Legislator Case Law & Legislation
75/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding legal costs allocation and admissibility.

Case Number 75/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by INEXCO N.V. against the Athens Court of Appeal's decision of 5313/2010. The appellant argued that the lower court erred in allocating legal costs and failed to consider a specific appeal ground, but the court found these arguments inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189§1 and 191§2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested judgment already addressed and rejected the same ground of appeal, or if the allocation of costs follows the principle of mutual victory and defeat.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal costs allocation mutual victory defeat procedural dismissal civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 189§1 and 191§2 of the Code of Civil Procedure
Article 22§§1 and 3 of Law 3693/1957
Article 52§18 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5§12 of Law 1738/1987
Decision No. 134423/1992 of the Ministers of Finance and Justice

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 1063/2012 of the Supreme Court
Decision No. 1114/1986 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 75 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 75/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INEXCO N.V. S. A", με έδρα στην πόλη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ροζάνα Δακτυλίδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Aνώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νoμίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. Aνώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε", με έδρα τη ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο, 3. Eταιρίας με την επωνυμία "KENNETT TRADING Co Ltd", με έδρα προηγουμένως τη ... και ήδη άγνωστης έδρας, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε, 4. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την Ξανθή Μπασάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 5. Ελληνικού πρώην Υπουργείου Γεωργίας και νυν Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε.

Στο σημείο αυτό η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε και έλαβε από τον Πρόεδρο τον λόγο και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 1 Φεβρουαρίου 2011 αιτήσεώς της για αναίρεση της 5313/2010 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους τρίτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους η υπόθεση δεν εισάγεται προς συζήτηση με την από 31.10.2012 κλήση της ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθ. 1063/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με α) την από 14-10-1999 αγωγή της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης β) την από 22-2-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, γ) την από 30-3-2000 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", δ) την από 5-2-2002 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της ήδη αναιρεσείουσας και ε) την από 10-2-2003 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΦΑΓΕ Α.Ε", που κατατέθηκαν όλες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4144/2004 μη οριστική, 5921/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5313/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1063/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και ήδη η υπόθεση επαναφέρθηκε σε νέα συζήτηση με την από 31 Οκτωβρίου 2012 κλήση της αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την υπ' αριθ. 5313/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και ήδη αναιρεσιβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απορρίφθηκαν από ουσιαστικής πλευράς τόσο η από 17.3.2010 έφεση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας με την επωνυμία ΦΑΓΕ Α.Ε.

όσο και η από 20.4.2010 αντίθετη έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 5921/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 4144/2004 αναβλητική ως προς την κύρια υπόθεση απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η από 22.2.2000 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Γενικής Τράπεζας Α.Ε.

και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη αυτή να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό του 1.389.327 ευρώ, ως προς το οποίο κατέπεσε η εγγυητική επιστολή, που κατ' εντολή της δεύτερης αναιρεσίβλητης είχε εκδώσει η πρώτη αναιρεσίβλητη υπέρ της αναιρεσείουσας. Αντίστοιχα έγινε δεκτή και η από 30.3.2000 προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε έτσι η δεύτερη να αποδώσει στην πρώτη το ως άνω ποσό του 1.389.327 ευρώ, που αποτελεί δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης στο πλαίσιο εκτέλεσης της προς αυτή εντολής της δεύτερης για την έκδοση της παραπάνω εγγυητικής επιστολής υπέρ της αναιρεσείουσας, ενώ απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η από 10.2.2003 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης υπέρ της πρώτης.

Περαιτέρω με την πρωτόδικη οριστική απόφαση απορρίφθηκε η από 14.10.1999 αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και κατά της πρώτης και της τρίτης των λοιπών αναιρεσιβλήτων με αιτήματα α) να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν υποχρεούται να καταβάλει στην τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία KENNETT TRADING Co LTD το ποσό των 38.023.760 βελγικών φράγκων ως τίμημα των γαλακτομικών προϊόντων παραγωγής της αναιρεσείουσας, τα οποία η τρίτη αναιρεσίβλητη, αφού τα αγόρασε από την αναιρεσείουσα, τα μεταπώλησε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αλλιώς να κηρυχθούν λυμένες κατά τα άρθρ. 281, 288 και 388 ΑΚ οι σχετικές συμβάσεις μεταπώλησης και β) να αναγνωρισθεί ως καταχρηστική η όποια αξίωση της αναιρεσείουσας για κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής που εξέδωσε υπέρ αυτής η πρώτη αναιρεσίβλητη, αντίστοιχα δε να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό της εγγυητικής αυτής επιστολής.

Τέλος με την ίδια πρωτόδικη απόφαση αφενός μεν ανεστάλει η συζήτηση της από 5.2.2002 προσεπίκλησης και της σωρευόμενης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου σε σχέση ειδικότερα με την από 14.10.1999 κύρια αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε απορρίφθηκε η ίδια προσεπίκληση και η σωρευόμενη σ' αυτή αγωγή αποζημίωσης σε σχέση με την από 22.2.2000 κύρια αγωγή της αναιρεσείουσας, η οποία με την εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 56.044.097 βελγικών φράγκων στην περίπτωση που είτε απορριφθεί η κύρια αγωγή της είτε γίνει δεκτή σε βάρος της η από 14.10.1999 κύρια αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύχθηκε με την υπ' αριθ. 1263/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου απαράδεκτη κατά τη δικάσιμο της 21.5.2012 και η υπόθεση επαναφέρθηκε με την από 31.10.2012 κλήση της αναιρεσείουσας σε νέα συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, μόνον όμως ως προς την πρώτη, τη δεύτερη και το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.

Αντίθετα η υπόθεση, όπως ρητά δηλώνεται στην ως άνω κλήση, δεν εισάγεται ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων και ως προς το πέμπτο αυτών Υπουργείο Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατά των οποίων άλλωστε η αίτηση αναίρεσης απαράδεκτα στρέφεται, αφού οι λόγοι της δεν τους αφορούν και μάλιστα το Υπουργείο Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν είναι καν αυτοτελές νομικό πρόσωπο, ώστε να νομιμοποιείται παθητικά στο πλαίσιο αστικής δίκης (άρθρ. 62 ΚΠολΔ), αλλά οργανική μονάδα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο και μόνο νομιμοποιείται δικαστικά για διαφορές από τη δράση των υπουργείων του.

Ωστόσο η αίτηση αναίρεσης απαράδεκτα στρέφεται και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αφού οι λόγοι της επίσης δεν το αφορούν και είναι συνεπώς ως προς αυτό απορριπτέα για έλλειψη έννομου συμφέροντος (άρθρ. 68 ΚΠολΔ). Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει ως προς την πρώτη και τη δεύτερη ειδικότερα των αναιρεσιβλήτων να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), ενώ απαράδεκτα επιχειρείται με τις από 12.4.2013 προτάσεις της αναιρεσείουσας και μάλιστα στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης να συμπληρωθεί η αγωγή της με νέες βάσεις από τη σύμβαση εντολής και τη διοίκηση αλλοτρίων σε σχέση με τα κεφάλαια των διεκδικούμενων τόκων και της δικαστικής δαπάνης (άρθρ. 224, 526 ΚΠολΔ). 2.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Θα πρέπει όμως, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα .

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία. Αυτό συμβαίνει και όταν το δικαστήριο δέχεται ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον κρίσιμο ισχυρισμό.

Πράγματα κατά την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η παραδοχή τους οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Αντίθετα λόγοι της έφεσης που αφορούν σε απλές αρνήσεις των διαδίκων ή σε επιχειρήματα και συμπεράσματά τους από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν έχουν αυτοτέλεια και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει ειδικά σ' αυτούς δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ .

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή έκρινε μεν, όπως και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό του 1.389.327 ευρώ, ως προς το οποίο κατέπεσε η υπ' αριθ. 34/50191/24.2.1999 ανέκκλητη εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση, που κατ' εντολή της δεύτερης αναιρεσίβλητης είχε εκδώσει η πρώτη αναιρεσίβλητη υπέρ της αναιρεσείουσας προς εξασφάλιση του οφειλόμενου σ' αυτή τιμήματος από την πώληση γαλακτομικών προϊόντων της στην τρίτη αναιρεσίβλητη κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία KENNETT TRADING Co LTD, τα οποία η αγοράστρια αυτή εταιρεία μεταπώλησε στη συνέχεια στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, όμως η ίδια εφετειακή απόφαση έκρινε περαιτέρω, σε συμφωνία επίσης με την πρωτόδικη οριστική απόφαση, ότι δεν οφείλονται από την πρώτη αναιρεσίβλητη τόκοι επί του ποσού αυτού, καθόσον με την υπ' αριθ. 3494/25.10.1999 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από αίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, είχε απαγορευθεί προσωρινά στην μεν αναιρεσείουσα η είσπραξη της εγγυητικής επιστολής, στη δε πρώτη αναιρεσίβλητη η πληρωμή της και συνεπώς η αναιρεσίβλητη αυτή, αρνούμενη στη συνέχεια να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, δεν κατέστη υπερήμερη, ώστε να οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας ή αναλόγως δικαστικούς για το διάστημα ισχύος της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, αφού κατά το διάστημα αυτό δεν ήταν πλέον στη διακριτική της ευχέρεια να αποδεχθεί την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, αλλά ήταν αντίθετα υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με την απαγόρευση της πληρωμής της που όρισε η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Η απόφαση αυτή όρισε επίσης προθεσμία 40 ημερών από τη δημοσίευσή της για την άσκηση από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη κύριας αγωγής για το αντικείμενο της προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε πρωτόδικα, αλλά και κατ' έφεση, ότι τηρήθηκε ο παραπάνω όρος, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι δεν επιδόθηκε σ' αυτή η κύρια αγωγή που άσκησε πράγματι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, δηλαδή η από 14.10.1999 ένδικη αγωγή της, αλλά επιδόθηκε στην εταιρεία INEX N.V.

με έδρα την πόλη ... του Βελγίου και συνεπώς με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας των 40 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, στις 25.10.1999, έπαυσε αυτοδικαίως η ισχύς της. Τον ισχυρισμό αυτό τον απέρριψε το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι πρόκειται για ισχυρισμό αφενός μεν νομικά αβάσιμο, διότι "η παράβαση των σχετικών με την επίδοση διατάξεων των άρθρ. 122επ.

ΚΠολΔ επάγεται ακυρότητα κατά το άρθρ. 159§3 του ίδιου Κώδικα, αν συντρέχει το στοιχείο της βλάβης που στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει, αφού η ενάγουσα βελγική εταιρεία παραστάθηκε προσηκόντως κατά την πρωτόδικη συζήτηση της εναντίον της αγωγής της εταιρείας ΦΑΓΕ Α.Ε. και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της προς απόκρουση της αγωγής αυτής", αφετέρου δε ουσιαστικά αβάσιμο, αφού "με βάση τη διάταξη του άρθρ. 124§1 ΚΠολΔ η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει, η δε ενάγουσα εταιρεία, η οποία ανήκει στον όμιλο INEX, διατηρεί εκτός από την καταστατική της έδρα στην πόλη ...

και διοικητική έδρα στην πόλη ... του Βελγίου, στην οδό ..., όπου και έγινε έγκυρα, στις 2.12.1999, η επίδοση της εναντίον της αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, θεωρώντας ότι δεν έπαυσε η ισχύς της υπ' αριθ. 34941/25.10.1999 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (και) κατά το μέρος που αυτή επιδίκασε στην αναιρεσείουσα, ατόκως και όχι εντόκως, το ζητούμενο με την αγωγή της ποσό του 1.389.327 ευρώ.

Συνακόλουθα το Εφετείο, αφού επίσης έκρινε ότι με ορθή εφαρμογή του νόμου η πρωτόδικη απόφαση συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ όλων των διαδίκων στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, απέρριψε αντίστοιχα την έφεση της αναιρεσείουσας ως προς το σύνολο των λόγων της, που περιέχουν παράπονα, όπως και η ίδια αναφέρει στο αναιρετήριό της, μόνον ως προς τη μη επιδίκαση τόκων επί του ποσού του 1.389.327 ευρώ, καθώς και ως προς τη μη καταδίκη της πρώτης και της δεύτερης ειδικότερα των αντιδίκων της στα δικαστικά της έξοδα του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.

Επομένως αβάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεσή της χωρίς να εξετάσει τους επιμέρους λόγους της, στους οποίους, ωστόσο, σαφώς απάντησε με τις παραπάνω παραδοχές της απόφασής του και πρέπει έτσι να απορριφθεί ο λόγος αυτός από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Κατά την ίδια έννοια το Εφετείο, κρίνοντας ότι επιδόθηκε έγκυρα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα (όπως άλλωστε και στην πρώτη αναιρεσίβλητη) η από 14.10.1999 ένδικη αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ότι συνεπώς η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν κατέστη υπερήμερη με το να αρνηθεί να καταβάλει έκτοτε στην αναιρεσείουσα το ποσό του 1.389.327 ευρώ κατά το οποίο κατέπεσε υπέρ αυτής η εγγυητική επιστολή της, ασφαλώς και έλαβε υπόψη και απέρριψε τους αντίθετους με τις ως άνω παραδοχές της απόφασής του πρωτόδικους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που επαναφέρθηκαν με τον έβδομο και το ένατο των λόγων της έφεσής της, δηλαδή ότι είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο απ' αυτή η εταιρεία INEX N.V., στην οποία, αντί γι' αυτή, επιδόθηκε πράγματι η από 14.10.1999 αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ότι εξ αιτίας της έλλειψης ακριβώς έγκυρης προς αυτή επίδοσης της εν λόγω αγωγής έπαυσε η ισχύς της υπ' αριθ. 3494/25.10.1999 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατέστη έκτοτε η πρώτη αναιρεσίβλητη υπερήμερη ως προς την καταβολή σ' αυτή (αναιρεσείουσα) του ως άνω ποσού της εγγυητικής επιστολής της, γι' αυτό και οφείλει (η πρώτη αναιρεσίβλητη) τόκους υπερημερίας ή αναλόγως δικαστικούς επί του ποσού αυτού από τους αναφερόμενους διαζευκτικά στην ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας και στις έγγραφες προτάσεις της χρόνους.

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με μέρος των δέκατου τρίτου και δέκατου τέταρτου των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό και πάλι 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει κατά το αντίστοιχο μέρος τους να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, ενώ αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο δέκατος λόγος της ίδιας αίτησης από τον αριθμό 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού αντίθετα και πάλι με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημά της για επιδίκαση εντόκως υπέρ αυτής και σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης του ζητούμενου με την αγωγή της ποσού του 1.389.327 ευρώ, αλλά ρητά απέρριψε το σχετικό αίτημά της.

Εξ άλλου η παραίτηση της τρίτης αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα της έφεσης, που είχε προηγουμένως ασκήσει κατά της υπ' αριθ. 10481/1999 απόφασης του Εμποροδικείου των Βρυξελλών, η οποία ερήμην αυτής την υποχρέωσε να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ύψους 50.949.179 βελγικών φράγκων τίμημα των γαλακτομικών προϊόντων που αγόρασε απ' αυτή, δεν ισοδυναμεί με εξώδικη από μέρους της ομολογία του περιεχομένου της ένδικης από 22.2.2000 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε πρωτόδικα και επανέφερε τον ισχυρισμό της αυτό και με τον δέκατο λόγο της έφεσής της.

Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός, καθώς και οι συναφείς με αυτόν περαιτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ως προς τα παρεχόμενα από το βελγικό δίκαιο ένδικα μέσα κατά της παραπάνω απόφασης του Εμποροδικείου των Βρυξελλών, μολονότι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της παρούσας δίκης, λήφθηκαν, ωστόσο, υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την ορθή σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι το δεδικασμένο από την ως άνω αλλοδαπή απόφαση περιορίζεται μεταξύ μόνο της αναιρεσείουσας και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο οι σχετικοί ισχυρισμοί της και τα αποδεικτικά αυτών έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση και πρέπει έτσι να απορριφθεί και ο λόγος αυτός, με τον οποίο κατ' εκτίμηση προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αυτή πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του ίδιου άρθρου.

Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα θεώρησε ότι ήταν σε ισχύ η υπ' αριθ. 34941/25.10.1999 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μολονότι η κύρια αγωγή, που άσκησε η δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, αλλά στην εταιρεία INEX N.V.

με έδρα την πόλη ... του Βελγίου, που είναι όμως διαφορετικό νομικό πρόσωπο και συνεπώς με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας των 40 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, που τάχθηκε ως όρος με την απόφαση αυτή για τη διατήρηση της ισχύος της, έπαυσε έκτοτε αυτοδικαίως η ισχύς της.

Όμως κατά τη σχετική παραδοχή του Εφετείου η επίδοση της τακτικής αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης έγινε έγκυρα, στις 2.12.1999, στην ίδια την αναιρεσείουσα, στη διοικητική έδρα της στην πόλη ... του Βελγίου και η παραδοχή αυτή, την οποία το Εφετείο στήριξε στα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφασή του έγγραφα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αφού αφορά την εκτίμηση πραγμάτων (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρ. 340 ΑΚ σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρ. 693 ΚΠολΔ πλήττεται στην πραγματικότητα η ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου ως προς την ουσία πραγματικών γεγονότων.

Κατά την ίδια έννοια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι τόσο ο έκτος και ο έβδομος των λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι επιδόθηκε έγκυρα στην ίδια την αναιρεσείουσα η από 14.10.1999 ένδικη αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, όσο και ο δέκατος τρίτος και ο δέκατος τέταρτος των λόγων της ίδιας αίτησης κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατέληξε στην ως άνω παραδοχή, επειδή αγνόησε τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς έγγραφα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο η αναιρεσείουσα, αφού αντίθετα με όσα η ίδια ισχυρίζεται, η σχετική παραδοχή του Εφετείου στηρίζεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, στα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφασή του έγγραφα, με συνεκτίμηση όμως και των λοιπών εγγράφων που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, όπως ρητά διαβεβαιώνεται στην απόφαση του Εφετείου και επιβεβαιώνεται από τη σαφήνεια της κρίσιμης παραδοχής του.

Στην πραγματικότητα με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους και με πρόσχημα τη φορά αυτή πλημμέλειες από τους αριθμούς αντίστοιχα 10 και 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί και πάλι ανεπίτρεπτα η ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου. Σε αμφισβήτηση της αυτής αναιρετικά ανέλεγκτης παραδοχής του Εφετείου κατατείνει και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν είτε από το ίδιο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είτε από τον εξετασθέντα στο Δικαστήριο εκείνο μάρτυρα της αναιρεσείουσας είτε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αντιδίκων της, δηλαδή κατ' εκτίμηση επιχειρείται με το λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Όμως πράγματα κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου δεν συνιστούν τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν ή τα όσα τα μέλη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι όχι της αναιρεσείουσας, αλλά των αντιδίκων της, ανέφεραν ή ισχυρίστηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριό του.

Συνεπώς κατά τις σχετικές αιτιάσεις ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, ενώ ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι παρά το νόμο δεν εκτίμησε ως ομολογία με πλήρη κατά το άρθρ. 352 ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης την περιεχόμενη στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης παραδοχή της πληρεξούσιας δικηγόρου της δεύτερης αναιρεσίβλητης ότι η εταιρεία INEX N.V.

είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο από την αναιρεσείουσα, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού η εφετειακή απόφαση δέχθηκε μεν ότι η ένδικη από 14.10.1999 αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, χωρίς όμως να την ταυτίσει με την ως άνω εταιρεία, σε κάθε δε περίπτωση η όποια σχετική ομολογία από την πλευρά της δεύτερης αναιρεσίβλητης έγινε υπό τη δικονομική ιδιότητα της προσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης παρεμβαίνουσας και επομένως κατά το άρθρ. 82 ΚΠολΔ δεν ισχύει έναντι αυτής.

Πρωταρχικά όμως οι παραπάνω τρίτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος, δέκατος, ενδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς κατά το μέρος που άμεσα ή έμμεσα αμφισβητείται μ' αυτούς η επίδοση στην αναιρεσείουσα της ένδικης από 14.10.1999 αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφού ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα η αγωγή αυτή, ωστόσο η ίδια αγωγή επιδόθηκε εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη, δηλαδή μέσα στην προθεσμία των 40 ημερών από τη δημοσίευση της υπ' αριθ. 3494/25.10.1999 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα και έμμεσα δέχθηκε και το Εφετείο.

Συνεπώς η απόφαση αυτή των ασφαλιστικών μέτρων διατήρησε σε κάθε περίπτωση την ισχύ της έναντι της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία συμμορφούμενη έτσι με την εν λόγω απόφαση, που της απαγόρευε να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό κατά το οποίο κατέπεσε η εγγυητική επιστολή της, δεν ήταν έκτοτε σε υπερημερία, ώστε να οφείλει αντίστοιχους τόκους στην αντίδικό της, αν ληφθεί υπόψη ότι η απαγόρευση πληρωμής της εγγυητικής επιστολής, που επιβλήθηκε με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων στην πρώτη αναιρεσίβλητη, είναι ανεξάρτητη από την απαγόρευση είσπραξης της εγγυητικής επιστολής, που επιβλήθηκε με την ίδια απόφαση στην αναιρεσείουσα.

Πρόκειται δηλαδή για δυο απαγορεύσεις, που η μια δεν προϋποθέτει την άλλη, οπότε και η άρση της μιας μόνον απ' αυτές, που διατάχθηκαν ως ασφαλιστικό μέτρο, δεν οδηγεί σε αυτοδίκαιη άρση και της άλλης, στο μέτρο που γίνεται αντίστοιχα δεκτό ότι όποιος έδωσε την εντολή για την έκδοση ανέκκλητης εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση, δικαιούται να στραφεί επιλεκτικά είτε κατά του εκδότη είτε κατά του λήπτη της εγγυητικής επιστολής είτε από κοινού και κατά των δυο και να αξιώσει, ανάλογα, είτε την μη πληρωμή είτε τη μη είσπραξη της εγγυητικής επιστολής, όταν κατ' εξαίρεση η πληρωμή ή η είσπραξή της εμφανίζονται ως κατάχρηση δικαιώματος (βλ.

και ΑΠ 585/1989). Παρέπεται ότι απορριπτέος ως αλυσιτελής κατά την παραπάνω έννοια είναι και ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, προκειμένου να δεχθεί την ύπαρξη έγκυρης σ' αυτή επίδοσης της ένδικης από 14.10.1999 αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της υπ' αριθ. 10455/1999 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρά της M.H.B., που κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η αναιρεσείουσα είναι μέλος ομίλου εταιρειών, στον οποίο ανήκει η εταιρεία INEX N.V.

και άλλες πέντε εταιρείες και β) της από 2.12.1999 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο των Βρυξελλών ..., στην οποία αυτός βεβαιώνει ότι επέδωσε την ως άνω αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην εταιρεία INEX N.V. με έδρα την πόλη ... του Βελγίου, αφού αντίθετα προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων (από τα οποία πάντως η ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ, ώστε να ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης), το Εφετείο δέχθηκε α) ότι η αναιρεσείουσα είναι μέλος ομίλου εταιρειών, στον οποίο δεν ανήκει απλώς η εταιρεία INEX N.V., αλλά και ο ίδιος ο όμιλος έχει την επωνυμία INEX N.V. και β) ότι η επίδοση της παραπάνω αγωγής έγινε στην αναιρεσείουσα, στη διοικητική έδρα της στην πόλη ...

του Βελγίου. 3. Η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων έχει κατά το άρθρ. 695 ΚΠολΔ προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, δηλαδή τα ασφαλιστικά μέτρα, ως μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας που αποσκοπούν στην διασφάλιση των εριζόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων μέχρι την οριστική κρίση της διαφοράς τους ή τη ρύθμιση μέχρι τότε μιας κατάστασης προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου ή λόγω συνδρομής επείγουσας περίπτωσης (άρθρ. 682 ΚΠολΔ), έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα και συνδέονται τελολογικά με την κύρια διαγνωστική δίκη και κατ' επέκταση με το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα.

Ωστόσο η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί γνήσια εκδήλωση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, αφού η κρίση της είναι αυθεντική και συνεπώς δεσμευτική για το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας και αναλόγως ως προς τα ληπτέα ασφαλιστικά μέτρα, με τα οποία διαπλάσσονται προσωρινά οι ουσιαστικές σχέσεις των διαδίκων.

Παρέπεται έτσι ότι η συμμόρφωση με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που απαγόρευσε την εκπλήρωση ληξιπρόθεσμης παροχής, αποτελεί νόμιμη αιτία που αποκλείει κατά το άρθρ. 342 ΑΚ την υπερημερία του οφειλέτη, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επέλθει, δηλαδή το παρακωλυτικό της υπερημερίας γεγονός πρέπει να έχει συμβεί πριν από την περιέλευση του οφειλέτη σε υπερημερία, αφού το άρθρ. 342 ΑΚ εμποδίζει μεν την επέλευση της υπερημερίας, δεν αίρει όμως την ήδη επελθούσα υπερημερία (ΑΠ 1262/1992).

Η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων είναι διαπλαστική, ακόμη και όταν υποχρεώνει σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, αφού η αντίστοιχη υποχρέωση είναι και πάλι αποτέλεσμα διάπλασης, καθώς δεν στηρίζεται σε αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης του ουσιαστικού δικαίου (βλ. και ΑΠ 618/2003). Σε κάθε δηλαδή περίπτωση το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα δεν είναι αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να θεμελιωθεί στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 682 ΚΠολΔ το συνταγματικά κατοχυρωμένο δημόσιο δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας (άρθρ. 20§1 Συντ.).

Η απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα έχει μεν προσωρινή ισχύ με την έννοια ότι δεσμεύει και μπορεί να εκτελεστεί ενόσω δεν έχει καταλυθεί, όμως και μετά την κατάλυσή της καλύπτει μόνιμα με τον μανδύα της νομιμότητας τη διάπλαση που πραγματοποιήθηκε σε συμμόρφωση μ' αυτή, αφού κατά την κρατούσα γνώμη η κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, επειδή ακριβώς δεν είναι αποτέλεσμα ένδικου μέσου (παρά μόνο στην περίπτωση του άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ), δεν θίγει την αρχική νομιμότητα των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά την νομιμότητα της διατήρησής τους και συνεπώς δεν οδηγεί σε αναδρομική άρση των συνεπειών τους, προπάντων αν πρόκειται να θιγεί η ασφάλεια του δικαίου (ΟλΑΠ 497/ 1978).

Έτσι η κατάλυση γενικώς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, μόνον κατ' εξαίρεση έχει αναδρομικά αποτελέσματα, δηλαδή αν αφορά προσημείωση υποθήκης (άρθρ. 1277 σε συνδυασμό με άρθρ. 1331 και 1280 εδ.β ΑΚ) ή στην περίπτωση του άρθρ. 730§2 ΚΠολΔ και βέβαια όταν πρόκειται για απόφαση προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής που εξαφανίσθηκε ύστερα από έφεση.

Αντίστοιχα δεν ανατρέπεται αναδρομικά, αλλά μόνον για το μέλλον και το δεδικασμένο, που απορρέει από την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και καλύπτει αυθεντικά το αντικείμενο της σχετικής δίκης. Με την ειδικότερη αυτή έννοια η προσωρινή ισχύς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων χαρακτηρίζει ως προσωρινό και το δεδικασμένο της, το οποίο πάντως κάμπτεται έμμεσα όταν εκτοπισθεί από το δεδικασμένο της απόφασης για την κύρια δίκη.

Ως κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νοούνται συστηματικά οι περιπτώσεις της αυτοδίκαιης αποδυνάμωσής της κατά τα άρθρ. 693§2, 694§2, 715§5, 727, 729§5, 730§1 ΚΠολΔ και της ανάκλησης ή μεταρρύθμισής της με δικαστική απόφαση κατά τα άρθρ. 696-698, 702§2εδ.β ΚΠολΔ, όπως επίσης και η εξαφάνιση ειδικά της απόφασης προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής ύστερα από έφεση κατά το άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ, ενώ υπό ευρεία έννοια κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων συνιστά και η ανάλωσή της κατά το περιεχόμενό της με εκούσια προς αυτή συμμόρφωση, αναγκαστική εκτέλεσή της ή και εκ των πραγμάτων (βλ.

και ΟλΑΠ 497/1978). Ειδικότερα κατά το άρθρ. 693 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρ. 4ε παρ. 1 του ν. 3388/2005, αν το ασφαλιστικό μέτρο διατάχθηκε πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, εκείνος που το διατάζει μπορεί να ορίσει, κατά την κρίση του, προθεσμία για την άσκησή της, όχι όμως μικρότερη από τριάντα ημέρες, αν δε η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών πέτυχε μέσα στην προθεσμία αυτή την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Η αυτοδίκαιη άρση του ασφαλιστικού μέτρου σημαίνει ότι αυτό παύει πλέον να ισχύει για το μέλλον είτε έχει ήδη εκτελεσθεί είτε όχι, ενώ συγχρόνως αποδυναμώνεται ως εκτελεστός τίτλος και η απόφαση που τo διέταξε, με εξαίρεση τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα. Η συνέπεια αυτή δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο, είναι όμως αυτονόητη, αφού δεν είναι δυνατόν να αίρεται το ασφαλιστικό μέτρο και παράλληλα η απόφαση που το διέταξε να διατηρεί την ισχύ της ως τίτλος εκτελεστός.

Η αποδυνάμωση της απόφασης επέρχεται αυτόματα και δεν απαιτεί τη δικαστική βεβαίωσή της, δεν αποκλείεται όμως να ερευνηθεί στο πλαίσιο διαφοράς κατά το άρθρ. 702 ΚΠολΔ, αν επιχειρηθεί η εκτέλεση της αποδυναμωμένης απόφασης ή υπάρχει γενικώς αμφισβήτηση ως προς την ισχύ της. Αντίστοιχα δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποδυναμωμένης ήδη απόφασης.

Εξ άλλου η τελεσίδικη επιδίκαση ή αποδίκαση του ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί αιτία ανάκλησης μόνον και όχι αυτοδίκαιης αποδυνάμωσης της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 698§1α&β ΚΠολΔ), ενώ η ρύθμιση του άρθρ. 730§1 ΚΠολΔ είναι εξαιρετική και δεν επιδέχεται ανάλογη εφαρμογή (ΑΠ 871/1998). Ωστόσο, αν μετά την τελεσίδικη αποδίκαση του ουσιαστικού δικαιώματος και πριν από την ανάκληση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων επιχειρηθεί η εκτέλεσή της, αυτή ευχερώς θα αποκρουσθεί ως καταχρηστική (άρθρ. 281 ΑΚ), όπως και αντιστρόφως, η εκτέλεση της απόφασης για την κύρια υπόθεση δεν εμποδίζεται από την ύπαρξη γι' αυτή απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.

Κατά την έννοια αυτή είναι πλέον δυνατή μετά την τελεσίδικη αποδίκαση του ουσιαστικού δικαιώματος η περιέλευση σε υπερημερία του οφειλέτη, που εμποδιζόταν μέχρι τότε από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να εκπληρώσει ληξιπρόθεσμη παροχή του, έστω και αν η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δεν έχει ακόμη τυπικά ανακληθεί.

Ανάκληση απαιτείται και προκειμένου να παύσει η ισχύς απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρ. 692§§4&5 ΚΠολΔ οδηγεί σε ανεπίτρεπτη ικανοποίηση του ασφαλιστέου δικαιώματος ή προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, αφού η απόφαση αυτή δεν είναι αφ' εαυτής ανίσχυρη ή ανυπόστατη. Ασφαλώς όμως η απαγόρευση της είσπραξης ή πληρωμής εγγυητικής επιστολής, που διατάχθηκε με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστά πλήρη ικανοποίηση του αντίστοιχου ουσιαστικού δικαιώματος, αφού έχει εξ ορισμού προσωρινή διάρκεια και κατά την έννοια αυτή υπολείπεται χρονικά της οριστικής δικαστικής προστασίας.

Έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία ύστερα από αίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης απαγορεύθηκε προσωρινά, με την υπ' αριθ. 3494/25.10.1999 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η είσπραξη και η πληρωμή της εγγυητικής επιστολής, την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη εξέδωσε υπέρ της αναιρεσείουσας, δεν υπήρξε από άποψη χρόνου πλήρης ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος που επικαλέσθηκε με την αίτησή της η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώ και η αναιρεσείουσα, η οποία ως ένα από τα μέρη της έννομης σχέσης της επίδικης εγγυητικής επιστολής μετέσχε στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, δεν υπήρξε τρίτη στη δίκη αυτή, ώστε η απαγόρευση πληρωμής της εγγυητικής επιστολής, που επιβλήθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, να συνιστά για την αναιρεσείουσα ανεπίτρεπτη προσβολή του αντίστοιχου δικαιώματός της είσπραξης της εγγυητικής επιστολής.

Το δικαίωμα αυτό της αναιρεσείουσας θα ενεργοποιείτο, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή της, εφόσον πριν από τη λήξη της επίδικης εγγυητικής επιστολής, στις 24.2.2000, συνέτρεχαν οι όροι κατάπτωσής της και συγκεκριμένα θα έπρεπε για κάθε καλυπτόμενο από την εγγυητική αυτή επιστολή τιμολόγιο πώλησης της αναιρεσείουσας προς την τρίτη αναιρεσίβλητη να παρέλθει προθεσμία 90 ημερών από την έκδοσή του χωρίς αυτό να εξοφληθεί και επιπλέον να παρέλθει άπρακτη προθεσμία 14 ημερών από την έγγραφη πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει εκείνη το οφειλόμενο από την τρίτη αναιρεσίβλητη τίμημα πώλησης.

Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας οι όροι κατάπτωσης της επίδικης εγγυητικής επιστολής για ποσό 23.835.498 βελγικών φράγκων συνέτρεξαν στις 31.7.1999, δηλαδή μετά παρέλευση 14 ημερών από την αποστολή της από 15.7.1999 εξώδικης πρόσκλησής της προς τη δεύτερη και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων να της καταβάλουν το ποσό αυτό των τιμολογίων της.

Επομένως στις 31.7.1999 δεν είχαν συντρέξει οι όροι κατάπτωσης της επίδικης εγγυητικής επιστολής για το σύνολο του ζητούμενου με την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ποσού του 1.389.327 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 56.044.097 βελγικά φράγκα, ενώ και τα αντίστοιχα τιμολόγια της, που παρατίθενται στην αγωγή της, έχουν χρόνο έκδοσης μέχρι και τις 6.7.1999 και άρα δεν καλύπτονται εξ ολοκλήρου από τις παραπάνω προθεσμίες.

Σε κάθε περίπτωση η συνδρομή των όρων κατάπτωσης της επίδικης εγγυητικής επιστολής δεν αρκεί για να καταστήσει υπερήμερη ως προς την πληρωμή της την πρώτη αναιρεσίβλητη και θα έπρεπε προς το σκοπό αυτό να έχει οχληθεί από την αναιρεσείουσα. Τέτοια όμως όχληση η αναιρεσείουσα επικαλείται με την αγωγή της ότι έγινε μόλις στις 11.1.2000, όπως άλλωστε δέχθηκε και το Εφετείο, που σημαίνει ότι δεν ήταν ήδη υπερήμερη κατά την έκδοση της υπ' αριθ. 3494/25.10.1999 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συνεπώς, κρίνοντας το Εφετείο ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν έγινε υπερήμερη παρόλο που αρνήθηκε να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό του 1.389.327 ευρώ, κατά το οποίο κατέπεσε εν τέλει η επίδικη εγγυητική επιστολή της, αφού δεσμευόταν εξακολουθητικά από την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που της απαγόρευε την πληρωμή της εγγυητικής επιστολής της, δηλαδή κατά το Εφετείο η καθυστέρηση της παροχής της, σε χρόνο που δεν είχε ακόμη καταστεί υπερήμερη, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη και άρα δεν οφείλει να καταβάλει στην αντίδικό της τόκους υπερημερίας επί του ως άνω ποσού, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 340, 342, 345 ΑΚ σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 682, 692§§4&5, 693, 695 ΚΠολΔ, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα ότι η αναιρεσείουσα θα μπορούσε χωρίς εμπόδιο από την παραπάνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να ζητήσει την κατάπτωση της επίδικης εγγυητικής επιστολής και για τόκους επί του ποσού του 1.389.327 ευρώ, που δημιούργησε όμως η υπερημερία της τρίτης και όχι η ανύπαρκτη υπερημερία της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Εξ άλλου με τον ίδιο όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης αβάσιμα περαιτέρω υποστηρίζεται ότι η υπ' αριθ. 4144/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κρίνοντας παραδεκτή τη σωρευόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτηση προσωρινής επιδίκασης σ' αυτή του ποσού των 500.000 ευρώ έναντι της επίδικης απαίτησής της, αναγνώρισε έμμεσα, έστω και αν στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμη την αίτηση αυτή, ότι ήρθη αυτοδικαίως η ισχύς της υπ' αριθ. 3494/25.10.1999 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την έννοια ειδικότερα ότι αν δεν είχε αυτοδικαίως αρθεί η ισχύς της απόφασης αυτής, θα έπρεπε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να την ανακαλέσει, αλλιώς θα έπρεπε, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο της, να απέρριπτε ως απαράδεκτη τη νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αφού αντίθετα και πάλι με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, το δεδικασμένο δεσμεύει πρόσωπα που δικάσθηκαν ως αντίδικοι και όχι ως ομόδικοι (ΑΠ 1025/1993? 1370/2005), όπως με την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δικάσθηκαν, δηλαδή ως ομόδικοι, η πρώτη αναιρεσίβλητη και η αναιρεσείουσα, γι' αυτό και η υπ' αριθ. 4144/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περιορίσθηκε να κρίνει παραδεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της αναιρεσείουσας ως προς μόνη τη δυνατότητα συζήτησής της στο πολυμελές αυτό δικαστήριο κατά τα άρθρ. 684 και 686§5 ΚΠολΔ και να την απορρίψει ακολούθως ως μη νόμιμη, χωρίς να χρειάζεται γι' αυτό η ανάκληση προηγουμένως της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.

4. Το άρθρ. 1§1εδ.α του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε από κοινού με τη Σύμβαση αυτή αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, ορίζει μεν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προστατεύοντας έτσι την περιουσία στην ευρύτερη δυνατή έννοιά της (πρβλ.

ΕυρΔΔΑ 72/1995/578/664 και 106/1995/612/700 της 15.11.1996), δηλαδή και ως προς τις ενοχικές απαιτήσεις, είτε αυτές είναι αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, αρκεί να υπάρχει νόμιμη προσδοκία δικαστικής ικανοποίησής τους με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο (ΟλΑΠ 40/1998? 6/2007), όμως δεν αποκλείει τη θέσπιση κατά το εθνικό δίκαιο λόγων που εμποδίζουν την υπερημερία του οφειλέτη ληξιπρόθεσμης παροχής και συνακόλουθα την τοκογονία του χρέους του.

Τέτοια είναι η διάταξη του άρθρ. 342 ΑΚ που εμποδίζει την υπερημερία του οφειλέτη και κατ' επέκταση την τοκογονία του χρέους του κατά το άρθρ. 345εδ.α ΑΚ στην περίπτωση που η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, συμβαίνει και όταν η εκπλήρωση της παροχής εμποδίζεται με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία ως έκφραση προσωρινής μόνο δικαστικής προστασίας δεν είναι ασύμβατη προς το άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, αλλά αντίθετα αποτελεί και η ίδια η προσωρινή δικαστική προστασία επιταγή της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν υποκαθιστά ανεπίτρεπτα την οριστική δικαστική προστασία.

Επομένως κρίνοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν κατέστη υπερήμερη και δεν οφείλει συνακόλουθα τόκους υπερημερίας επί του ποσού του 1.389.327 ευρώ, το οποίο, συμμορφούμενη αυτή προς την υπ' αριθ. 3494/25.10.1999 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν κατέβαλε στην αναιρεσείουσα, μολονότι κατέπεσε ως προς αυτό η υπ' αριθ. 34/50191/24.2.1999 ανέκκλητη εγγυητική επιστολή της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ειδικότερα ότι η μη επιδίκαση σ' αυτή τόκων υπερημερίας κατά το ιδιαίτερα μεγάλο διάστημα της δικαστικής διένεξής της με τους αντιδίκους της οδηγεί σε υπέρμετρα δυσανάλογη βλάβη της περιουσίας της.

5. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συνέτρεξαν οι όροι κατάπτωσης της επίδικης εγγυητικής επιστολής δεν είναι αντιφατική προς την περαιτέρω παραδοχή της ίδιας απόφασης ότι δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας επί του ποσού της εγγυητικής αυτής επιστολής, αφού, όπως ορθά κρίθηκε, η άρνηση της πρώτης αναιρεσίβλητης να καταβάλει το ποσό της εγγυητικής επιστολής στην αναιρεσείουσα υπήρξε δικαιολογημένη, εφόσον με την υπ' αριθ. 3494/25.10.1999 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατά τα προεκτεθέντα τη δέσμευε εξακολουθητικά, είχε απαγορευθεί σ' αυτή η πληρωμή της εγγυητικής επιστολής.

Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δέκατος πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα αμφισβητείται ως αντιφατική προς τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η παραδοχή της ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεσμευόταν εξακολουθητικά από την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. 6.

Με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να μην επιδικάσει στην αναιρεσείουσα τόκους επί του ποσού του 1.389.327 ευρώ από την επίδοση τουλάχιστον της ένδικης από 22.2.2000 αγωγής της στην πρώτη αναιρεσίβλητη παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 346 ΑΚ, που ορίζει ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει τόκους αφότου επιδόθηκε σ' αυτόν η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η πρώτη αναιρεσίβλητη εμποδιζόταν, κατά τα προεκτεθέντα, από την υπ' αριθ. 3494/25.10.1999 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, κατά τη διάρκεια ισχύος της απόφασης αυτής, το ως άνω ποσό, κατά το οποίο κατέπεσε η υπ' αριθ. 34/50191/24.2.1999 ανέκκλητη εγγυητική επιστολή της σε πρώτη ζήτηση, δηλαδή το χρέος της δεν ήταν απαιτητό, ώστε να είναι εφαρμόσιμο το άρθρ. 346 ΑΚ, που προϋποθέτει για την επιδίκαση τόκων να είναι η οφειλή όχι μόνο ληξιπρόθεσμη, αλλά και απαιτητή, δηλαδή να υποχρεούται ο οφειλέτης σε άμεση καταβολή του χρέους του, χωρίς τη δυνατότητα προβολής από μέρους του διακωλυτικών ή αναβλητικών ενστάσεων. 7.

Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρ. 176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρ. 178§1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, ολικά ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκεινται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχονται συνεπώς αναιρετικά (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδίδεται με το δωδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά τους πρωτόδικους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αναφορικά με την παράβαση του καθήκοντος αλήθειας από τις δυο πρώτες των αντιδίκων της και τη σκόπιμη απ' αυτές παρέλκυση της δίκης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ενώ θα έπρεπε με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, που επαναφέρθηκαν και στο Εφετείο, να κρίνει ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση δεν καταδίκασε τις αναιρεσίβλητες αυτές στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, αλλά τη συμψήφισε μεταξύ όλων των διαδίκων λόγω της δυσχέρειας που δέχθηκε ότι υπήρξε κατά την ερμηνεία των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 176 και 179 ΚΠολΔ, είναι κατά τα προεκτεθέντα απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αφορά την εκτίμηση πραγμάτων και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω με τον δέκατο έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο τον δέκατο έκτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή πρόβαλε την ίδια ως άνω αιτίαση κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, δηλαδή ότι εσφαλμένα δεν καταδίκασε τις δυο πρώτες των αντιδίκων της στη δικαστική της δαπάνη.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, εκτιμώμενος ορθά ως λόγος από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει και ήδη έχει αναφερθεί, έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, κρίνοντας ότι με ορθή εφαρμογή του νόμου η πρωτόδικη απόφαση συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ όλων των διαδίκων στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.

Τέλος με τον δέκατο έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν καταδίκασε τις δυο πρώτες των αντιδίκων της αναιρεσείουσας στη δικαστική της δαπάνη για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αλλά την κατένειμε ισομερώς μεταξύ των διαδίκων λόγω της "εκατέρωθεν νίκης και ήττας αυτών".

Σύμφωνα όμως και πάλι με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 176, 178 και 183 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης αντισταθμίζει ως ήττα της τη νίκη που συνιστά γι' αυτή η απόρριψη της από 17.3.2010 έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της αυτής εφετειακής απόφασης που είχε στραφεί και εναντίον της, η σχετική δε κρίση του Εφετείου αφορά και τη φορά αυτή την εκτίμηση πραγμάτων και είναι εν τέλει αναιρετικά ανέλεγκτη.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης, της δεύτερης και του τέταρτου των αντιδίκων της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. Η αμοιβή όμως της πληρεξούσιας δικαστικής αντιπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου θα επιδικασθεί μειωμένη, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 του ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Ολ.ΑΠ 1114/ 1986).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.2.2011 αίτηση της βελγικής εταιρείας με την επωνυμία "INEXCO N.V." για αναίρεση της υπ' αριθ. 5313/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης, της δεύτερης και του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για την πρώτη αυτών, που δεν κατέθεσε προτάσεις, σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τη δεύτερη σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ και για το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ