝΙΚΗ" και παράπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1180/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2019 αίτησή της, για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η 28η Φεβρουαρίου 2022, οπότε και συζητήθηκε χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. .../2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ. , η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 156/24 ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).

Εν προκειμένω, με τη με αριθμό .../2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου φέρεται προς ανασυζήτηση, η από 27.6.2019 αίτηση αναίρεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της εν λόγω αίτησης και με την με αριθμό ....2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση αυτής, η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία οι διάδικοι που είχαν παρασταθεί δια των πληρεξουσίων δικηγόρων κατά την αρχική δικάσιμο της 28ης.2.2022, εκπροσωπήθηκαν ομοίως από αυτούς.

Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 297, 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, 2) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, 3) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, και 4) η ύπαρξη ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη με την έννοια της παράβασης του επιβαλλόμενου από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ γενικού καθήκοντος του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 967/1973), αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νομό ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, και τα συναλλακτικά και χρηστά ήθη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. (ΟλΑΠ 2/2019 ΑΠ 824/2023, ΑΠ 459/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 1180/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ι. Κ. με την από 4.1.2010 αγωγή του κατά των εναγόμενων α] Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών 'Η ΕΘΝΙΚΗ' , ήδη αναίρεσε ίου σας, β] εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑ ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Α.Ε." και γ] Ε.

Α. , μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά περί της ευθύνης τους κατ' άρθρα 914 και 922 ΑΚ λόγω απάτης και υπεξαίρεσης, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστη ως αποζημίωση το ποσό των 621.700 ευρώ, άλλως το ποσό των 8.300 ευρώ, και το ποσό των 100.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 1598/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της πρώτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε σχέση πρόστησης μεταξύ της ζημιώσασας τρίτης εναγόμενης και αυτής, και την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς τη δευτέρα και τρίτη των εναγόμενων, υποχρεώνοντας αυτές να του καταβάλουν εις ολόκληρον ως αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 450.000 ευρώ και αναγνωρίζοντας ότι υποχρεούνται να του καταβάλουν εις ολόκληρον το επιπλέον ποσό των 201.700 ευρώ.

Κατά της ανωτέρω απόφασης η μεν δευτέρα εναγόμενη άσκησε την από 10.7.2012 έφεσή της, ο δε ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος την από 11.7.2012 έφεσή του κατά της πρώτης εναγόμενης, ήδη αναιρεσείουσας , ως προς τη διάταξη της ανωτέρω απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η κατά αυτής ασκηθείσα αγωγή του. Επί των ανωτέρω εφέσεων εκδόθηκε η με αριθμό 4995/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν.

Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης η μεν δευτέρα εναγόμενη άσκησε την από 29.9.2014 αναίρεση, ο δε ενάγων άσκησε την από 15.6.2015 αναίρεση. Επί της ασκηθείσας από τη Δευτέρα εναγόμενη αναίρεσης εκδόθηκε η με αριθμό 866/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε αυτήν, ενώ επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο] αναίρεσης εκδόθηκε η με αριθμό 1329/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση ως προς το μέρος της, που αφορούσε την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Εφετείου.

Ακολούθως με την από 22.9.2017 κλήση του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου επανήλθε προς εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών η έφεση του ανωτέρω κατά της πρώτης εναγόμενης εταιρείας 'Η ΕΘΝΙΚΗ' και της με αριθμό 1598/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και εκδόθηκε η με αριθμό 1180/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας 'Η ΕΘΝΙΚΗ' και της δεύτερης εναγόμενης 'ΑΤΤΙΚΑ ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ' μεσίτριας ασφαλίσεων, ότι έναντι της πρώτης εναγόμενης η ζημιώσασα ασφαλιστική σύμβουλος τρίτη εναγόμενη είναι υποπροστηθείσα και ότι συνεπώς υφίσταται αντικειμενική ευθύνη της προστήσασας πρώτης εναγόμενης προς αποζημίωση του ενάγοντος για τις ζημιογόνες πράξεις της υποπροστηθείσας τρίτης εναγόμενης, που χρησιμοποιήθηκε από την πρστηθείσα δεύτερη εναγόμενη, και ακολούθως δέχθηκε την έφεσή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξη που αφορούσε την πρώτη εναγόμενη, δίκασε την αγωγή και δέχθηκε αυτήν εν μέρει, υποχρεώνοντας την πρώτη εναγόμενη ως εις ολόκληρον ευθυνόμενη με τη δευτέρα και τρίτη των εναγόμενων να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 450.000 ευρώ και αναγνωρίζοντας ότι αυτή οφείλει επιπλέον στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με τις λοιπές εναγόμενες, το ποσό των 201.700 ευρώ, με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Επί της με ημερομηνία 4-1-2010 αγωγής του ενάγοντος κρίθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της με αριθμό 4995/2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και της 866/2017 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε τη αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης, την οποία είχε ασκήσει η δεύτερη εναγόμενη:

α) ότι η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική σύμβουλος και προστηθείσα της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας μεσιτείας ασφαλίσεων, που είχε συνάψει την από ...2005 σύμβαση μεσιτικών ασφαλίσεων με την πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, διέπραξε αδικοπραξία και συγκεκριμένα υπεξαίρεσε το ποσό των 8.030,56 ευρώ , που της κατέβαλε ο ενάγων, το οποίο αποτελούσε μαζί με την σε προηγούμενο χρόνο προκαταβολή εκ μέρους του, του ποσού των 300 ευρώ, τα ετήσια ασφάλιστρα για τη σύμβαση ασφάλισης ζωής, που η τρίτη εναγόμενη του είχε προτείνει να συνάψει με την πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και αφορούσε το πρόγραμμα Ισόβια Ασφάλιση- Τιμολόγιο III ...

γ) ότι λόγω μη καταβολής της πρώτης δόσης των ασφαλίστρων , ποσού 8.030,56 ευρώ, το οποίο παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε η τρίτη εναγόμενη, ουδέποτε δε το κατέβαλε στην πρώτη εναγόμενη, δεν συνήφθη η σύμβαση ασφάλισης, αφού προϋπόθεση για την ουσιαστική έναρξη της λειτουργίας της (σύμβασης) και άρα της ασφάλισης του ενάγοντος και εντεύθεν της υποχρέωσης της ασφαλιστικής εταιρίας προς καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης ήταν η είσπραξη από την τελευταία (την ασφαλιστική εταιρία) της πρώτης δόσης των ασφαλίστρων, το αργότερο μέχρι τις 23.7.2005, δ) ότι ο ενάγων, στις 11-8-2005, μετά από ναυτικό εργατικό ατύχημα, καθ' ο χρόνο υπηρετούσε ως υποπλοίαρχος ...

υπέστη τοξική νευροπάθεια και των δύο οφθαλμών και μετά ταύτα επήλθε στο πρόσωπο του διαρκής και ολική ανικανότητα προς εργασία, ... ότι στις 18-11-2005 ο ενάγων υπέστη και έτερο ατύχημα συνεπεία του οποίου προκλήθηκε κάταγμα... φάλαγγος 5ου δακτύλου και υποβλήθηκε σε ανάταξη ... καθώς και στις απαιτούμενες φυσιοθεραπείες και κινησιοθεραπείες, ε) ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της τρίτης εναγόμενης, ο ενάγων υπέστη περιουσιακή ζημία, διότι απώλεσε την ασφαλιστική αποζημίωση, την οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, συνεπεία των τραυματισμών του, αν είχε συναφθεί η ασφαλιστική σύμβαση και που ανέρχεται 1) στο ποσό των 450.000 ευρώ εξαιτίας της διαρκούς ολικής ανικανότητας, 2) στο ποσό των 30.000 ευρώ ως επιπρόσθετο ασφάλισμα λόγω της διαρκούς ολικής ανικανότητας, 3) στο ποσό των 3.000 ευρώ ως οφειλόμενη δαπάνη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, δηλαδή 1.500 ευρώ για κάθε ατύχημα, 4) στο ποσό των 138.700 ευρώ για την απώλεια εισοδήματος ...

στ) ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συπεριφοράς της τρίτης εναγόμενης ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ, για την αποκατάσταση δε του συνόλου της ζημίας... του ενάγοντος εις ολόκληρον υπόχρεος με την τρίτη εναγόμενη είναι η δεύτερη εναγόμενη, η οποία φέρει αντικειμενική ευθύνη λόγω της σχέσης πρόστησης ...

που συνέδεε κατά τον επίδικο χρόνο αυτήν και την τρίτη εναγόμενη.

Περαιτέρω ... η δεύτερη εναγόμενη ... εταιρία μεσιτείας ασφαλίσεων ... είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγόμενη την από ....2005 σύμβαση μεσιτών ασφαλίσεων ... Ενόψει των ως άνω πραγματικών περιστατικών αποδεικνύεται ότι υφίσταται σχέση πρόστησης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της δεύτερης εναγόμενης, έναντι δε της πρώτης εναγόμενης η ζημιώσασα ασφαλιστική σύμβουλος τρίτη εναγόμενη είναι υποπροστηθείσα ... Λόγω της σχέσης πρόστησης υφίσταται αντικειμενική ευθύνη της προστήσασας πρώτης εναγόμενης για τις πράξεις της υποπροστηθείσας τρίτης εναγόμενης, που χρησιμοποιήθηκε από τη δεύτερη ... για την εκτέλεση της δραστηριότητας, που της είχε ανατεθεί (από την πρώτη εναγόμενη).

Συνεπώς, η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται εις ολόκληρον με τις λοιπές να αποκαταστήσει την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη, την οποία η τρίτη εναγόμενη προξένησε παράνομα και υπαίτια στον ενάγοντα, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί." Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, της οποίας οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ανέλεγκτα δεκτές παραδοχές της προσβαλλόμενης.

Ειδικότερα α. συνιστά υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της τρίτης εναγόμενης - ασφαλιστικής συμβούλου, υποπροστηθείσας της πρώτης εναγόμενης - αναιρεσείουσας, η υπεξαίρεση από αυτήν των ετήσιων ασφαλίστρων ποσού 8.030,56 ευρώ που ο ενάγων της είχε καταβάλει για να καταρτίσει με την πρώτη εναγόμενη σύμβαση ασφάλισης ζωής στο πρόγραμμα 'Ισόβια Ασφάλιση - Τιμολόγιο ΙΙΓ, β.

η ιδιοποίηση από την τρίτη εναγόμενη του ανωτέρω ποσού και η συνακόλουθη μη καταβολή αυτού στην πρώτη εναγόμενη, αποτελεί πράξη, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, όπως και πράγματι επέφερε, την προκληθείσα στον τελευταίο ζημία που υπέστη, και η οποία συνίσταται στην, λόγω της μη κατάρτισης της σύμβασης ασφάλισης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και του ενάγοντος, απώλεια της ασφαλιστικής αποζημίωσης, την οποία αυτός θα εισέπραττε συνεπεία των τραυματισμών του στις 11.8.2005 και στις 18.11.2005 αν είχε καταρτισθεί η ασφαλιστική σύμβαση.

Μετά ταύτα ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν η στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε.

Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ' ανάγκην ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ν' απορρίψει την αγωγή, εάν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη.

Εάν συνεπώς το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας λόγους της έφεσης του εναγομένου, έκτου πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονέθηκε, διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του (Α.Π. 74/2Θ19, Α.Π. 656/2016, Α.Π. 1569/2010).

Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια, οι νομικοί ισχυρισμοί και τα νομικά επιχειρήματα που αφορούν στην εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων δικαίου και γενικότερα στην ορθή ερμηνεία του νόμου και τους οποίους προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα.

Έτσι, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 957/2021, Α.Π. 807/2020, Α.Π. 892/2019, Α.Π. 701/2008).

Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ το Εφετείο εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατ' αποδοχή βάσιμου λόγου έφεσης στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος και διακρατώντας την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση γίνεται κύριο αυτής και υποκαθιστώντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε όλα τα δικαιώματά του δικάζει εξ υπαρχής την αγωγή και αποφασίζει επί όλων των παραδεκτώς υποβληθέντων και προς οριστική διάγνωση της διαφοράς αναγκαίων ζητημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και όλες οι προταθείσες καταχρηστικές και γνήσιες ενστάσεις που δεν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα και είχαν προταθεί από τον εναγόμενο.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, που ελέγχονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του (Ολ.Α.Π. 6/2016, Α.Π. 28/2017).

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψειτων οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 60/2025).

Εξάλλου κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρεώσεως προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκταση της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του (Α.Π. 1673/2013, ΑΠ 1812/2012].

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτή με τις από 10.10.2011 πρωτόδικες προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επαναφέρθηκαν νομίμως με τις από 22.1.2014 ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, και συγκεκριμένα στη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού της περί αοριστίας της αγωγής και των καταλυτικών της αγωγής ενστάσεών της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος [281 ΑΚ] του ενάγοντος- εκκαλούντος ήδη αναιρεσίβλητου και του οικείου πταίσματος [300ΑΚ] αυτού στην πρόκληση της ζημίας του. Ως προς το πρώτο σκέλος του, ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, κρίνοντας την αγωγή ορισμένη και νόμιμη χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, και ακολούθως δεχόμενο αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, έλαβε υπόψη και απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των από 10.10.21 πρωτόδικων προτάσεων και των από 22.1.2014 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή πρότεινε ενώπιον του Πρωτοδικείου και επανέφερε κατά τη δευτεροβάθμια δίκη 1) ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, αναφέροντας ότι ο ενάγων ασκεί το δικαίωμά του καταχρηστικά λόγω της πολυετούς αδράνειας του να ασκήσει την αγωγή σε συνδυασμό με την πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι το δικαίωμα αυτό είναι ανύπαρκτο και δεν πρόκειται να ασκηθεί σε συνδυασμό με το ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν αυτός κατέβαλε ασφάλιστρα και ποια είναι η σημερινή κατάσταση της υγείας του, ούτε μπορεί πλέον να απευθυνθεί στα ποινικά δικαστήρια, και 2) ένσταση συνυπαιτιότητας, αναφέροντας ότι ο ενάγων κατέβαλε τα ασφάλιστρα χωρίς να λάβει από την τρίτη εναγόμενη έντυπη μηχανογραφημένη απόδειξη, αλλά μόνο πρόχειρη χειρόγραφη, δεν απευθύνθηκε στην αναιρεσείουσα για να λάβει πληροφορίες, ούτε όταν έλαβε καθυστερημένα την 23-8-2005 απόδειξη με μεταγενέστερο χρόνο καταβολής, παρόλο που όφειλε να γνωρίζει από τους όρους του εντύπου της προκαταβολής ότι αυτή έπρεπε να καταβληθεί εντός 45 ημερών από την έκδοση του ασφαλιστηρίου την 8-6-2005, και ότι βάσει των γενικών όρων της ασφαλιστικής σύμβασης η καταβολή της πρώτης δόσης αποτελούσε προϋπόθεση για την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης, δεν απευθύνθηκε στην αναιρεσείουσα ή σε δημόσια αρχή, ούτε υπέβαλε μήνυση κατά της τρίτης εναγόμενης.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, 1) η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν είναι νόμιμη, εφόσον για τη θεμελίωσή της δεν αρκεί η μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος δικαιούχου, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε τα λοιπά αναφερόμενα περιστατικά αρκούν για τη στοιχειοθέτηση τέτοιας ένστασης, αφού μάλιστα δεν γίνεται μνεία περί της συνδρομής πρόσθετων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, που να έχουν ως επακόλουθο της άσκησης του δικαιώματος ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για την αναιρεσείουσα, 2) η ένσταση συνυπαιτιότητας δεν είναι νόμιμη, διότι η παράλειψη του ενάγοντος να ερευνήσει περαιτέρω και να επιβεβαιώσει την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ζωής με την πρώτη εναγόμενη - αναιρεσείουσα, ερχόμενος σε επαφή απευθείας με αυτήν, μη αρκούμενος στις συναλλαγές του με την τρίτη εναγόμενη και μη επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη σε αυτήν, και η μη υποβολή μήνυσης εναντίον της για τις αξιόποινες πράξεις που τέλεσε σε βάρος του, δεν συνιστά παράλειψη υποχρεώσεών του οφειλόμενων εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως ή από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που συντέλεσαν στη ζημία ή την έκταση της.

Μετά ταύτα, και εφόσον οι ανωτέρω ενστάσεις της πρώτης εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμοι και ως εκ τούτου μη ουσιώδεις, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει επ' αυτών δεν ιδρύει τον από αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, ο οποίος είναι στο σύνολο του αβάσιμος.

Επίσης η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και επικουρικό δεύτερο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι από τους αριθμούς 9 και 14, όπως επιγράφονται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, επειδή υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά αυτή θεμελιώνεται στην μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης και όχι στην αδικοπραξία, άλλως επικουρικώς ότι πλέον της βάσης αυτής στην αγωγή σωρεύονταν απαραδεκτως και η αντιφατική ως προς την προαναφερθείσα, βάση της αδικοπραξίας. Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, επειδή δεν ιδρύεται πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή από άλλη διάταξη, όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προέβη στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή, όπως έπραξε εν προκειμένω το Εφετείο, έστω και αν κατέληξε σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο. Ελέγχεται αναιρετικά μόνο η παράβαση νόμου, δηλαδή, η ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, δηλαδή αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ. Για να θεμελιωθεί όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε, αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου, δηλαδή απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (Ολ.Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 564/2021, Α.Π. 108/2021, Α.Π. 14/2021, Α.Π. 186/2013), αλλιώς ο λόγος απορρίπτεται ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση (Α.Π. 1504/2021, Α.Π. 1368/2021, Α.Π. 2016/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου την ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την ευθύνη αυτής από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της τρίτης εναγόμενης, από την 4995/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ασκηθείσα από τη δευτέρα εναγόμενη κατά του ενάγοντος έφεση. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικά μέσα για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ αυτών και την 4995/2014 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την οποία μεταχειρίστηκε ως ιδιαίτερα σημαντικό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς όμως να δεχθεί ότι από αυτήν πηγάζει δεδικασμένο που δεσμεύει την κρίση του.

Ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης προς διερεύνηση, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που η αναιρεσείουσα κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης [άρθρο 549 παρ 3 ΚΠολΔ] και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του περί τούτου αιτήματος του [άρθρα 106,176, 183 και 191 παρ 2 ΚΠολΔ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.6.2019 αίτηση της εταιρίας "Η Εθνική Α.Ε.Ε.Γ.Α." για αναίρεση της με αριθμό 1180/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ