Legislator Case Law & Legislation
75/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment, remands case for retrial on vague claim.

Case Number 75/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the State against a final judgment of the Third Panel of the Larissa Court of Appeal. The State argued that the lower court's decision to accept the plaintiff's claim was erroneous because the original claim was substantively inadmissible due to vagueness. The Court agreed that the claim was indeed vague and the appeal was well-founded, but decided to remand the case for retrial rather than issuing a final ruling on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 307, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a final judgment if it finds the lower court's decision on the admissibility of a claim to be erroneous, and may remand the case for retrial if no further clarification is needed.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment vague claim inadmissibility remand for retrial Code of Civil Procedure State as appellant

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 item a of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 11 of the 1944 Regulations on Laws on State Litigation
Article 22 paragraph 4 of Law 1868/1989
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 75 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 75/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/6/2014 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 149/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Φώτιος Μουζάκης ανέγνωσε την από 6/9/2019 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αγγελικής Τζαβάρα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί κατά τα οικεία σκέλη τους, όπως συμπληρώθηκαν από την Εισηγήτρια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αίτησης από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθούν αυτοί κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 142/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 23.6.2014 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ύστερα από την υπ' αριθμ. 149/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 142/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν η με αριθμό κατάθεσης 253/8-10-2010 έφεση της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης κατά της 276/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου (με την οποία είχε απορριφθεί η με αριθμό κατάθεσης 513/27-10-2005 αγωγή της) και, αφού εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 205.429,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 24/2015, ΑΠ 1551/2022).

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά, πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.Α.Π. 28/1998).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 562/2021).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ - ως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν 4335/2015 - που ορίζει ότι "Κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ύστερα όμως από πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη, που έχει περιληφθεί στην έγγραφη εισήγηση του, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς, 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559", η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφ' ενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφ' ετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλομένη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην ιδία παράγραφο λόγων αναιρέσεως (ΟΛΑΠ 5/1995, ΑΠ 714/2019, ΑΠ 234/2018, ΑΠ 197/2018, ΑΠ 1427/2017).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 Κ.Πολ.Δ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς με την πλήρη έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία για τη στήριξη του αξιούμενου δικαιώματος.

Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί αλλά και το Δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 1635/2008). Ειδικότερα από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής συνιστά έλλειψη τής με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Η αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/2012).

Τέλος, προκειμένου για βιοτεχνικά δάνεια, χορηγούμενα από τις τράπεζες, σύμφωνα με την έχουσα ισχύ νόμου και εφαρμογή στην ένδικη διαφορά κανονιστική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών 2064537/14707/0025/1991 (ΦΕΚ Β' 925), όπως τροποποιήθηκε με την 2077755/17620/0025/1992 απόφασή του (ΦΕΚ Β 481) η εγγύηση του Δημοσίου καλύπτει αυτά μέχρι του ποσού των δραχμών 100.000.000 σε ποσοστό 60%. Μεταξύ των νόμιμων όρων για να ισχύσει η εγγύηση του Δημοσίου δεν περιλαμβάνεται, για συνολική χρηματοδότηση μέχρι του ποσού των δραχμών 10.000.000 κατά βιοτεχνική επιχείρηση, η υποχρεωτική λήψη από τις δανείστριες τράπεζες εμπραγμάτων ή άλλων ασφαλειών, εκτός των αναφερομένων στην άνω Υπουργική απόφαση εξαιρετικών περιπτώσεων, ενώ για συνολική χρηματοδότηση άνω του ποσού των δραχμών 10.000.000 και για το τμήμα που υπερβαίνει το ποσό αυτό, εγγύηση του Δημοσίου παρέχεται και ισχύει μόνον έναντι ασφαλειών (εμπραγμάτων, προσωπικών ή άλλων), οι οποίες θα λαμβάνονται υποχρεωτικά από τις τράπεζες και οι οποίες θα κρίνονται ως επαρκείς κατά τη χορήγηση των δανείων και για το σύνολο αυτών από τις ίδιες τις δανείστριες τράπεζες. Ειδικότερα η ως άνω υπουργική απόφαση προέβλεπε τα εξής: "ΚΕΦΑΛΑΙΟ A) Ι. Παρέχουμε την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου

προς όλες τις Εμπορικές Τράπεζες, διατηρούντες το δικαίωμα προβολής της ένστασης της διζήσεως, για τη μερική κάλυψη των δανείων που θα χορηγούνται από 1-1-1991 και εφεξής στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται στην πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αρ. 1990/11-10-1991, (στην οποία τράπεζα μεταβιβάσθηκαν οι αρμοδιότητες της Νομισματικής Επιτροπής, μετά την κατάργησή της με το άρθρο 1 ν. 1266/1982, ασκούμενες από το Δ/τη αυτής της τράπεζας).

II) Α. Η εγγύηση του Δημοσίου καλύπτει τα ανωτέρω χορηγούμενα δάνεια μέχρι ποσού δραχμών 100.000.000 και σε ποσοστό 60%. Το ανωτέρω ποσοστό αυξάνεται σε 70%, όταν πρόκειται για χρηματοδοτήσεις προετοιμασίας εξαγωγών και 80% όταν πρόκειται για οποιεσδήποτε βιοτεχνικές μονάδες, που είναι εγκατεστημένες στην Δ περιοχή με βάση το ν. 1892/1990, όπως ισχύει, Β) Οι δανείστριες τράπεζες για κάθε χορήγηση δανείου θα πρέπει να συντάσσουν ιδιαίτερη πράξη στην οποία θα αναφέρεται ότι το δάνειο χορηγείται με την εγγύηση του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, και στην οποία θα αναγράφονται τα στοιχεία της δανειοδοτούμενης βιοτεχνικής επιχείρησης, το ποσό του δανείου, ο σκοπός του δανείου, το ποσοστό εγγύησης του Δημοσίου, το εγγυημένο ποσό του δανείου, το επιτόκιο, η διάρκεια, η περίοδος χάριτος, ο τρόπος εξόφλησης, οι λαμβανόμενες ασφάλειες, τα υφιστάμενα δάνεια (όλων των Τραπεζών) από το ειδικό κεφάλαιο της απόφ.

Ν.Ε. 197/78, η χρονολογία εκταμίευσης του κάθε ποσού, καθώς και οι πρόσθετοι ειδικοί όροι τους οποίους θα καθορίζουν ως υπεύθυνες δανεϊστριες Τράπεζες για το σύνολο του δανείου και όχι μόνον για το μη εγγυημένο τμήμα τους. Αντίγραφα των πράξεων αυτών και των σχετικών δελτίων πληροφοριών (A, Β και Γ μέρος ) θα επισυνάπτονται σε συγκεντρωτική κατάσταση, στην οποία θα περιλαμβάνονται όλες οι χρηματοδοτήσεις που εγκρίθηκαν στη διάρκεια του προηγούμενου μήνα αναλυτικά κατ' αύξοντα αριθμό, κατά επιχείρηση και κατά δάνειο, καθώς και τα ποσά που εκταμιεύθηκαν και θα υποβάλλονται υποχρεωτικά, από κάθε κατάστημα δανείστριας Τράπεζας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) Δ/νση 25η:

ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ, ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ, ΔΑΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΩΝ -ΤΜ.Δ. εντός του πρώτου εικοσαημέρου του αμέσως επόμενου μήνα. Ειδικά για τις χρηματοδοτήσεις που εγκρϊθηκαν κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1991 τα ανωτέρω δικαιολογητικά θα υποβληθούν μέχρι 20 Φεβρουάριου 1992. Η έκδοση των πράξεων αυτών, η σύνταξη των συγκεντρωτικών ως άνω καταστάσεων και η υποβολή τους στην προαναφερόμενη Υπηρεσία μας αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση της ισχύος της εγγύησης του Δημοσίου.

Γ) 1. Για συνολική χρηματοδότηση μέχρι ποσού δρχ. 10.000.000 κατά βιοτεχνική επιχείρηση (περιλαμβανομένων και των προηγούμενων εν ισχύει εγκρίσεων) δεν απαιτείται, προκειμένου να παρασχεθεί και να ισχύει η εγγύηση του Δημοσίου, η υποχρεωτική λήψη από τις δανείστριες Τράπεζες εμπραγμάτων ή άλλων ασφαλειών πλην των περιπτώσεων για την ανέγερση, αγορά κλπ.

κτιριακών εγκαταστάσεων, επί των οποίων θα λαμβάνεται εμπράγματη ασφάλεια ανεξαρτήτως ποσού χρηματοδότησης. Στην περίπτωση όμως που θα ληφθούν ασφάλειες, αυτές θα ισχύουν για ολόκληρο το δάνειο ως ενιαίο και όχι μόνον για το μη εγγυημένο τμήμα αυτού. 2. Για συνολική χρηματοδότηση άνω του ποσού των δραχμών 10.000.000 και για το Τμήμα που υπερβαίνει το ποσό αυτό η εγγύηση του Δημοσίου παρέχεται και ισχύει μόνον έναντι ασφαλειών (εμπραγμάτων, προσωπικών ή άλλων) οι οποίες θα λαμβάνονται υποχρεωτικά από τις Τράπεζες και οι οποίες θα κρίνονται ως επαρκείς κατά τη χορήγηση των δανείων και για το σύνολο αυτών από τις ίδιες τις δανείστριες Τράπεζες.

Ill) A. Το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση, ως εγγυητής, σε περίπτωση που δεν εξοφληθούν στο σύνολό τους οι απαιτήσεις των Τραπεζών, αν και επιδιώχθηκε από αυτές και δικαστικά η ολοσχερής εξόφλησή τους, να εξοφλήσει από το τελικό ανεξόφλητο κεφάλαιο το τμήμα εκείνο που αντιστοιχεί στο ποσοστό της εγγύησης, όπως αυτή εξειδικεύτηκε κατά τη χορήγηση με τη σχετική πράξη της ίδιας της Τράπεζας καθώς και τους αναλογούντες επί του τμήματος αυτού ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και αναλογούντα τυχόν ανεξόφλητα συναφή έξοδα μέχρι την ημέρα αποστολής των βεβαιωτικών καταστάσεων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Προς τούτο η κάθε δανείστρια Τράπεζα, σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, δικαιούται να ζητήσει με έγγραφό της, που θα απευθύνεται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (Γ.Λ.Κ.)- Δ/νση 25: Κιν. Κεφ. Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών Τμ. Δ. την εξόφληση, όσου από το ανεξόφλητο ποσό των απαιτήσεών της καλύπτεται με την εγγύηση του Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης και εφόσον: 1) έχει προηγηθεί καθυστέρηση καταβολής από την οφειλέτρια βιοτεχνική επιχείρηση και τους λοιπούς συνυπόχρεους τριών (3) συνεχών δόσεων και για το λόγο αυτό ή άλλο ειδικό λόγο που έχει λάβει χώρα πριν από τη λήξη τριών δόσεων και απορρέει από τις διατάξεις της πράξης του Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος αριθμ. 1990/11-10-1991 ή από τους όρους της πράξης εξειδίκευσης της εγγύησης ή της δανειακής σύμβασης, έχει κηρυχθεί ολόκληρο το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. 2) Η τράπεζα εντός του επομένου τριμήνου από τη χρονολογία λήξης της τρίτης σε συνέχεια καθυστερημένης δόσης ή τη χρονολογία λήξης της προθεσμίας εξόφλησης για τα εφάπαξ εξοφλητέα δάνεια, έχει κάνει έναρξη της δικαστικής επιδίωξης για την είσπραξη του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεών της, χρησιμοποιώντας τις ληφθείσες ασφάλειες τουλάχιστον και έκτοτε συνέχισε αμελλητί τη δικαστική επιδίωξη μέχρι πέρατος αυτής. 3) Η Τράπεζα έχει προβεί στη βεβαίωση, στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Τράπεζα (Δ.Ο.Υ.) και σε βάρος της δανειολήπτριας επιχείρησης, του συνολικού ποσού των τελικά ανεξόφλητων απαιτήσεών της, του μεν εγγυημένου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα απόφαση, υπέρ του Δημοσίου και στον ειδικό λογ/σμό αυτού "Κεφάλαιον Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου (Κ.Α.Χ.Κ.Ε.Ε.Δ)", του δε μη εγγυημένου σε ειδικό λογαριασμό υπέρ αυτής, προκειμένου να της αποδοθεί, όταν εισπραχθεί από τη Δ.Ο.Υ, που υποχρεούται:

α) να την ενημερώνει όποτε το ζητήσει για το κατά περίπτωση σχετικό αποτέλεσμα των ενεργειών της και β) να της αποδίδει από τα εισπραττόμενα ποσά το αναλογούν σ' αυτή μερίδιο. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι από 1-11-1991, για τις προϋποθέσεις εγγυήσεων από το Ελληνικό Δημόσιο για χορηγούμενα από Τράπεζες βιοτεχνικά δάνεια, έπαυσε να ισχύει η αρ. 67651/2142/28-7-78 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και ίσχυσε η 2064537/14707/0025/1991 (ΦΕΚ925/25-10-1991) απόφαση αυτού, η οποία ρύθμιζε διαφορετικά το θέμα, προβλέποντας:

α) διατήρηση του δικαιώματος προβολής της ενστάσεως της διζήσεως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, β) διεύρυνση της δυνατότητας εγγυήσεως του Δημοσίου και για δάνεια βιοτεχνικών επιχειρήσεων που δεν προορίζονταν μόνον για την αξιοποίηση ερευνητικών εργασιών, γ) μετάθεση στις δανειοδότριες τράπεζες της μέχρι τότε ανήκουσας στις Υποεπιτροπές Βιοτεχνικών πιστώσεων υποχρεώσεως για σύνταξη ως προς κάθε χορηγούμενο δάνειο ιδιαίτερης πράξης (πράξης εξειδίκευσης) σχετικά:

γα) με το ποσό (εγγυημένο και μη),τη διάρκεια, το επιτόκιο και τον τρόπο εξόφλησης του δανείου, γβ) με τις λαμβανόμενες ασφάλειες, οι οποίες προκειμένου για δάνεια πέραν των 10.000.000 δραχμών και για το τμήμα της εγγύησης του Δημοσίου που θα υπερέβαινε το ποσό αυτό ( και για το σύνολο των δανείων προοριζόμενων για την ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων) ήταν υποχρεωτικές και έπρεπε να κρίνονται ως επαρκείς κατά τη χορήγηση των δανείων για το σύνολο αυτών από τις ίδιες τις δανεϊστριες τράπεζες, με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας, "ως υπεύθυνες δανεϊστριες", που θα επιδείκνυαν και για το μη εγγυημένο τμήμα των δανείων λαμβάνοντας υπόψη και τις προϋφιστάμενες δανειακές υποχρεώσεις του δανειολήπτη προς όλες τις τράπεζες και αρνούμενες τη χορήγηση του δανείου ( ή περιορίζοντας τούτο) επί μη χορηγήσεως επαρκών ασφαλειών και δ) διαδικασία ενημέρωσης του Ελληνικού Δημοσίου για τα υπό την εγγύησή του δάνεια και την κατάπτωση των εγγυήσεων, μετά την καθυστέρηση καταβολής τριών συνεχών δόσεων από την οφειλέτρια βιοτεχνική επιχείρηση και τους λοιπούς συνυπόχρεους υπό τις ως άνω διακρίσεις,που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (πρβλ.

ΑΠ 1380/2010, ΑΠ 1000/2006), και, εφόσον έγινε από τη δανειοδότρια τράπεζα έναρξη της δικαστικής επιδίωξης για την είσπραξη του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεών της, με χρήση και των ασφαλειών που δόθηκαν, συνεχίζοντας αμελλητί τη δικαστική επιδίωξη μέχρι την περάτωσή της (ΑΠ 2205/2009).

ΙΙΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ερευνώντας το ορισμένο και νόμιμο της εναντίον τού αναιρεσείοντος ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, μετά την από 4-10-2010 έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει αυτήν ως αόριστη, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι με σύμβαση πίστωσης ανοιχτού λογαριασμού παρέσχε δάνειο σε ιδιωτική εταιρεία, υπέρ της οποίας και έναντι της ενάγουσας εγγυήθηκε το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο για το ποσό των 70.000.000 δραχμών ή 205.429,20 ευρώ. Ότι η πιστούχος δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να προβεί στην καταγγελία και το κλείσιμο του λογαριασμού ο οποίος εκείνη τη στιγμή εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 473.743 ευρώ. Ότι δεν κατέστη δυνατόν να ικανοποιηθεί από την οφειλέτιδα και γι' αυτό απαίτησε από το εναγόμενο, η εγγύηση του οποίου είχε καταπέσει, την καταβολή του ποσού των 205.429,20 Ευρώ που αντιστοιχεί στο μέρος της οφειλής για τα οποίο έχει εγγυηθεί.

Για τους λόγους αυτούς ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη καθόσον δεν αναφέρεται σε αυτήν η τήρηση από την ενάγουσα των νομίμων προϋποθέσεων για την εγκυρότητα της παροχής της εγγύησης του εναγομένου και μάλιστα διότι: 1) δεν αναφέρεται η μετενεχυρίαση προς το εναγόμενο της ένδικης απαίτησης αυτής κατά των τρίτων εγγυητών της ίδιας απαίτησης και 2) η καθυστέρηση καταβολής από την οφειλέτιδα τριών τουλάχιστον δόσεων ή σε περίπτωση που η χρηματοδότηση είναι εξοφλητέα εφάπαξ ότι έχουν περάσει τρεις μήνες από τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, ώστε το εναγόμενο να υποχρεούται στην καταβολή του ποσού που εγγυήθηκε.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την έφεση η ενάγουσα για εσφαλμένη ερμηνεία του Νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή. Η αγωγή έχουσα το ως άνω περιεχόμενο είναι νόμιμη και ορισμένη, αφού η εκχώρηση των ασφαλειών που υφίστανται υπέρ της απαίτησης της ενάγουσας, δεν αποτελεί προϋπόθεση της εγκυρότητας της παροχής εγγύησης από το εναγόμενο η οποία μάλιστα πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά επέρχεται μετά την κατάπτωση της εν λόγω εγγύησης και τη βεβαίωση της ανεξόφλητης απαίτησης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

αποτελώντας συνέπεια αυτής. Επίσης, δεν απαιτείται στην προκειμένη περίπτωση για την ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης του εναγομένου η καθυστέρηση εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας, τριών τουλάχιστον δόσεων, αφού σε τέτοια περίπτωση η ενάγουσα δικαιούται και δεν υποχρεούται να κλείσει τον αλληλόχρεο λογαριασμό.

Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να δικασθεί στην ουσία".

Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο, κατά το μέρος που δέχτηκε ότι "δεν απαιτείται για την ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης του εναγομένου η καθυστέρηση εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδος τριών τουλάχιστον δόσεων", εφαρμόζοντας μάλιστα εσφαλμένα τις μη ισχύουσες πλέον διατάξεις της ΥΑ 67651/2142/1978, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, ήτοι της ευθείας παράβασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αφού, ενόψει των εκτεθέντων στη μείζονα σκέψη και υπό τους ορισμούς των διατάξεων της εφαρμοστέας στην ένδικη διαφορά ΥΑ 2064537/14707/0025/1991 (όπως τροποποιηθείσα ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), η καθυστέρηση καταβολής από την οφειλέτρια βιοτεχνική επιχείρηση και τους λοιπούς υπόχρεους τριών (3) συνεχών δόσεων, ώστε, για τον λόγο αυτό ή άλλο ειδικό λόγο, που έχει λάβει χώρα πριν από τη λήξη τριών δόσεων και απορρέει από τις διατάξεις της πράξης του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αριθμ. 1990/11-10-1991, ή από τους όρους της πράξης εξειδίκευσης της εγγύησης ή της δανειακής σύμβασης, να έχει κηρυχθεί ολόκληρο το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, αποτελούν, κατά περίπτωση, απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, επί της οποίας στηρίζεται το αξιούμενο με την ένδικη αγωγή δικαίωμα της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα, η μη αναφορά στο δικόγραφο αυτής αντίστοιχων, κατά τις ως άνω διακρίσεις, περιστατικών καθιστά αυτή απαράδεκτη ως αόριστη, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον στον δεύτερο (αριθμ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ) από τους λόγους της υπό κρίση αίτησής του που συμπληρώθηκαν παραδεκτά κατ' άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.

ως προς τις εφαρμοστέες διατάξεις από την αρχική Εισηγήτρια της υποθέσεως με την κατατεθείσα νομοτύπως εισήγησή της, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ- όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν 4335/2015.

Συνεπώς ο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως ανωτέρω και κατά τα ανωτέρω σημεία του, από τους αναιρετικούς λόγους, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται το Εφετείο για την μη απόρριψη ως κατ'ουσίαν αβάσιμης της έφεσης της αναιρεσίβλητης και, κατά συνέπεια, ως τελεσιδίκως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της υπό κρίση αγωγής της, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε ορισμένη και, στη συνέχεια, ως κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρεώνοντας αυτό (αναιρεσείον - εναγόμενο) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 205.429,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της αγωγής και η υπόθεση, που αναιρέθηκε, δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα διότι, από τα όσα αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του αναιρετικού λόγου που ευδοκίμησε, η ένδικη αγωγή ελέγχεται ως αόριστη και, επομένως, η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (που είχε κρίνει το αυτό) έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Επομένως, πρέπει να κρατηθεί και δικασθεί, από το παρόν Δικαστήριο, η ένδικη έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και να απορριφθεί αυτή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, για τους προαναφερόμενους λόγους - μη απαιτουμένης περαιτέρω έρευνας για τους λοιπούς λόγους της, αφού με αυτούς, επίσης, πλήττεται η απόρριψη της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστης και για κανέναν άλλο, σε σχέση με έτερο κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, λόγο - δεδομένου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά κατ'αποτέλεσμα το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε, απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (534 ΚΠολΔ).

Ζήτημα εισαγωγής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο δεν τίθεται, αφού κατά τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως δεν απαιτείτο η κατάθεση τέτοιου (η σχετική υποχρέωση εισήχθη με την προσθήκη της παρ. 4 - ήδη 3 - στο άρθρο 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 12 του Ν.4055/6-7-2012, με έναρξη ισχύος από 2.4.2012), ενώ για την αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου δεν απαιτείται, ούτως ή άλλως, η κατάθεση παραβόλου (άρθρα 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών το Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 - ΦΕΚ Α 230).

Δικαστικά έξοδα για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την αναιρετική δίκη, δεν επιδικάζονται σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης, λόγω της κρινόμενης ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόστηκαν από το Δικαστήριο (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 142/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Κρατεί και δικάζει την με αριθμό κατάθεσης 253/8-10-2010 έφεση της ενάγουσας κατά της 276/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει αυτή κατ' ουσίαν.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ