Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to file supplementary grounds within thirty days.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued procedural errors regarding evidence and the vagueness of the initial lawsuit, but the Court found these grounds inadmissible. The primary reason for dismissal was the failure to file the supplementary grounds of appeal at least thirty full days before the scheduled hearing, as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 569(2)(a) CPolD; Art. 577(1)-(2) CPolD: Supplementary grounds of appeal must be filed in writing at least thirty full days before the hearing and served on the respondent; failure to meet both timing and service requirements renders them inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 75 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 75/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση.
Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χατζηνικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40010/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2274/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-11-2006 αίτησή του και τους από 20-8-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 22-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α' του άρθρου 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αποφάσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων Λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ιδίου Κώδικα που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των προσθέτων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ.
ΑΠ 143/84, 266/85). Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 266/85). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση του δικογράφου των από 4-10-07 προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, του αναιρεσείοντος .....
αφού προς τούτο δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως αυτών προς την αναιρεσίβλητη...... Επομένως πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως. ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή η διάσταση των συζύγων διήρκεσε περισσότερο από τρία (3) χρόνια και η περιουσία του ενός συζύγου, αφότου τελέστηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται δε ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 (ένα τρίτο) της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας που συνίσταται όχι μόνο σε παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και υπηρεσιών σε χρήμα αποτιμουμένων, οι οποίες παρέχονται και στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και καθό μέτρο αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, πρέπει να προσδιορίζεται κατ' είδος και κατ' αξία, η δε αποτίμηση της αυξήσεως της τελικής συνολικής περιουσίας του υποχρέου υπολογίζεται κατά το χρόνο λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως της τριετούς διάστασης οπότε γεννιέται η σχετική αξίωση, σε σύγκριση με την αρχική του χρόνου τελέσεως του γάμου (ΑΠ 1418/2004, 252/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο στις 7.5.1978, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, που είναι ήδη το ένα ενήλικο και το άλλο ανήλικο. Το έτος 1999 διασπάσθηκε η έγγαμη διαβίωση των διαδίκων, ενώ κατά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση είχε ο εναγόμενος σύζυγος αποκτήσει ακίνητη περιουσία, την οποία δεν είχε κατά την τέλεση του γάμου τους.
Συγκεκριμένα ο εναγόμενος αγόρασε 1) στη ... διαιρετό τμήμα εκτάσεως 8.743 τ.μ. του υπ' αριθ. 327 τεμαχίου Δ' κατηγορίας με το ...... συμβόλαιο αντί τιμήματος 3.235.000 δρχ. και στο οποίον έχουν ανεγερθεί δύο (2) κτίρια, η αξία του οποίου κατά την άσκηση της αγωγής ανερχόταν σε 1.050.000 ευρώ και 2) στη θέση "....." στο ......, με το .....
συμβόλαιο ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 10 στρεμμάτων, στο οποίο ο εναγόμενος κατασκεύασε συγκρότημα που περιλαμβάνει αναψυκτήριο, ταβέρνα, πισίνα, γήπεδα (μπάσκετ, βόλεϊ, τένις), οικήματα, αναψυκτήρια, αποδυτήρια, παιδική χαρά, τουαλέτες και κατοικία, η αξία του οποίου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχότανε σε 750.000 ευρώ.
Έτσι η συνολική περιουσία του εναγομένου κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής ανερχότανε σε 1.800.000 ευρώ. Περαιτέρω το Εφετείο ως προς τη συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας δέχθηκε ότι η ενάγουσα στήριξε την όλη επιχειρηματική δραστηριότητα του συζύγου της, καθ' όσον κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1979 μέχρι το έτος 1997 εργαζόταν συνεχώς στην βιοτεχνία του εναγομένου συζύγου της, πλην από τις περιόδους της εκάστοτε εγκυμοσύνης της, παράλληλα δε απασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες, με την ανατροφή και με την φροντίδα των δύο (2) τέκνων τους και του συζύγου της, οι οποίες όμως υπηρεσίες υπερέβαιναν το μέτρο που επιβάλλονταν από την υποχρέωση συμβολής της στις οικογενειακές ανάγκες.
Με την προσωπική της εργασία στην επιχείρηση του εναγομένου συζύγου της και την προσφορά της εργασίας της στη συζυγική τους κατοικία, καθώς για την ανατροφή των τέκνων, η ενάγουσα εξασφάλισε στον εναγόμενο τη δυνατότητα να δημιουργήσει επαγγελματικά και να εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες της επιχειρήσεώς του, εξασφαλίζοντας έσοδα, τα οποία διατέθηκαν στην αγορά των προαναφερομένων δύο (2) ακινήτων.
Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσό στο οποίο αποτιμάται το μέρος της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, που προέρχεται από τη συμβολή της ενάγουσας συζύγου του ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 600.000 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας ανήλθε στο 1/3 και απορρίπτοντας την ένσταση του εναγομένου ότι η συμβολή εκείνης ήταν μηδενική, υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 600.000 ευρώ ως συμβολή της κατά το 1/3 στην απόκτηση της προαναφερομένης περιουσίας του εναγομένου (1.800.000 Χ 1/3) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, κατά μερική παραδοχή αυτής.
Με τον 1ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού δεν αποτιμώνται σε χρήμα οι υπηρεσίες που προσέφερε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στις επιχειρήσεις του συζύγου της και στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, προκειμένου να κριθεί η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού πράγματι με αυτές αποτιμώνται σε χρήμα οι υπηρεσίες που προσέφερε η ενάγουσα και έτσι δεν στερείται η απόφαση επαρκούς αιτιολογίας στο ζήτημα της συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου αριθ. 8 είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 968/2007).
Εν προκειμένω με τον 2ο λόγο αναιρέσεως εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και έτσι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και ειδικώτερα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προσδιοριστικά της συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, όπως αυτά περιέχονται στο πόρισμα που συνήγαγε το δικαστήριο από τις αποδείξεις, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ιστορική βάση της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον κατά τα προλεχθέντα "πράγματα" δεν είναι το περιεχόμενο των αποδείξεων τις οποίες το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα χωρίς να υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο και από τις οποίες άντλησε τα πραγματικά επιχειρήματα για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής, χωρίς να επέλθει καμία μεταβολή της βάσης της.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 11α, 12 και 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να αποδεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Εν προκειμένω με το 3ο λόγο αναιρέσεως και κατά τα τρία μέρη του αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τις άνω διατάξεις και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, προς απόδειξη της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της επίδικης περιουσίας του εναγομένου, έλαβε υπόψη τις υπ' αρ. 1673/2002, 2207/2002 και 790/2005 τελεσίδικες αποφάσεις που εκδόθηκαν σε άλλες δίκες μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες ήταν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, δέχθηκε ότι αυτές έχουν ως προς τις αιτιολογίες τους στη δεσμευτική αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των 1ης και 3ης των ανωτέρω αποφάσεων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για τα δύο πρώτα μέρη του και απαράδεκτος για το τρίτο μέρος του καθόσον 1) οι ανωτέρω τρείς αποφάσεις ήταν επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, μη απαγορευμένης της λήψης υπόψη από το Εφετείο από καμία διάταξη, 2) το Εφετείο συνεκτίμησε τις εν λόγω αποφάσεις, μαζί με τα άλλα προσκομισθέντα έγγραφα για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και 3) οι άνω αποφάσεις δεν είναι έγγραφα επιδεικτικά παραμορφώσεως κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.
ΕΠΕΙΔΗ κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικώτερα όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, το οποίο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι όλων για κάθε τι που βεβαιώνεται σ' αυτό, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος για την βεβαίωση αυτή (ΑΠ 1698/1980, 330/1970).
Εν προκειμένων με τον 4ο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παρέβη τους ορισμούς του νόμου σε σχέση προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, μη θεωρήσαν ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη, το υπ' αριθ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγέλου Σαρρή, που αφορά το 1ο επίδικο ακίνητο και στο οποίο βεβαιώνεται ότι αυτό εξαιρέθηκε της φορολογίας, γιατί αγοράσθηκε με βάση τις διατάξεις του Ν.Δ. 1084/1971 δηλαδή με εισαγωγή συναλλάγματος γενομένη από τον εναγόμενο, και ως εκ τούτου ουδεμία συμβολή υπήρξε της ενάγουσας στην αγορά αυτή γενομένη αποκλειστικά και μόνον με χρήματα του εναγομένου - αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί κατά τα προαναφερθέντα ο ανωτέρω συμβολαιογράφος δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιος για την υπ' αυτού γενομένη ως άνω βεβαίωση.
ΕΠΕΙΔΗ η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνοντα υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημοσία τάξη (ΑΠ 1316/1992).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον 5ο λόγο αναιρέσεως εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 216 ΚΠολΔ δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, από το οικείο εφετήριο δεν προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός για αοριστία του δικογράφου της αγωγής προτάθηκε στο δ/ριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-06 αίτηση, του ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 2274/06 αποφάσεως του Εφετείου Θ/νίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ