Legislator Case Law & Legislation
75/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order, ruling mere delay does not constitute abuse of right under Greek Civil Code.

Case Number 75/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Heraklion Court of Appeal's final decision to evict the Municipality for illegal property use. The State argued that the Municipality's long delay in filing the lawsuit constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court held that delay alone is insufficient to prove abuse of right without additional circumstances and that the timing of the lawsuit is a matter of asset management discretion. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the Municipality's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 249 of the Civil Code; mere delay in exercising a right does not constitute abuse of right absent other circumstances rendering the exercise unacceptable.

Keywords

AI generated
abuse of right statute of limitations delayed litigation property restitution civil procedure appeal illegal use of property legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 249 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 75 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 75/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Μιλήση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Ηρακλείου, που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κατίκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 3-1-2020 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Εκθ. Καταθ. 1/2020, Αριθ. Δικ. 1555/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 71/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 29-11-2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 72/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν την από 24-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου περί καταβολής ωφελημάτων από την παράνομη χρήση του αναφερόμενου ακινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ, θεσπίζεται εξαίρεση της κατά το άρθρο 249 του ίδιου Κώδικα παραγραφής των αξιώσεων και σύμφωνα με αυτό, οι αξιώσεις των καθυστερούμενων προσόδων, κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά κλπ. παραγράφονται σε πέντε χρόνια. Στην έννοια των καθυστερούμενων προσόδων υπάγονται οι φυσικοί ή πολιτικοί καρποί και τα εν γένει ωφελήματα που παρέχει η χρήση του πράγματος βάσει έννομης σχέσης, ενώ στην έννοια της περιοδικώς επαναλαμβανόμενης παροχής υπάγεται εκείνη που έχει εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και επαναλαμβάνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα χωρίς να τελεί ως προς τη γέννηση και την ύπαρξή της υπό κάποια αίρεση ή προθεσμία, αλλά παρέχεται από μόνη την πάροδο του χρόνου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995 (Δημόσιο Λογιστικό), ο οποίος εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, καθόσον οι ένδικες αξιώσεις γεννήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4270/2014 (1-1-2015) (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης - εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό), με τον οποίο καταργήθηκε ο ανωτέρω Ν. 2362/1995, "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 91 εδαφ.

α αυτού "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, συνεπώς και η προερχόμενη από καθυστερημένες προσόδους και εν γένει ωφελήματα, παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως.

Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 181/2021, ΑΠ 303/2016, ΑΠ 1564/2005). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν είτε εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ. αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον πρώτο λόγο αναίρεσης μέρος του, δέχθηκε τα εξής: "Το εναγόμενο προέβαλε πρωτοδίκως με τις έγγραφες προτάσεις του και την επαναφέρει με το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής του, την ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος, που αφορούν την απόδοση των ωφελημάτων από τη νομή του εν λόγω εδαφικού τμήματος, καθόσον από τη γέννηση των ένδικων αξιώσεων έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, στις 24-12-2012, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών.

Η εν λόγω ένσταση παραγραφής είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του Ν. 2362/1995, μόνο όσον αφορά στις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 έως και 31-12-2006, η παραγραφή των οποίων αρχίζει στις 1-1-2004, 1-1-2005, 1-1-2006 και 1-1-2007, αντίστοιχα και συμπληρώνεται στις 1-1-2009, 1-1-2010, 1-1-2011 και 1-1-2012, αντίστοιχα.

Αντίθετα, για το μεταγενέστερο αιτούμενο χρονικό διάστημα, από 1-1-2007 έως και 31-12-2012, η ως άνω ένσταση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 91 του ν. 2362/1995 και αληθών υποτιθεμένων των ισχυρισμών του εναγομένου, η παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος για το ανωτέρω χρονικό διάστημα αρχίζει στις 1-1-2008, 1-1-2009, 1-1-2010, 1-1-2011, 1-1-2012 και 1-1-2013, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα έως τις 24-12-2012, χρόνος άσκησης της κρινόμενης αγωγής, να μην έχει συμπληρωθεί η παραγραφή αυτών.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος για τα ωφελήματα, που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2012, ως εκ του χρόνου έναρξης του χρόνου παραγραφής τους, που αρχίζει από το τέλος κάθε (οικονομικού) έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν, ήτοι από 1-1-2008, 1-1-2009, 1-1-2010, 1-1-2011, 1-1-2012 και 1-1-2013, αντίστοιχα, δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή, καθόσον κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, με επίδοσή της στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 27-12-2012, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του Ν. 2362/1995, καθώς και του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ (και όχι και τις διατάξεις των άρθρων 252 και 257 ΑΚ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, οι οποίες ορθά δεν εφαρμόστηκαν γιατί δεν ήταν εφαρμοστέες).

Τούτο διότι, επί των επίδικων αξιώσεων καταβολής ωφελημάτων, εναρκτήριο σημείο του χρόνου παραγραφής τους αποτελεί το τέλος κάθε (οικονομικού) έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη και όχι το τέλος του έτους 1935, εντός του οποίου μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου το από 17-12-1932 πρακτικό παραχώρησης της Επιτροπής Τακτοποιήσεως, με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε την κυριότητα της μείζονος έκτασης (στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη) στην τέως Κοινότητα Αλικαρνασσού, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος Ηρακλείου, ούτε το τέλος του έτους 1988, εντός του οποίου εκδόθηκε η 507/1988 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναγνωρίστηκε αμετακλήτως η κυριότητα του αναιρεσίβλητου Δήμου επί της έκτασης αυτής, ούτε το τέλος του έτους 2003, εντός του οποίου δημοσιεύθηκε η 310/4-8-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία διατάχθηκε το αναιρεσείον να αποδώσει την επίδικη έκταση στον αναιρεσίβλητο Δήμο, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, με τον οποίο, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στο αναιρετήριο), μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη μερική απόρριψη της ένστασής του περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων για το επιμέρους χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2012.

Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1272/2021.

ΑΠ 721/2020, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 353/2020). Το απαράδεκτο αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 1059/2017) και εκείνον του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 14/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένστασή του περί συμψηφισμού των επίδικων απαιτήσεων του αναιρεσίβλητου με ανταπαίτησή του από τις δαπάνες ανεγέρσεως στο επίδικο ακίνητο του κτιριακού συγκροτήματος, στο οποίο στεγάζονται οι Φυλακές Αλικαρνασσού (επωφελείς δαπάνες).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο τρόπος της νόμιμης προβολής του στο Δικαστήριο της ουσίας, καθόσον μάλιστα δεν προκύπτει το περιεχόμενό του και ο τρόπος προβολής του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστήριο, δεδομένου ότι οι πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος δεν προσκομίζονται, ούτε αναφέρεται ότι πρόκειται περί ισχυρισμού που εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 γ ΚΠολΔ για την παραδεκτή προβολή του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, καθώς αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, 8/2001, ΑΠ 151/2016).

Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα, αποφασίζει να διεκδικήσει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ενδιαφέρον τον τρίτο λόγο αναίρεσης μέρος του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω το εναγόμενο εξέθετε, επιπλέον, ότι το δικαίωμα του ενάγοντος για απόδοση των ωφελημάτων που εξήγαγε από τη νομή του ένδικου ακινήτου το νεμόμενο αυτό εναγόμενο, ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται στην ανωτέρω διάταξη, ενόψει του ότι από το έτος 1988, οπότε κατέστη αμετάκλητη η παραπάνω δικαστική απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητάς του επί του ακινήτου, μέχρι και σήμερα έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ ο ενάγων θα μπορούσε να έχει επιλέξει να ασκήσει την ένδικη αξίωσή του σε προγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η οικονομική κατάσταση του εναγομένου θα ήταν λιγότερο επιβαρυμένη απ' όσο είναι εν προκειμένω λόγω της προϊούσας οικονομικής κρίσης.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ισχυρισμός του εναγομένου και αληθής υποτιθέμενος, δεν δύναται να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, καθόσον η εκτιθέμενη συμπεριφορά του ενάγοντος δεν συγκροτεί τη νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκουμένου δικαιώματος, όπως αυτή εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει τις αξιώσεις του δεν αποτελεί καταχρηστική συμπεριφορά, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστάσεων, οι οποίες να καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος, ούτε, άλλωστε, η χρονική επιλογή άσκησης της ένδικης αξίωσης εκ μέρους του ενάγοντος είναι δυνατό να θεμελιώσει την έννοια της καταχρηστικότητας, κατά τα ανωτέρω.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως μη νόμιμο, δεν έσφαλε και επομένως, ο λόγος εφέσεως, που αφορά την ένσταση αυτή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, ορθώς έκρινε ότι μόνη η επικαλούμενη από το αναιρεσείον μακροχρόνια αδράνεια του αναιρεσίβλητου να ασκήσει την ένδικη αγωγή, καθώς και η επιλογή του χρόνου άσκησης της, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά του (αναιρεσίβλητου).

Τούτο διότι, εκτός από τη μακροχρόνια αδράνεια του αναιρεσίβλητου το αναιρεσείον δεν επικαλέστηκε επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, ενώ ο χρόνος που επέλεξε ο τελευταίος για να ασκήσει την ένδικη αξίωση αποτελεί δικαίωμα αυτού συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο και το χρόνο άσκησης της οποίας αυτός αποφασίζει, το οποίο δικαιούται να ασκήσει ακόμη και αν η άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 και συγκεκριμένα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε τον λόγο της έφεσης, με τον οποίο επανέφερε την επικουρικά προβληθείσα πρωτοδίκως ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-1-2020 αίτηση (Αριθ. Εκθ. Καταθ. 1/2020, Αριθ. Δικ. 1555/2021) για αναίρεση της 71/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ