Supreme Court dismisses appeal on fraud and procedural error grounds, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific document proving the absence of a contract and committed procedural errors regarding evidence evaluation. The court rejected these claims, stating that the appellate court had explicitly acknowledged all submitted documents and was not required to detail their individual weight in the final decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 386 § 1 Criminal Code; Article 559 No. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: Fraud requires intent to obtain illegal benefit, false representation of facts, and resulting damage; an appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the court of first instance explicitly states it considered all evidence and the appellant fails to prove otherwise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 75 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 75/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Κλωνάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Απριλίου 2004 αγωγή του ηδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 882/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2590/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 8 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται, ανάλογα με την έκταση της ζημίας με τις αναφερόμενες σε αυτό ποινές.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία 1 βλάβη υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της.
Ως γεγονότα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Στο αστικό δίκαιο η απάτη αντιμετωπίζεται, εκτός από λόγο που καθιστά ελαττωματική την βούληση του απατηθέντος (αρθρ.147 ΑΚ), και ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, που γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ. εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, δηλαδή η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος της με την απατηλή συμπεριφορά του υπαιτίου, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται και σε μελλοντικό γεγονός.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή, κατά την συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (αρθρ. 298 ΑΚ), να επιφέρει την ζημία και να την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δε εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως, κατά δε κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος μετά από προτροπή του τρίτου εναγομένου, με τον οποίο διατηρούσε μακρόχρονη φιλία, αποφάσισε να επενδύσει τις οικονομίες του στην ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση ενός πλοίου, που ανήκε κατά κύριο λόγο στον πρώτο εναγόμενο και κατά διάφορα μικρότερα ποσοστά στους λοιπούς.
Στις 17.2.2000 ο ενάγων ήλθε σε επαφή με τους εναγόμενους στα γραφεία της εταιρίας DISTANCE SCIPPING LTD στον … αυτοί δε από κοινού τον διαβεβαίωσαν, ότι είχαν την ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση ενός πλοίου με το όνομα S… και ότι αυτός μπορούσε να συμμετάσχει στην ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση του, επενδύοντας κεφάλαιο όχι μικρότερο των 10.000.000 δραχμών.
Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των εναγομένων α) η απόδοση του κεφαλαίου του θα ανερχόταν σε ποσοστό 7% μηνιαίως, γιατί οι ναύλοι του πλοίου ήταν ιδιαίτερα κερδοφόροι, ενόψει του ότι το πλοίο χρησιμοποιούνταν συνεχώς για τη μεταφορά νόμιμων φορτίων, β) αν η απόδοση του κεφαλαίου του δεν ήταν η αναμενόμενη, θα επένδυαν τα χρήματα του σε άλλο πλοίο της εταιρίας τους ή θα του επέστρεφαν τα κεφάλαια, που θα είχε επενδύσει με προθεσμία προειδοποίησης ενός μηνός, και τέλος ότι το κεφάλαιο του ήταν σε κάθε περίπτωση απολύτως εξασφαλισμένο.
Ο ενάγων πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις των εναγομένων και κατέβαλε για λογαριασμό τους το συνολικό ποσό των 23.650.000 δρχ. (ήδη 69.405,72 ευρώ). Ειδικότερα, ο ενάγων κατέβαλε στις 18.2.2000 στον δεύτερο εναγόμενο 1.500.000 δραχμές, στις 23.2.2000 στον ίδιο εναγόμενο 7.000.000 δραχμές, στις 24.2.2000 κατέθεσε στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, του οποίου δικαιούχος ήταν ο τρίτος Ά.
Κ. του Γ., συνεργάτης του δεύτερου εναγομένου, 1.000.000 δραχμές, στις 29.2.2000 κατέθεσε στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας Εργασίας, του οποίου συνδικαιούχος ήταν και ο δεύτερος εναγόμενος, 450.000 δραχμές, στις 2.3.000 κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό 50.000 δραχμές, στις 18-4-2000 κατέβαλα στον δεύτερο εναγόμενο 6.000.000 δραχμές, ενώ ακολούθησαν και τέσσερις (4) καταθέσεις χρηματικών ποσών στον ως άνω λογαριασμό της Τράπεζας Εργασίας και συγκεκριμένα στις 25.5.2000.
στις 2.6.2000, στις 23.6.2000 και στις 5.7.2000 για 900.000. 1.100.000, 650.000 και 5.000.000 δραχμές, αντιστοίχως. Δηλαδή ο ενάγων κατέβαλε για την συμμετοχή του στην ιδιοκτησία και την συνεκμετάλλευση του πλοίου το συνολικό ποσό των 23.650.000 δραχμών και ήδη 69.405,72 ευρώ. Ο ενάγων έλαβε μόνο το ποσό των 1.868 δολαρίων ΗΠΑ, που κατατέθηκε στον τραπεζικό του λογαριασμό κατά την 18.4.2000.
Όμως, οι παραπάνω διαβεβαιώσεις των εναγομένων ήταν ψευδείς, γιατί το πλοίο δεν χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά νομίμων ναύλων, αλλά αντιθέτως αυτό είχε κατασχεθεί από την Αμερικανική Ακτοφυλακή για μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Ο ενάγων αν γνώριζε ότι το πλοίο, στο οποίο επρόκειτο να επενδύσει τα κεφάλαια του.
χρησιμοποιούνταν για παράνομους σκοπούς, δεν θα κατέβαλε τα χρήματα του. Οι διαβεβαιώσεις των εναγομένων σχετικά με τη συμμετοχή του στην ιδιοκτησία και την εμπορική εκμετάλλευση του πλοίου, καθώς και στα ποσοστά απόδοσης του κεφαλαίου τον που του είχαν υποσχεθεί, ήταν ψευδείς γιατί οι εναγόμενοι είχαν σκοπό εξ αρχής να αποσπάσουν από αυτόν παράνομα χρήματα, χωρίς να του καταβάλουν την συνομολογημένη απόδοση της επένδυσης του.
Ενόψει αυτών, οι εναγόμενοι, από κοινού προέβησαν στην παράσταση προς τον ενάγοντα των παραπάνω αναφερομένων ψευδών γεγονότων ως αληθών, αποκρύπτοντας του επίσης, ότι το πλοίο ήταν κατασχεμένο γιατί χρησιμοποιούνταν για παράνομους σκοπούς, προκειμένου να τον πείσουν να τους καταβάλει τα ως άνω χρηματικά ποσά.
Συνεπώς. υφίσταται αδικοπραξία των εναγομένων κατά την διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ και γι' αυτό έχουν αυτοί την υποχρέωση να καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον ως αποζημίωση στον ενάγοντα 23.650.000 δραχμών, δηλαδή το ποσό που αυτός κατά τα άνω κατέβαλε μειωμένο κατά το ποσό των 654.416 δραχμών, δηλαδή το ισόποσο των 1.868 δολαρίων, που οι εναγόμενοι του απέδωσαν κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.
Άρα, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση λόγω της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς όλων των εναγομένων, άρα και του αναιρεσείοντος τετάρτου εναγομένου, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία, το ποσό των (23,650.000 - 654,416 =) 22.995,584 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 67.485.20 ευρώ. Ακολούθως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ανωτέρω και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε και τον τέταρτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα το πιο πάνω ποσό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 346, 914, 926 ΑΚ, 386 § 1 ΠΚ, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς όλα τα ζητήματα που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, μεταξύ των οποίων και η επιδειχθείσα από τον νομιμοποιούμενο παθητικά για την διεξαγωγή της δίκης τέταρτο εναγόμενο - αναιρεσείοντα, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, από κοινού με τους άλλους εναγόμενους, με σκοπό το παράνομο όφελος με ζημία του ενάγοντος και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τούτου και της προκληθείσας ζημίας.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου πρώτος, τρίτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε και υπό το πρόσχημα της επικλήσεως των ως άνω πλημμελειών που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται στην πραγματικότητα, η αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων.
ΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Εξ' άλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από Φεβρουαρίου 2000 έγγραφο της ναυτιλιακής εταιρείας Distance L.T.D, στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος γίνεται αναφορά στην συμφωνία που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της ως άνω εταιρείας ήτοι εγγράφου το οποίο είχε προσκομισθεί νομίμως, μετ' επίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, προς απόδειξη της ανυπαρξίας συμβατικού δεσμού μεταξύ των ήδη διαδίκων.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και το παραπάνω έγγραφο που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτό ή και την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.10.2010 αίτηση αναίρεσης του Φ. Μ., για αναίρεση της 2590/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ