Legislator Case Law & Legislation
75/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the challenged judgment was misidentified and one ground is useless.

Case Number 75/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellants argued the lower court wrongly rejected their unjust enrichment claim, but the court found the appeal misidentified the specific judgment being challenged. Furthermore, the court ruled that the primary ground of appeal was inadmissible as useless because the lower court's decision relied equally on the statute of limitations defense, which was not attacked.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 para. 3, 914, 932 ed. a' of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the judgment is misidentified, and grounds are inadmissible as useless if the operative part of the judgment relies on unchallenged reasons.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal misidentified judgment useless ground of appeal statute of limitations unjust enrichment claim labor dispute civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 932 ed. a' of the Civil Code
Articles 176, 180 para. 1, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957
Article 52 no. 18 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5 para. 12 of Law 1738/1987
Common Decision of the Ministers of Economy and Justice 134423/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 75 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 75/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Α. Κ. του Κ. και 2)Μ. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βαία Παπακωνσταντίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2501/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 740/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28/2/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 28ης Φεβρουαρίου 2016 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 740/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του ιστορικού και του αιτητικού της ως άνω αιτήσεως, η αναίρεση πράγματι αφορά την υπ' αριθμόν 740/2015 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών και όχι του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται στο αναιρετήριο. Με την εν λόγω απόφαση, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 30ής Ιανουαρίου 2011 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθμόν 2501/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 2ας Μαΐου 2007 αγωγή αυτών κατά του αναιρεσιβλήτου αφορώσα εργατική διαφορά, ως μη νόμιμη. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, σημειουμένου ότι η κατά τα ανωτέρω εκ παραδρομής εσφαλμένη αναγραφή του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου δεν επιφέρει το απαράδεκτο της αιτήσεως, αφού δεν γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ η υπό κρίση αίτηση να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "'Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" και "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης", προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση είναι η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ νομίμου λόγου ευθύνης και ζημίας ή ηθικής βλάβης.

Υφίσταται δε η εν λόγω αιτιώδης συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η φερομένη ως προκαλέσασα την ζημία ή την ηθική βλάβη πράξη ή παράλειψη, κατά την συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές εκάστοτε περιπτώσεις, παρίσταται επαρκώς ικανή να επιφέρει το εν λόγω αποτέλεσμα, αποδεικνύεται δε και ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι επέφερε τούτο.

Η κρίση περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν ή μη το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη δύναται να θεωρηθεί αντικειμενικώς πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση νομική αναγομένη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ενώ η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη απετέλεσε ή δεν απετέλεσε την αιτία της ζημίας ή της ηθικής βλάβης ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 στον αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες προσελήφθησαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα των βρεφοκόμων, το έτος 1983 η πρώτη και το έτος 1986 η δεύτερη, στο "Ίδρυμα Βρεφονηπιακών Σταθμών Αθηνών", το οποίο αποτελούσε παράρτημα του Ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Εργαζομένου Κοριτσιού" και δυνάμει του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1431/1984, μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.

Μετά την κατάργηση του τελευταίου, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 10 Ν. 3106/2003, οι ενάγουσες μετατάχθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις δημοσίου δικαίου στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικοί Παιδικοί Σταθμοί Δήμου ..." και "Παιδικοί και Βρεφονηπιακοί Σταθμοί Δήμου ...", αντίστοιχα. Στο άρθρο 7 παρ. 2 του ως άνω N. 1431/1984 οριζόταν ότι σε κάθε κρατικό βρεφονηπιακό σταθμό και βρεφικό τμήμα κρατικού παιδικού σταθμού υπηρετούν δύο βρεφοκόμοι ανά 10 βρέφη - νήπια.

Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι το "'Iδρυμα Βρεφονηπιακών Σταθμών Αθηνών" , λειτουργούσε με τμήματα στα οποία υπηρετούσαν δύο βρεφοκόμοι ανά 18 βρέφη στα τμήματα βρεφών A (από 8 μηνών έως 1,5 ετών) και δύο βρεφοκόμοι ανά 30 βρέφη στα τμήματα βρεφών Β (από 1,5 ετών έως 2,5 ετών), ενώ το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως ειδικός διάδοχος από 01-07-2003, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταργουμένου με τη διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 8 του Ν. 3106/2003 Ιδρύματος Βρεφονηπιακών Σταθμών (Ι.Β.Σ.Α.), δυνάμει της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 9 του Ν. 3172/2003, επικαλείται το άρθρο 10 παρ. 4 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ιδρύματος Βρεφονηπιακών Σταθμών Αθηνών, σύμφωνα με το οποίο οι θέσεις προσωπικού εκάστης υπηρεσίας του Ιδρύματος, διαρθρώνονται ανάλογα με τις ανάγκες αυτών με αποφάσεις του Δ.Σ..

Κατ' εξουσιοδότηση δε του ανωτέρω άρθρου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-1982 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος αυτού, σύμφωνα με την οποία η αναλογία βρεφοκόμων / βρεφών καθορίστηκε σε ένα βρεφοκόμο ανά 9 βρέφη. Περαιτέρω, από τα αναφερόμενα στη σχετική θέση της παρούσας απόφασης αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, προέκυψε ότι η πρώτη των εναγουσών πάσχει από χρόνια οσφυαλγία - δισκοπάθεια ...

ενώ την 23-10-2000 υπέστη οξύ πρόσθιο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Νοσηλεύθηκε στο Β' Καρδιολογικό Τμήμα του Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου Μελισσίων "Αμαλία Φλέμιγκ" έως την 01-11-2000 ... και έκτοτε βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή και υποβάλλεται σε τακτικό καρδιολογικό έλεγχο ... Δυνάμει δε της υπ' αριθμ. πρωτ. ...-02-2003 γνωμάτευσης της Πρωτοβάθμιας Υπηρεσιακής Υγειονομικής Επιτροπής ...

κρίθηκε ότι παρουσιάζει αναπηρία σε ποσοστό 67%. Εξάλλου, η δευτέρα των εναγουσών, όπως προκύπτει από το ιατρικό της ιστορικό, πάσχει από χρόνια υποτροπιάζουσα επικονδυλίτιδα δεξιού αγκώνα, ενώ έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση (σύνδρομο De Quervain δεξιού καρπού) ... Αμφότερες δε οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες βλάβες της υγείας τους, υπήρξαν απόρροια της παράνομης παράλειψης του Ιδρύματος να τηρήσει την απαιτούμενη εκ του νόμου αναλογία βρεφοκόμων / βρεφών, με αποτέλεσμα την σωματική και ψυχική τους καταπόνηση, αφού από της προσλήψεώς τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους υπό άκρως επιβαρυντικές συνθήκες εργασίας.

Ωστόσο, από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και τα προμνημονευόμενα ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά, ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών, αφού δεν μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η τυχόν παράλειψη του Ιδρύματος να τηρήσει την απαιτούμενη εκ του νόμου αναλογία βρεφοκόμων / βρεφών, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε εις βάρος των εναγουσών.

Ειδικότερα, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτή τέτοια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Ιδρύματος, παραβιάζουσα ωσαύτως, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, και την γενική υποχρέωση πρόνοιας απέναντί τους, λόγω της δυσαναλογίας εργαζομένων βρεφοκόμων και βρεφών - νηπίων, από κανένα βάσιμο και ασφαλές στοιχείο της δικογραφίας, δεν αποδείχθηκε το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραλείψεως αυτής του Ιδρύματος και του επελθόντος αποτελέσματος της βλάβης της υγείας των εναγουσών, με την έννοια ότι, σύμφωνα και με τα εκτενώς αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η παράλειψή του αυτή, υπό τους όρους και υπό τις αναφερθείσες παραπάνω συνθήκες, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ...

ικανή αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και την κοινή πείρα, χωρίς την μεσολάβηση εκτάκτου και ασυνήθους περιστατικού και επέφερε πράγματι την προσβολή της υγείας τους. Και τούτο διότι, εκτός από τα άνω ιατρικά πιστοποιητικά δεν εισφέρθηκε στο Δικαστήριο κανένα άλλο βάσιμο στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι οι ενδεχομένως επιβαρυμένες συνθήκες της συγκεκριμένης εργασίας, αυξάνουν κρίσιμα την πιθανότητα προσβολής της υγείας των εναγουσών και εκδήλωσης των συγκεκριμένων προβλημάτων υγείας.

Αντίθετα, τίποτε δεν αποκλείει ότι οι συγκεκριμένες ασθένειες, κυρίως η οσφυαλγία - δισκοπάθεια και η επικονδυλίτιδα - τενοντίτιδα, δεν θα εκδηλώνονταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ακόμα και τηρουμένης της εκ του νόμου αναλογίας βρεφοκόμων / βρεφών, ως συνέπεια της προοδευτικής και βαθμιαίας εξασθένισης και φθοράς του οργανισμού και του σώματος, εφόσον είναι συνήθης η εμφάνισή τους σε πληθώρα επαγγελματικών κατηγοριών λ.χ.

νοσηλευτές, οικοδόμοι κ.α., όπου επιβάλλεται, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, επίταση των σωματικών δυνάμεων, αλλά και εξαιτίας της υπάρξεως άλλων επιβαρυντικών παραγόντων (λ.χ. καθιστική ζωή, κακή συνήθεια στάσης του σώματος, κακή κυκλοφορία του αίματος, κ.α.). Κατά συνέπεια, η βάση της αγωγής που στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ομοίως, για τους ίδιους λόγους δεν προέκυψε η ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της συμπεριφοράς του Ιδρύματος και του επελθόντος αποτελέσματος και ειδικότερα ως προς την εκδήλωση εμφράγματος της πρώτης των εναγουσών, η οποία εδράζεται σε εντελώς υποθετική προϋπόθεση, καθόσον η εκδήλωση αυτού οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων, σε προϋπάρχουσα κληρονομική προδιάθεση, σε οργανικά αίτια ή ακόμα και στον προσωπικό τρόπο διαβίωσης και διατροφής και δεν θα εκδηλωνόταν αν δεν είχε λάβει χώρα η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του Ιδρύματος.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι διαμορφωθείσες συνθήκες εργασίας, ήταν πέραν των συνηθισμένων στην οικεία επαγγελματική κατηγορία, ώστε να αποκτήσουν, εξ αυτού του λόγου, τον χαρακτήρα αιφνίδιας και βίαιης επενέργειας εξωτερικού αιτίου, που θα είχε ως συνέπεια οι εμφανισθείσες βλάβες της υγείας των εναγουσών, να χαρακτηρισθούν ως εργατικό ατύχημα, η ευθύνη για την πρόκληση του οποίου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν ταυτίζεται με την ευθύνη από αδικοπραξία και ως εκ τούτου και αυτή η βάση της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. ...".

Όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο εδέχθη ότι δεν απεδείχθη ότι η επίταση της παρεχομένης εργασίας των αναιρεσειουσών στους βρεφονηπιακούς σταθμούς προεκάλεσε την βλάβη της υγείας αυτών και βάσει της εν λόγω παραδοχής απέρριψε κατ' ουσίαν τον σχετικό λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει το αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως.

Με την εν λόγω κρίση το Εφετείο δεν παρεβίασε με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη υπαγωγή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, αφού, συμφώνως προς τα ανωτέρω, προς κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου δεν εξαρκεί η φερομένη ως προκαλέσασα την ζημία ή την ηθική βλάβη πράξη ή παράλειψη να είναι μόνον αντικειμενικώς πρόσφορη προς τούτο αλλά προσαπαιτείται και να αποδεικνύεται ότι πράγματι απετέλεσε στην συγκεκριμένη περίπτωση την αιτία της ζημίας ή της ηθικής βλάβης.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν αρκέσθηκε στην πρόσφορη αιτιότητα, εξετάζοντας αν η παράνομη συμπεριφορά του αντιδίκου κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ήταν πρόσφορη να οδηγήσει στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλ. τις βλάβες της υγείας ... αλλά απαίτησε επιπλέον να αποκλεισθεί κάθε πιθανότητα οι βλάβες αυτές της υγείας να μπορούσαν να είχαν επέλθει ακόμη και χωρίς την παράνομη συμπεριφορά", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, εάν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται επί περισσοτέρων ισοδυνάμων επαλλήλων αιτιολογιών, οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, καθ' όσον, και εάν γίνουν δεκτοί οι ασκηθέντες λόγοι αναιρέσεως, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν θα θιγεί, αφού θα στηρίζεται αυτοτελώς επί εκάστης των λοιπών, μη προσβληθεισών, αιτιολογιών.

Εν προκειμένω, από την εκκληθείσα υπ' αριθμόν 2501/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τις αξιώσεις των αναιρεσειουσών εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού με την αιτιολογία αφ' ενός ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ασκήσεως της αγωγής εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία έχει επικουρικό χαρακτήρα, και αφ' ετέρου ότι οι εν λόγω αξιώσεις είχαν παραγραφεί.

Εν συνεχεία, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, επιλαμβανόμενο της εφέσεως των αναιρεσειουσών, απέρριψε ως αβασίμους τους λόγους αυτής, δια των οποίων προσεβάλλετο η απόρριψη των προαναφερομένων αξιώσεων, ως προς εκατέρα των ως άνω αιτιολογιών. Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι εσφαλμένως το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τον σχετικό λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει το αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως των αξιώσεων αυτών εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, μόνον καθ' ο μέρος αφορά την αιτιολογία την ερειδομένη επί του επικουρικού χαρακτήρος της εν λόγω αγωγής.

Ο ως άνω όμως λόγος είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθ' όσον, ενώ η διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί απορρίψεως των εν λόγω αξιώσεων στηρίζεται κατά τα ανωτέρω ισοδυνάμως επί των αιτιολογιών, αφ' ενός ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ασκήσεως της αγωγής εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και αφ' ετέρου ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειουσών είχαν παραγραφεί, εν τούτοις, δια των λόγων αναιρέσεως πλήττεται μόνον η πρώτη των προαναφερομένων αιτιολογιών, παρ' ότι η αιτιολογία περί παραγραφής στηρίζει αυτοτελώς, ως προανεφέρθη, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος ως αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί, αφού και εάν γίνει δεκτός, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν θα θιγεί ως στηριζόμενο αυτοτελώς επί της αιτιολογίας της παραγραφής, η οποία δεν έχει προσβληθεί δια λόγου αναιρέσεως. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20 Ιανουαρίου 1993) πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28ης Φεβρουαρίου 2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 740/2015 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειουσών τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ