Legislator Case Law & Legislation
75/2012 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on compensation calculation, ruling legal costs apply to non-compensated areas only.

Case Number 75/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision regarding compensation for expropriation. The State argued that legal costs should be calculated differently for non-compensated property sections, claiming a double cost burden. The court rejected this, holding that the lower court correctly applied the law to impose costs on the State for the full compensation amount, including non-compensated areas, as the State remains liable for the entire compensation sum.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17(2) of the Constitution; Article 18(4)(c) of Law 2882/2001; The State is liable for legal costs calculated on the total compensation amount, including non-compensated property sections, preventing double cost imposition.

Keywords

AI generated
expropriation compensation legal costs calculation State liability non-compensated areas double cost burden Article 17 Constitution Law 2882/2001

Cited Legislation

AI generated
Article 17(2) of the Constitution
Article 18(4)(c) of Law 2882/2001
Article 9(7) of Law 2730/1999
Article 22 of Law 3693/1957
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 6620/2004
Case 359/2006
Case 4700/2007
Case 1413/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 75 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 75/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια του παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Αλέξανδρου Ροϊλού, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Τ. του Π., κατοίκου ..., 2. Κ. χήρας Ν. Κ., κατοίκου ..., 3. Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4. Ν. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 5. Σ. Τ. του Ι., χήρας Δ. Ζ., κατοίκου ..., 6. Σ. συζ. Γ. Λ., κατοίκου ..., 7. Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 8. Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 9. Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 10. Ε. συζ. Β. Σ. το γένος Ι. Ν., κατοίκου ..., 11. Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 12. Ν. Γ. του Α., κατοίκου ..., 13, Γ. θυγ. Α. Γ., συζ. Π. Π., κατοίκου ..., 14. Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 15. Χ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 16. Δ. Τ. του Τ., κατοίκου ..., 17. Ε. συζ. Δ. Τ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., 18. Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 19. Β. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 20.Α. συζ. Β. Κ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρου Κανδαράκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26/5/2003, 21/5/2003, 18/5/2003, 5/6/2003, 22/5/2003, 22/5/2003, 4/6/2003, 6/6/2003, 26/11/2003, 12/10/2003, 22/3/2003, 20/5/2003, και 2/6/2003 αιτήσεις, ανταιτήσεις και των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και καταβολής αποζημίωσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6620/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την υπ' αριθμ. 359/2006 απόφαση με την οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 66620/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εν μέρει και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση. Εξεδόθη η 4700/2007 μη οριστική απόφαση και 1413/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-5-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 9-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Αντίθετα, δεν συνιστά τον προκείμενο λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών περιστατικών, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, ούτε, εξ άλλου, συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς περιστατικά, τα οποία, ως εκ περισσού εκτίθενται στις αιτιολογίες της απόφασης προς πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή, έστω και εάν τα περιστατικά αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 832/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκανε δεκτή την αίτηση των αιτούντων - νυν αναιρεσιβαλλομένων α) περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα απομένοντα, μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους και β) περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη 1) από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 και 4 του Ν. 2882/2001, ως προς τις ιδιοκτησίες ΚΠ62, ΚΠ117, ΚΠ120, ΚΠ123, ΚΠ149, ΚΠ150, ΚΠ181, ΚΠ219, ΚΠ220 και 2) από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, εκ του ότι, ως προς τις ιδιοκτησίες ΚΠ149, ΚΠ150 και ΚΠ181, δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του καθού η αίτηση - νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ότι τα ως άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα όχι ως συνέπεια της απαλλοτρίωσης, αλλά λόγω μεταγενέστερης νομοθετικής μεταβολής, ως προς τις ιδιοκτησίες ΚΠ62, ΚΠ120 και 121, εκ του ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό μη προταθέντα και ειδικότερα ότι εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης δημιουργήθηκε υψομετρική διαφορά μεταξύ της στάθμης της ιδιοκτησίας και της στάθμης της οδού και αδυναμία πρόσβασης από και προς τη Λεωφ.

Μαραθώνα. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση των λόγων αναίρεσης ζήτημα: "1) ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ62: Αυτή βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Πικερμίου και εντός σχεδίου αυτής, είχε δε αρχική έκταση 546,75 τ.μ και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη.

Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 71,01 τ.μ. από την οποία τμήμα εμβαδού 14,07 τ.μ. κρίνεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων. Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 475,74 τ.μ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας υφίσταται διώροφη πλακοσκεπής οικοδομή, στο ισόγειο της οποίας λειτουργεί επιχείρηση εμπορίας ξυλείας και στον πρώτο όροφο στεγάζονται τρία διαμερίσματα.

Το εμβαδόν του ισογείου και του πρώτου ορόφου ανέρχεται σε 312,29 τ.μ για καθένα απ' αυτά. Μετά την απαλλοτρίωση δημιουργήθηκε μεταξύ της στάθμης εδάφους της ιδιοκτησίας και στάθμης της οδού υψομετρική διαφορά 0,50 μ., η οποία καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή την πρόσβαση από και προς την Λεωφόρο Μαραθώνος. Η κάλυψη της ιδιοκτησίας αυτής ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 382,73 τ.μ.

ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 333,02 τ.μ. και η δόμηση ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 398,70 τ.μ ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 370,30 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση των χώρων στάθμευσης ανερχόταν σε 165,95 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 94,94 τ.μ., γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα ελιγμών των οχημάτων διακίνησης εμπορευμάτων της ως άνω επιχείρησης καθώς και το χώρο φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η εξυπηρέτηση των πελατών και προμηθευτών και επιχείρησης στο συγκεκριμένο χώρο.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η υπ' αριθμ. ΚΠ62 ιδιοκτησία δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση. Αντίθετα λόγω της μειώσεως των πολεοδομικών δεδομένων και δη της κάλυψης κατά 13% της δόμησης κατά 7,12% της μειώσεως των χώρων στάθμευσης κατά 43% και της υψομετρικής διαφοράς του εδάφους της ιδιοκτησίας από την στάθμη του εδάφους της Λεωφόρου Μαραθώνος, η αξία του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μετά των επ' αυτής κτισμάτων μειώθηκε κατά ποσοστό 15% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμής για τα απαλλοτριούμενα τμήματα. 1) Ως προς την με αριθμό ΚΠ117 ιδιοκτησία.

Αυτή βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Πικερμίου και εντός σχεδίου αυτής, είχε δε αρχική έκταση 148,68 τ.μ και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από την ιδιοκτησία αυτή επί της οποίας δεν υφίστανται κτίρια απαλλοτριώνεται έκταση 89,32 τμ. από την οποία τμήμα εμβαδού 67,77 τμ. κρίνεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων.

Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 66,43 τμ. και δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Λόγω δε του μικρού εμβαδού της και του σχήματός της κατέστη παντελώς άχρηστη για τη χρήση που προοριζόταν δηλαδή για ανέγερση οικοδομής και για οποιαδήποτε χρήση. Με βάση τα ανωτέρω η αξία του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μειώθηκε κατά ποσοστό 90% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμής για τα απαλλοτριούμενα τμήματα. 3) Ως προς την με αριθμό ΚΠ120 ιδιοκτησία.

Αυτή βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Πικερμίου και εντός σχεδίου αυτής, είχε δε αρχική έκταση 2734,39 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 517,69 τ.μ. από την οποία τμήμα εμβαδού 429,67 τ.μ. κρίνεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων.

Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 2216,70 τμ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας υφίσταται οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο, όγκου 2900 κ.μ. στο οποίο λειτουργεί εστιατόριο με την επωνυμία "Χωριάτικη Γωνιά" και υπόγειο όγκου 400 κ.μ. Το εμβαδόν του ισογείου καταστήματος ανέρχεται σε 589,94 τ.μ του πρώτου ορόφου (πατάρι) σε 190,00 τ.μ.

της ισογείου οικίας σε 69,52 τ.μ και των ισογείων αποθηκών σε 57,38 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση δημιουργήθηκε μεταξύ της στάθμης εδάφους της ιδιοκτησίας και της στάθμης της οδού υψομετρική διαφορά 1,80 μ., η οποία είναι σημαντική υπό την έννοια της αδυναμίας προσβάσεως αυτής από και προς την Λεωφόρο Μαραθώνος.

Η κάλυψη της ιδιοκτησίας αυτής ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 1914,07 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 1551,69 τ.μ. και η δόμηση ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 1687,20 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 1428,35 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση των χώρων στάθμευσης ανερχόταν σε 1100,00 τ.μ ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 582,31 τ.μ., γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα ελιγμών των οχημάτων πελατών του εστιατορίου καθώς και τον χώρο φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η εξυπηρέτηση των πελατών και προμηθευτών της επιχειρήσεως στον συγκεκριμένο χώρο.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η υπ' αριθμ. 120 ιδιοκτησία δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση. Αντίθετα, λόγω της μειώσεως των πολεοδομικών δεδομένων και δη της κάλυψης κατά 18,93% της δόμησης κατά 15,34% της μειώσεως των χώρων στάθμευσης κατά 47% και της υψομετρικής διαφοράς του εδάφους της ιδιοκτησίας από την στάθμη του εδάφους της Λεωφόρου Μαραθώνος, η αξία του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μετά των επ' αυτού κτισμάτων μειώθηκε κατά ποσοστό 40% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμή για τα απαλλοτριούμενα τμήματα. 4)Ως προς την με αριθμό ΚΠ121 ιδιοκτησία.

Αυτή βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας Πικερμίου και εντός σχεδίου αυτής, είχε δε αρχική έκταση 962,31 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 21,06 τ.μ. που προσδιορίζεται ολόκληρη ως αυτοαποζημιούμενη, ενώ παραλλήλως υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως της ΚΠ120 ιδιοκτησίας για 3,95 τ.μ.

Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 937,32 και είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας υφίσταται κτίριο στο οποίο λειτουργεί επιχείρηση ανοξείδωτων ειδών επαγγελματικού εξοπλισμού εστιατορίων, ξενοδοχείων κλπ. Το εμβαδόν του ισογείου καταστήματος ανέρχεται σε 234,60 τ.μ.

ενώ του πρώτου ορόφου σε 234,60 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση δημιουργήθηκε μεταξύ της στάθμης εδάφους της ιδιοκτησίας και στάθμης οδού υψομετρική διαφορά 0,90 μ. η οποία αποκαταστάθηκε με ράμπα από οπλισμένο σκυρόδεμα με κλίση 7%. Η κάλυψη της ιδιοκτησίας αυτής ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 671,30 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 654,54 τ.μ.

και η δόμηση ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 695,40 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 682,75 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση των χώρων στάθμευσης ανερχόταν σε 650 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 629 τ.μ., γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα ελιγμών των οχημάτων των πελατών της επιχείρησης καθώς και το χώρο φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η εξυπηρέτηση των πελατών και προμηθευτών της επιχειρήσεως στο συγκεκριμένο χώρο.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η υπ' αριθμ. ΚΠ121 ιδιοκτησία δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση. Αντίθετα, λόγω της μειώσεως των πολεοδομικών δεδομένων και δη της κάλυψης κατά 2,5% της μειώσεως των χώρων στάθμευσης κατά 3% και της υψομετρικής διαφοράς του εδάφους της ιδιοκτησίας από την στάθμη του εδάφους της Λεωφόρου Μαραθώνος του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μετά των επ' αυτού κτισμάτων μειώθηκε κατά ποσοστό 15% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμής για τα απαλλοτριούμενα τμήματα. 5) Ως προς την με αριθμό ΚΠ123 ιδιοκτησία :

Αυτή βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Πικερμίου και εντός σχεδίου αυτής, είχε δε αρχική έκταση 2.452,81 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 197,42 τ.μ. από την οποία τμήμα εμβαδού 195,62 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων.

Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 2.255,39 τ.μ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας υφίσταται διώροφο κτίριο, συνολικού όγκου 4.130 κ.μ. στον πρώτο όροφο του οποίου στεγάζονται δυο γραφεία στον ισόγειο όροφο λειτουργούν τέσσερα καταστήματα και στον υπόγειο όροφο λειτουργούν δυο επιχειρήσεις.

Το εμβαδόν του υπογείου ανέρχεται σε 671,8 τ.μ., των ισογείων καταστημάτων σε 639,6 τ.μ. του πρώτου ορόφου σε 573,75 τ.μ. και των αποθηκών σε 567,00 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση δημιουργήθηκε μεταξύ της στάθμης εδάφους της ιδιοκτησίας και της στάθμης της οδού υψομετρική διαφορά 1,10 μ., η οποία καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή την πρόσβαση από και προς την Λεωφόρο Μαραθώνος.

Η κάλυψη της ιδιοκτησίας αυτής ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 1.716,97 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 1.578,77 τ.μ. και η δόμηση ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 1.781,12 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 1422,16 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση των χώρων στάθμευσης ανερχόταν σε 600 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 402,58 τ.μ., γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα ελιγμών των οχημάτων διακίνησης εμπορευμάτων των ως άνω επιχειρήσεων καθώς και το χώρο φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η εξυπηρέτηση των πελατών και προμηθευτών των επιχειρήσεων στο συγκεκριμένο χώρο.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η υπ' αριθμ. ΚΠ123 ιδιοκτησία δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση. Αντίθετα, λόγω της μειώσεως των πολεοδομικών δεδομένων και δη της κάλυψης κατά 8,5%, της δόμησης κατά 20,15%, της μειώσεως των χώρων στάθμευσης κατά 33% και της υψομετρικής διαφοράς του εδάφους της ιδιοκτησίας από την στάθμη του εδάφους της Λεωφόρου Μαραθώνος, η αξία του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μετά των επ' αυτής κτισμάτων μειώθηκε κατά ποσοστό 25% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμή για τα απαλλοτριούμενα τμήματα. 6).

Ως προς την με αριθμό ΚΠ149 ιδιοκτησία: Αυτή βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Πικερμίου και εκτός σχεδίου αυτής είχε δε αρχική έκταση 3297,37 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 266,37 τ.μ. από την οποία τμήμα εμβαδού 156,30 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο ενώ παραλλήλως υποχρεούται σε αποζημίωση της ΚΠ150 ιδιοκτησίας για 1,17 τ.μ.

Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 3.031,00 τ.μ. ενώ η παράλληλη μετάθεση του άξονα της Λεωφόρου Μαραθώνος εις βάρος της άνω ιδιοκτησίας είχε ως συνέπεια την παράλληλη μετατόπιση της οικοδομικής γραμμής και κατ' ακολουθίαν την απώλεια της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του απομένοντος τμήματος.

Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας υφίσταται διόροφο κτίριο, συνολικού όγκου 3136 τ.μ. στον πρώτο όροφο του οποίου στεγάζονται τέσσερα γραφεία, στον ισόγειο όροφο λειτουργεί επιχείρηση εμπορίας πυρίμαχων και διακοσμητικών υλικών και στον υπόγειο όροφο στεγάζονται αποθήκες. Το εμβαδόν του ισογείου καταστήματος ανέρχεται σε 373,48 τ.μ.

ενώ του πρώτου ορόφου σε 225,15 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση δημιουργήθηκε μεταξύ της στάθμης εδάφους της ιδιοκτησίας και της στάθμης της οδού υψομετρική διαφορά 0,30 μ. η οποία δεν δημιουργεί δυσχερή πρόσβαση από και προς την ιδιοκτησία λόγω υψομετρικής διαφοράς. Η κάλυψη της ιδιοκτησίας αυτής ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 600 τ.μ.

ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 600 τ.μ. και η δόμηση ανερχόταν πριν την απαλλοτρίωση σε 600 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 600 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση των χώρων στάθμευσης ανερχόταν σε 1400 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 1333,63, τ.μ. γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα ελιγμών των οχημάτων διακίνησης εμπορευμάτων της ως άνω επιχείρησης καθώς και το χώρο φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η εξυπηρέτηση των πελατών και προμηθευτών της επιχείρησης στο συγκεκριμένο χώρο.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η υπ' αριθμ. ΚΠ149 ιδιοκτησία δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση. Αντίθετα λόγω της μείωσης των χώρων στάθμευσης κατά 19,3% η αξία του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μετά των επ' αυτής κτισμάτων μειώθηκε κατά ποσοστό 35% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμής για τα απαλλοτριούμενα τμήματα. 7) Ως προς την με αριθμό (ΚΠ150 ιδιοκτησία :

Αυτή βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Πικερμίου και εκτός σχεδίου αυτής, είχε δε αρχική έκταση μικρότερη των 4000 τ.μ. και ήταν μη άρτια και οικοδομήσιμη. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 316,8 τ.μ. από την οποία τμήμα 158,53 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο ενώ υποχρεούται σε αποζημίωση της ΚΠ151 ιδιοκτησίας για ένα (1) τ.μ.

Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 2.096,3 1 τ.μ. και είναι μη άρτια και οικοδομήσιμη. Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας υφίσταται διόροφη οικοδομή στο υπόγειο του οποίου λειτουργεί επιχείρηση κατασκευής και επεξεργασίας αλουμινίου και σιδήρου, στο ισόγειο λειτουργεί έκθεση των ιδίων προϊόντων και στον πρώτο όροφο στεγάζονται δυο καταστήματα, με την επισήμανση ότι για το ακίνητο αυτό έχει εκδοθεί η 432/1992 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής για ανέγερση διώροφης αγροτικής αποθήκης μετά υπογείου συνολικού όγκου 1.316,60 κ.μ.

Το εμβαδόν του ισογείου ανέρχεται σε 190,64 τ.μ. ενώ του πρώτου ορόφου σε 190,64 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση δημιουργήθηκε μεταξύ της στάθμης εδάφους της ιδιοκτησίας και της στάθμης της οδού υψομετρική διαφορά 0,30 μ. η οποία δεν δημιουργεί δυσχερή πρόσβαση από και προς την ιδιοκτησία λόγω υψομετρικών διαφορών.

Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση των χώρων στάθμευσης ανερχόταν σε 1.100 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 783,92 τ.μ., γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα ελιγμών των οχημάτων διακίνησης εμπορευμάτων της ως άνω επιχείρησης καθώς και τον χώρο φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η εξυπηρέτηση των πελατών και προμηθευτών της επιχείρησης στο συγκεκριμένο χώρο.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η υπ' αριθμ. ΚΠ150 ιδιοκτησία δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση. Αντίθετα λόγω της μείωσης των χώρων στάθμευσης κατά 28,73%, η αξία του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μετά των επ' αυτής κτισμάτων μειώθηκε κατά ποσοστό 20% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμής για τα απαλλοτριούμενα τμήματα. 8) Ως προς την με αριθμό ΚΠ181 ιδιοκτησία :

Αυτή βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Πικερμίου και εκτός σχεδίου αυτής, είχε δε αρχική έκταση 2.655,48 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 529,32 τ.μ. από την οποία τμήμα 282,5 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημιώσεως τρίτων.

Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 1.589,31 τ.μ. και είναι μη άρτια και οικοδομήσιμη. Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας υφίσταται διώροφο κτίσμα, στο ισόγειο όροφο του οποίου λειτουργεί επιχείρηση εμπορίας υδραυλικών ειδών, ειδών θερμάνσεως και δεξαμενών υγρών καυσίμων, στο υπόγειο στεγάζονται αποθήκες και στον πρώτο όροφο οικία.

Το εμβαδόν του ισογείου και του πρώτου ορόφου ανέρχεται σε 133,46 τ.μ. για καθένα από αυτά. Μετά την απαλλοτρίωση δημιουργήθηκε μεταξύ της στάθμης εδάφους της ιδιοκτησίας και της στάθμης της οδού υψομετρική διαφορά 0,20 μ. η οποία δεν δημιουργεί δυσχερή πρόσβαση από και προς την Λεωφόρο Μαραθώνος. Λόγω της απότμησης του ως άνω τμήματος αυτής 529,32 τ.μ.

η ιδιοκτησία αυτή κατέστη μη άρτια και οικοδομήσιμη. Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση των χώρων στάθμευσης ανερχόταν σε 1.500 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 1.088,75 τ.μ., γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα ελιγμών των οχημάτων διακίνησης εμπορευμάτων της ως άνω επιχείρησης καθώς και τον χώρο φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η εξυπηρέτηση των πελατών και προμηθευτών της επιχείρησης στο συγκεκριμένο χώρο.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η υπ' αριθμ. ΚΠ181 ιδιοκτησία δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση. Αντίθετα λόγω της μειώσεως των πολεοδομικών δεδομένων (απώλεια αρτιότητας - οικοδομησιμότητας) και της μειώσεως των χώρων στάθμευσης κατά 27,42% η αξία του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μετά των επ' αυτής κτισμάτων μειώθηκε κατά ποσοστό 50% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμής για τα απαλλοτριούμενα τμήματα. 9) Ως προς την με αριθμό ΚΠ219 ιδιοκτησία:

Αυτή βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου Παλλήνης και εκτός σχεδίου αυτής, είχε δε αρχική έκταση 4.077,87 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 412,64 τ.μ. από την οποία τμήμα εμβαδού 350,30 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων.

Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας υφίσταται διώροφο κτίσμα, το εμβαδόν του οποίου ανέρχεται για καθένα από το ισόγειο και του πρώτου όροφου σε 96,50 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση δημιουργήθηκε μεταξύ της στάθμης εδάφους της ιδιοκτησίας και της στάθμης της οδού υψομετρική διαφορά 0,10 μ. η οποία είναι σημαντική, υπό την έννοια της αδυναμίας προσβάσεως αυτής από και προς την Λεωφόρο Μαραθώνος.

Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 3811,49 τ.μ. και μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος κατέστη μη άρτια και οικοδομήσιμη (βλ. σχετ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Πριν την απαλλοτρίωση επιτρεπόταν η ανέγερση Υγειονομικού κέντρου όμως μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος έπαυσε να υπάρχει η δυνατότητα αυτή διότι η ιδιοκτησία αυτή κατέστη μη άρτια και μη οικοδομήσιμη (βλ.

σχετ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση των χώρων στάθμευσης ανερχόταν σε 1.600 τ.μ. ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 1.187,36 τ.μ., γεγονός που περιορίζει τις θέσεις στάθμευσης των ασθενών και των γιατρών που θα επισκέπτοντο την κλινική. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η υπ' αριθμ.

ΚΠ219 ιδιοκτησία δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση. Αντίθετα, λόγω της απώλειας αρτιότητας -οικοδομησιμότητας και της μειώσεως των χώρων στάθμευσης κατά 25,79% η αξία του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μετά των επ' αυτής κτισμάτων μειώθηκε κατά ποσοστό 50% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμής για τα απαλλοτριούμενα τμήματα. 10).Ως προς την με αριθμό ΚΠ220 ιδιοκτησία :

Αυτή βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου Παλλήνης και εκτός σχεδίου αυτού, είχε δε αρχική έκταση 4.077,87 τ.μ. και δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 171,27 τ.μ. από την οποία τμήμα εμβαδού 122,50 τ.μ. κρίνεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων.

Η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 657,494 τ.μ. και δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας υφίσταται ισόγειο κτίσμα συνολικού εμβαδού 295 τ.μ. εκ των οποίων 245 τ.μ. χρησιμοποιούνται ως κατάστημα εκθέσεως πλακιδίων και τα υπόλοιπα 50 τ.μ. ως βοηθητικοί χώροι και χώροι γραφείων.

Το εμβαδόν του ισογείου ανέρχεται σε 206,35 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση δημιουργήθηκε μεταξύ της στάθμης εδάφους της ιδιοκτησίας και της στάθμης της οδού υψομετρική διαφορά 0,20 μ., η οποία δεν δημιουργεί δυσχερή πρόσβαση από και προς την Λεωφόρο Μαραθώνος Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση των χώρων στάθμευσης ανερχόταν σε 4.800 τ.μ.

ενώ μετά την απαλλοτρίωση σε 221,50 τ.μ., γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα ελιγμών των οχημάτων διακίνησης εμπορευμάτων της ως άνω επιχείρησης καθώς και τον χώρο φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η εξυπηρέτηση των πελατών και προμηθευτών της επιχείρησης στο συγκεκριμένο χώρο.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η υπ' αριθμ. ΚΠ220 ιδιοκτησία δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση. Αντίθετα λόγω της μειώσεως των χώρων στάθμευσης κατά 53,85% η αξία του απομένοντος τμήματος της εδαφικής έκτασης μετά των επ' αυτής κτισμάτων μειώθηκε κατά ποσοστό 15% επί της ορισθείσης με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου τιμής για τα απαλλοτριούμενα τμήματα".

Και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι πρέπει να γίνουν δεκτά τα αιτήματα των αιτούντων - νυν αναιρεσειόντων και α) να ανατραπεί το τεκμήριο ωφέλειας, ως προς τις ως άνω ιδιοκτησίες και να αναγνωρισθεί ότι οι ιδιοκτήτες αυτών δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση και ότι η καθορισθείσα για τα λοιπά απαλλοτριωθέντα τμήμα οριστική αποζημίωση καλύπτει και τις εκτάσεις αυτές και β) να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση, για τα εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση τμήματα.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 και 4 του Ν. 2882/2001, ενώ, εξ άλλου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων και δεν υπέπεσε στις από τους άρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος (πρώτος λόγος), κατά το άλλο σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η από το άρθρ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια είναι, επίσης, απορριπτέος. Ειδικότερα, κατά το μέρος αυτού, που οι αιτιάσεις αφορούν τις ιδιοκτησίες ΚΠ149, ΚΠ150 και ΚΠ180 είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, όχι με την αιτιολογία ότι αυτό (εναπομένον) κατέστη μη άρτιο και οικοδομήσιμο (όπως εσφαλμένα επικαλείται στο αναιρετήριο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο - απλώς το στοιχείο της μη αρτιότητας και μη οικοδομησιμότητας περιλαμβάνεται στις παραδοχές, κατά τρόπο πλεοναστικό και διηγηματικό -), αλλά με την αιτιολογία ότι μειώθηκαν οι χώροι στάθμευσης, γεγονός το οποίο περιορίζει τη δυνατότητα ελιγμών των οχημάτων διακίνησης των εμπορευμάτων και καθιστά δυσχερή την εξυπηρέτηση πελατών και προμηθευτών της επιχείρησης, που λειτουργούσε στο καθένα από τα ως άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα (βλ.

φύλλο 70, 80 και 90 της προσβαλλομένης απόφασης). Ενώ, κατά το μέρος αυτού, που οι αιτιάσεις αφορούν τις ιδιοκτησίες ΚΠ62, ΚΠ120, ΚΠ121, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, τα περιστατικά της αδυναμίας ή δυσχέρειας πρόσβασης από τις ιδιοκτησίες αυτές στη Λεωφόρο Μαραθώνος λόγω της υψομετρίας διαφοράς που δημιουργήθηκε συνεπεία της εκτέλεσης του έργου, μεταξύ της στάθμης του εδάφους του εν λόγω ιδιοκτησιών και της ως άνω Λεωφόρου προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια.

Σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του άρθ. 18 παρ. 4 εδγ του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων [ΚΑΑΑ], ορίζεται ότι "προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957". Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία του Αρείου Πάγου άποψη [Ολ. ΑΠ 17/2000, Ολ. ΑΠ 13/2000, ΑΠ 920/2005 βλ. και αντίθετος 821/2007] έχει εφαρμογή όχι μόνο στις δίκες περί καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης ή αναγνώρισης δικαιούχων, αλλά και τα λοιπά συναφή προς την απαλλοτρίωση ζητήματα, όπως ασφαλώς είναι και το ζήτημα της ανατροπής του [μαχητού] τεκμηρίου ωφέλειας και του καθορισμού αποζημίωσης, για το μη ωφελούμενο και κατ' ακολουθία, μη αυτοαποζημιούμενο απαλλοτριωθέν ακίνητο καθώς και για τη δικαστική δαπάνη, διότι αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημίωσης είναι η αποζημίωσης εν συνόλω λαμβανομένη, αφού μόνον έτσι, η αποζημίωση του δικαιούχου θα είναι πλήρης, σύμφωνα με το άρθ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος.

Επομένως, το Εφετείο, για το ορισμό της δικαστικής δαπάνης, ορθώς εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθ. 18 παρ. 4 εδ. Γ του Ν. 2882/2001, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παραβίαση, ευθείας και εκ πλαγίου, λόγω εφαρμογής, της ως άνω διάταξης του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.

Γ του Ν. 2882/2001, η οποία, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, δεν ήταν εφαρμοστέα, ως προς το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και του καθορισμού αποζημίωσης, για τα μη αυτοαποζημιούμενα τμήματα, αίτημα, για το οποίο, κατά την άποψή του η δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατ' εφαρμογή του άρθ. 22 Ν. 3693/1957 (μειωμένη κατά το ήμισυ), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η ίδια, από το άρθ. 559 αριθ. 1 εκ του ότι το Εφετείο, κατ' εφαρμογή του άρθ. 9 παρ. 7 Ν. 2730/1999 το οποίο ορίζει ότι στη δίκη καθορισμού αποζημίωσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για την εκτέλεση Ολυμπιακών έργων, η δικηγορική αμοιβή καθορίζεται σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημίωσης, με ανώτατο σχετικό όριο το ποσό των 7.336,75 €, επιδίκασε διπλή (πρόσθετη) δικαστική δαπάνη επί πλέον ποσοστό 1% για την αποζημίωση, για τα μη αυτοαποζημιούμενα τμήματα, είναι επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση διάταξη αυτής περί επιβολής των δικαστικών εξόδων, σαφώς προκύπτει ότι το υπόχρεο σε αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο (νυν αναιρεσείον) καταδικάζεται στην αμοιβή του δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημίωσης (αιτούντων - νυν αναιρεσιβλήτων), σε ποσοστό 1% (συνολικά) επί της αποζημίωσης για τα αυτοαποζητούμενα τμήματα και επί της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομέναντα, εκτός απαλλοτρίωσης, τμήματα.

Η δε υπ' αριθμ. 6620/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έχει αναιρεθεί με την 359/2006 απόφαση του ΑΠ αναφέρεται στα σχετικά με την άρση του τεκμηρίου αιτήματα των δικαιούχων τις αποζημιώσεις και κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα επέκτασης της επιδικασθείσας με αυτήν δικαστικής δαπάνης και στα αυτοαποζημιούμενα τμήματα, ώστε η επιδίκαση με την προσβαλλόμενη δικαστική δαπάνη για τα τμήματα αυτά να οδηγεί σε διπλή επιδίκαση δικαστική δαπάνη, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από το αναιρεσείον.

Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-5-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1413/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ