Legislator Case Law & Legislation
759/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that plaintiff failed to prove original acquisition of land title.

Case Number 759/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by multiple heirs against a first-instance judgment regarding land ownership. The appellants argued the lower court erred in fact-finding by ignoring a deed stating the land came from inheritance, claiming the plaintiff lacked original title acquisition. The court held that the lower court properly evaluated all evidence, including the deed, and its assessment of the plaintiff's failure to prove original acquisition was not subject to appeal under Article 561 of the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was dismissed, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556, 561 of the Civil Procedure Code: An appeal against a judgment on the merits is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence or factual findings, as such assessments are not subject to review on appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence original acquisition of title factual findings review civil procedure code land ownership dispute court assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 556 of the Civil Procedure Code
Article 561 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191 of the Civil Procedure Code
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 759 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 759/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Β. κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, ατομικά και ως νόμιμου εκ διαθήκης κληρονόμου και καθολικού διαδόχου της αποβιωσάσης στις 9-2-2020 Ε. συζ. Β. Σ., ..., 2) Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 3) Γ. Β. του Ι., κατοίκου ... 4) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Ε. Σ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, 6) Ε. Π. του Π. και της Ε. Σ., κατοίκου ... Αττικής, 7) Χ. Π. του Π. και της Ε. Σ., κατοίκου ... Αττικής, ως διαδόχων η 5η, 6η και 7η, κατόπιν δωρεάς εν ζωή της ψιλής κυριότητας και επελθόντος θανάτου του αρχικώς ενάγοντος- επικαρπωτή Α. Σ. του Ι., κατοίκου .... Άπαντες οι ως άνω αναιρεσείοντες, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Παπαθανασίου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2009 αγωγή της αποβιωσάσης Ε. συζ. Β. Σ. και του ήδη α' αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 11-1-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.

Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού και των άρθρων 68, και 557 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του για αναίρεση.

Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττόμενη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν, δηλαδή, αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για την νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ. 1 του Α.Κ., το οποίο, ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομίας και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η κληρονομία, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, μεταβιβάζεται από την επαγωγή στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, κατά το αναλογούν, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ποσοστό, επιφυλασσομένου σ' αυτούς του δικαιώματος της αποποιήσεως της επαχθείσας κληρονομίας, οι οποίοι καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.

Από αυτά παρέπεται ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συνδέουσα αυτούς και τον αποβιώσαντα συγγενική σχέση, δυνάμει της οποίας αυτοί καθίστανται, κατά το νόμο, κληρονόμοι του αποβιώσαντος. Στον αντίδικο τους δε αναιρεσίβλητο εναπόκειται, να αμφισβητήσει την ιδιότητα τούτων ως κληρονόμων, οπότε αυτή εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το Δικαστήριο (Α.Π 470/2023, Α.Π. 280/2019, Α.Π. 401/2018, Α.Π. 311/2009).

Εξάλλου με τις παρ. 1 έως 3 της διάταξης του άρθρου 225 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: 1) Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, 2) Η μεταβίβαση του επίδικου δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη.

Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση, 3) Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο δικαίωμα δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο (ΑΠ 1028/2010). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αναίρεση μπορούν να ασκήσουν αυτοτελώς και παραλλήλως, τόσο ο μεταβιβάσας το πράγμα ή το δικαίωμα αρχικός διάδικος, όσο και ο προς ον η μεταβίβαση, εφόσον αυτός έγινε ειδικός διάδικος μετά την άσκηση της αγωγής (Α.Π 1597/2018,ΑΠ 1882/2008, ΑΠ 389/2007).

Η υπό κρίση από 11-1-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 29/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η από 11-3-2013 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 13/2013 έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και το από 24-2-2014 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 45/2014 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 34/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, την οποία εξαφάνισε κράτησε την υπόθεση και συνεκδίκασε τις α) από 22-5-2009 και υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 71/2009, β) την από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 70/2009, γ)την από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 69/2009 και δ) την από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 68/2009, αναγνωριστικές κυριότητας αγωγές και διόρθωσης των ανακριβών αρχικών εγγραφών και των κτηματολογικών αποσπασμάτων, τις οποίες απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Από τα προσκομιζόμενα από τον πρώτο αναιρεσείοντα έγγραφα (από 14-2-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Γλυφάδας, υπ'αριθμ 2818/20-11-2017 δημόσια διαθήκη της Ε. χήρας Β. Σ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Δημητρίου Ηλιάκη, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και η ...

πράξη αποδοχής κληρονομίας του Γ. Σ. του Β. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φλώρας Δημ. Τζιτζίφα) αποδεικνύεται ο θάνατος της πρώτης ενάγουσας της από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 71/2009 αγωγής, Ε. συζ. Β. Σ., μετά την συζήτηση της έφεσης του εναγόμενου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η συγγενική σχέση του δεύτερου ενάγοντα της πιο πάνω αγωγής και πρώτου αναιρεσείοντα με αυτήν (υιός της), καθώς και ότι ο πρώτος αναιρεσείων καθίσταται κληρονόμος εκ διαθήκης της ως άνω αποβιωσάσης επί των 5/8 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου.

Επίσης από τα προσκομιζόμενα από τις πέμπτη, έκτη και έβδομη αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι αυτές απέκτησαν την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου του αρχικού διαδίκου ενάγοντα της από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 68/2009 αγωγής Α. Σ., μετά την έναρξη της δίκης που ανοίχθηκε με την αγωγή αυτή (ως προς την ψιλή κυριότητα).

Ειδικότερα, ο αρχικός ενάγων Α. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρίστου Αθανασίου Σπανόπουλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στο οικείο κτηματολογικό γραφείο (δια του οποίου επαναλήφθηκε με τους ίδιους όρους το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου) προέβη σε δωρεά εν ζωή προς την πέμπτη αναιρεσείουσα (κόρη του) ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του επιδίκου, παρακρατώντας ισοβίως υπέρ εαυτού την επικαρπία.

Ομοίως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρίστου Αθανασίου Σπανόπουλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στο οικείο κτηματολογικό γραφείο (δια του οποίου επαναλήφθηκε με τους ίδιους όρους το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου) προέβη σε δωρεά εν ζωή προς τις έκτη και έβδομη των αναιρεσειουσών (εγγονές του) ποσοστού εις έκαστη 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας, παρακρατώντας ισοβίως υπέρ εαυτού την επικαρπία.

Κατά συνέπεια δυνάμει των ανωτέρω συμβολαίων δωρεάς εν ζωή οι πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσειουσών απόκτησαν επί του επιδίκου την ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη. Εν συνεχεία ο ήδη δικαιοπάροχος τους Α. Σ. (αρχικώς ενάγων) απεβίωσε στις 2-1-2021 (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Αγίας Παρασκευής) και κατά συνέπεια με τον θάνατό του η παρακρατήσασα εν ζωή επικαρπία αυτοδικαίως συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα και συνεπώς οι ως άνω αναιρεσείουσες έχουν την πλήρη κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη.

Επομένως, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274, οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες: α) στις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξούσιαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ, τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ, δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ, βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξούσιαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως την 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.

της 21-6/3-ΤΙ 837 "περί διακρίσεων δημοσίων κτημάτων" περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου" ως ειδικού τίτλου στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνον από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο οριοθεσία της Στερεός και των νήσων, διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμενοι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".

Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα, οι γαίες των νήσων αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1,2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα από τους μέχρι τότε κυρίους αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια τα ακίνητα των νησιών αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως.

Τούτο όμως συμβαίνει εφ' όσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάσθηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού κράτους με τα προαναφερόμενα πρωτόκολλα και τη συνθήκη, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο Ελληνικό κράτος χωρίς καμία αποζημίωση.

Τούτο επιβεβαιώνεται και από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται, ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 445/2020, 1830, 160/2014). Σύμφωνα δε με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ.

α και β και 74 του ν. 998/1979 στις νήσους των Κυκλάδων δεν ισχύει το τεκμήριο της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων.(Α.Π 23/2021), που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις Κυκλάδες μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά πρέπει το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε τρόπο (ΑΠ 23/2021, 567/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Κατά την διάταξη αυτή, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικώς μόνον αν αυτά αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, με την έννοια της εξειδικεύσεως αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής εις αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.(Ολ.

Α.Π 1/2013). Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.1/1999, Α.Π 846/2023). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.9/2016).

Τέλος, εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 370/2020).

Επίσης, αναίρεση επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ. Πολ.Δ. "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (Α.Π 978/2020).

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π 284/2023).

Για την πληρότητα δε, από τον αριθμ. 11γ του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 901/2019, 675/2019), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 960/2017).

Ακόμη, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό, από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Α.Π 1142/2022, Α.Π 559/2022,ΑΠ 1416/2017, ΑΠ 640/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού 17.444,07 τμ, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης εμβαδού 19.214 τμ, κείμενης στη θέση "Βλυχάδα", περιοχής Μεγαλοχωρίου Θήρας, που έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ..., ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου.

Την επίδικη έκταση διεκδικούν τέσσερις διαφορετικοί διάδικοι, και πιο συγκεκριμένα α) η Ε. συζ. Β. Σ. και ο Γ. Σ. του Β. ισχυρίζονται ότι είναι συγκύριοι κατά 5/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος ενός τμήματος της έκτασης, εμβαδού 2.100,928 τμ, που απεικονίζεται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Κ. με αριθμούς ... και άσκησαν προς τούτο την από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 71/2009 αγωγή τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών αρχικών εγγραφών και των κτηματολογικών αποσπασμάτων, β) ο Π. Β. του Ι. και ο Γ.

Β. του Ι. ισχυρίζονται ότι είναι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας συγκύριοι δύο εδαφικών τμημάτων της έκτασης, εμβαδού 3.789,66 τμ και 2.831,29 τμ, που απεικονίζονται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ. με αριθμούς ... αντίστοιχα και άσκησαν προς τούτο την από 22-5-2009 και υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 70/2009 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών αρχικών εγγραφών και των κτηματολογικών αποσπασμάτων, γ) ο Δ. Κ. του Γ. ισχυρίζεται ότι είναι κύριος τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 5.647,12 τμ, που απεικονίζεται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Κ. με αριθμούς ... και άσκησε προς τούτο την από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 69/2009 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών αρχικών εγγραφών και των κτηματολογικών αποσπασμάτων, δ) ο Α. Σ. του Ιακώβου ισχυρίζεται ότι είναι κύριος τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 3.076,07 τμ, στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Κ. με αριθμούς ... και άσκησε προς τούτο την από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 68/2009 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών αρχικών εγγραφών και των κτηματολογικών αποσπασμάτων. Α) Επί της αγωγής των Ε. συζ. Β. Σ.

και Γ. Σ. του Β. κατά του Ελληνικού Δημοσίου απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Το επίδικο αποτελεί έκταση, εμβαδού 2.100,928 τμ, που απεικονίζεται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ. με αριθμούς .... Περαιτέρω, απεδείχθη ότι στις 8-3-1957 απεβίωσε στο Μεγαλοχώρι Θήρας, η Α. σύζυγος Μ. Β., το γένος Γ.

Σ.., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου α) από το σύζυγό της Μιχαήλ Βάλβη κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, β) από την πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και γ) από τον Ι. Β. του Μ., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θήρας Ειρήνης Βαξάλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω κληρονόμοι απεδέχθησαν την κληρονομιά της συζύγου και μητέρας τους, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και "ένας αγρός κείμενος στη θέση "Βλυχάδα" περιοχής της Κοινότητας Μεγαλοχωρίου Θήρας, με το όνομα "Πλατύναμος", εκτάσεως μίας και μισής (11/2) ζευγαριάς, συνορευόμενος με κτήματα Γεωργίου Σ., Α.

Σ. και με την παραλία", ο οποίος περιήλθε στην κληρονομούμενη, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θήρας Γεωργίου Αλαφούζου, νόμιμα μεταγεγραμμένου. Με το ανωτέρω υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θήρας Γεωργίου Αλαφούζου η δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας-εφεσίβλητης Α.

συζ. Μ. Β., το γένος Γ. Σ.. αγόρασε από τους Γ. Γ. Δ., Ι. Γ. Δ., Π. συζ. Χ. Κ., το γένος Γ.. Δ.. και Α. Γ. Δ. "ένα αγρό, πρώην αμπελώνα, κείμενο στη θέση "Βλυχάδα" περιοχής της Κοινότητας Μεγαλοχωρίου του τέως Δήμου Εμπορείου Θήρας, ονόματι "Πλατύναμος", εκτάσεως μίας και ημισείας ζευγαριάς, συνορευμένο με κτήματα Γ. Σ.., Α..

Σ.., Ι. Σ. και με παράλιά, περιελθόντος εις αυτούς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του κατά του έτος 1928 αποβιώσαντος πατρός τους Γ. Δ.". Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. 3377/3-2-2000 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θήρας Ειρήνης Βαξάλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ιωάννης Βάλβης του Μιχαήλ, που όπως εκτέθηκε κληρονόμησε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου με την υπ' αριθμ. ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, δώρισε στον δεύτερο ενάγοντα-εφεσίβλητο με δωρεά εν ζωή το ποσοστό του 3/8 εξ αδιαιρέτου του άνω αγρού. Στο άνω δωρητήριο συμβόλαιο, ο αγρός αυτός εμφανίζεται να έχει εμβαδόν 7.945,77 τμ, εκ των οποίων τμήμα εμβαδού 5.594,66 τμ αποτελεί βατό τμήμα και τμήμα εμβαδού 2.351,11 τμ αποτελεί μη βατό τμήμα και απεικονίζεται στο από Φεβρουάριου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Βασίλη Χατζηπέτρου με τα στοιχεία ....

Επίσης, απεδείχθη ότι στις 29-1-1999 απεβίωσε στο Εμπορείο Θήρας ο Μιχαήλ Βάλβης του Ιωάννη και κατέλιπε την από 25-11-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Νάξου, δυνάμει του υπ' αριθμ. 76/23-9-1999 πρακτικού δημοσιεύσεως του Δικαστηρίου αυτού, αφήνοντας το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου στην πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη, η οποία απεδέχθη την κληρονομιά αυτή δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σαντορίνης Ειρήνης Βαξάλη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Εξάλλου, απεδείχθη ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, οι ενάγοντες δήλωσαν το ακίνητο στο Εθνικό Κτηματολόγιο, και έλαβε ΚΑΕΚ ... με εμβαδόν 5.875 τμ, πλην όμως οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η καταχώρηση αυτή είναι λανθασμένη, δεδομένου ότι ανήκει σ' αυτούς εκτός του ορθά καταχωρηθέντος τμήματος και τμήμα του ΚΑΕΚ ..., που καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και απεικονίζεται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Κ. με αριθμούς .... Από τα ανωτέρω συμβόλαια, πλήρως απεδείχθη ότι η ιδιοκτησία των εναγόντων, όπως κληρονομήθηκε από αυτούς και περιγράφεται στον τίτλο της δικαιοπαρόχου τους (υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θήρας Γεωργίου Αλαφούζου), ήταν αγρός, πρώην αμπελώνας, εκτάσεως 1 1/2 ζευγαριάς, ήτοι καλλιεργήσιμη γη, εμβαδού περίπου 4 1/2 στρέμματα έως 5 στρέμματα (μία ζευγαριά αντιστοιχεί σε τρία στρέμματα).

Αντίθετα, το επίδικο τμήμα, αφορά πρανές (ντράφο), που καταλήγει στην παραλία, είναι διαβρωμένο και σε όλο το μήκος του δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη κάποιας μορφής ανθρωπογενούς παρέμβασης, δεν έχει ίχνη καλλιέργειας, είναι χέρσο, έχει έντονη κλίση και δεν είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί ως αμπελώνας, ή για οτιδήποτε άλλο (βλ.

από 18-10-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Η. Κ.).Η άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ενισχύεται ως προς το φύση της μορφολογίας του εδάφους του επιδίκου και από την τεχνική έκθεση της δασολόγου Χ. Κ., η οποία αναγράφει ότι "το επίδικο αποτελεί τμήμα πρανούς, χωρίς ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας, όπου λόγω κλίσης και σύστασης (βραχώδες-πετρώδες) ούτε καλλιεργήθηκε, ούτε θα μπορούσε να καλλιεργηθεί".

Το γεγονός ότι το επίδικο αποτελεί πρανές (μη βατό τμήμα εδάφους) αναγράφεται και στο υπ' αριθμ. 3377/3-2-2000 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θήρας Ειρήνης Βαξάλη, με το οποίο ο δεύτερος ενάγων απέκτησε το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του επιδίκου. Επιπλέον, από τον αρχικό τίτλο της δικαιοπαρόχου των εναγόντων (570/1946 συμβόλαιο), όπου το ακίνητο ιδιοκτησίας της είναι 1 1/2 ζευγαριά, και πρώην αμπελώνας, έως το εμβαδόν και τη μορφολογία εδάφους που παρουσιάζεται με τη σύγχρονη καταμέτρηση και περιγραφή (7.976,43 τμ) και μη βατό τμήμα, προκύπτει ευκρινώς ότι οι ενάγοντες επέκτειναν την ιδιοκτησία τους προς το μέρος της θάλασσας, καταλαμβάνοντας το επίδικο που αποτελεί πρανές και επομένως δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, αφού η αρχική δικαιοπάροχός τους Α.

συζ. Μ. Β., το γένος Γ. Σ. δεν ήταν κυρία αυτού, αλλά μόνο του αγρού-αμπελώνα, που ήταν καλλιεργήσιμη και μικρότερη έκταση. Το επίδικο οι ενάγοντες το ενσωμάτωσαν στην ήδη υπάρχουσα ιδιοκτησία τους και το περιέλαβαν στους πρόσφατους τίτλους τους (3377/2000 και 3365/2000 άνω συμβόλαια). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα περιγραφόμενα όρια στο υπ' αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θήρας Γεωργίου Αλαφούζου, που οριοθετεί τη μία πλευρά του ακινήτου με παραλία, αφού η οριοθέτηση αυτή έχει την έννοια ότι το ακίνητο βλέπει προς την παραλία, η οποία βρίσκεται στο πόδι του πρανούς και σε μικρή απόσταση από αυτό. Μάλιστα, επί του ακινήτου αυτού εκδόθηκε, κατόπιν προσφυγής του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου η υπ' αριθμ. 29077/4/25/65 απόφαση της Β βάθμιας Επιτροπής, η οποία έκρινε ότι "το επίδικο ακίνητο, μετά την απελευθέρωση δεν ανήκε στην κυριότητα κάποιου προσώπου και έτσι περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως αδέσποτο".

Τα ανωτέρω, επίσης, ουδόλως αναιρούνται από το υπ' αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάνου Μιχαήλ Ζάννου, με το οποίο εμφαίνεται ο Α. Ι. Σ. να δωρίζει αιτία θανάτου προς τον Ι. Α. Σ. τέσσερις αμπελώνες, εκτάσεως 5 1/2 ζευγαριές στην περιοχή αυτή, που έχουν όριο τη θάλασσα, αφού κρίνεται ότι οι αγροί αυτοί (πρώην αμπελώνες) δεν περιελάμβαναν το επίδικο πρανές, αλλά αφορούσαν την εκτός του πρανούς καλλιεργήσιμη έκταση.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επιδίκου, που απεικονίζουν το πρανές (γκρεμό) που καταλήγει στη θάλασσα, ενώ επιπλέον ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυς των εναγόντων Β. Β. κατέθεσε ότι το ακίνητο των εναγόντων καλλιεργούταν ανέκαθεν, γεγονός που φανερώνει τις πράξεις νομής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους στην λοιπή καλλιεργήσιμη έκταση του ακινήτου των εναγόντων, που ορθά έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο και όχι στο επίδικο πρανές, του οποίου η καλλιέργεια είναι αδύνατη.

Σημειώνεται ότι και η μάρτυρας ... στην υπ' αριθμ. 2891/2007 ένορκη βεβαίωσή της, η μάρτυρας ... στην υπ' αριθμ. 29832/2007 ένορκη βεβαίωσή της, αλλά και ο Β. Β. του Ε. στην υπ' αριθμ. 2890/2007 ένορκη βεβαίωσή του, καταθέτουν για την επί πολλά έτη καλλιέργεια του ακινήτων των εναγόντων, κάτι που δεν αμφισβητείται ως προς την λοιπή, πλην του επιδίκου πρανούς, έκταση.

Με βάση τα άνω εκτεθέντα, κρίνεται ότι η υπάρχουσα κλίση του πρανούς, η σύσταση του εδάφους, οι πνέοντες στην περιοχή δυνατοί άνεμοι, οι οποίοι πλήττουν την απότομη επιφάνεια του πρανούς, σε συνδυασμό με την οφειλόμενη στην επίδραση των φυσικών παραγόντων (βροχή, άνεμος, διαφορά θερμοκρασίας) διάβρωση και διολίσθηση του εδάφους αυτού, καθιστά αδύνατη την οποιαδήποτε αγροτική εκμετάλλευσή του και λόγω του χαρακτηριστικών αυτών δεν ήταν δυνατόν να εξουσιασθεί και ουδέποτε πράγματι εξουσιάσθηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη και με την έννοια αυτή δεν απετέλεσε αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος, το οποίο μετελίχθηκε σε κυριότητα, δηλαδή το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας.

Ως εκ τούτου, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, δεδομένου ότι και στα νησιά των Κυκλάδων, όπως η Θήρα, οι εκτάσεις αυτές παρέμεναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάσθηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού.

Το επίδικο, επομένως, αποτελεί δημόσια έκταση και το Δημόσιο θεωρείται νομέας αυτού, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτής καμία πράξη νομής. Σύμφωνα, όμως, με τα αναφερόμενα στην άνω νομική σκέψη, και επί των δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, εφόσον η τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.9.1915.

Εν προκειμένω, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν πρωτότυπό τρόπο κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους τους, που να ανάγεται σε τριάντα έτη πριν το έτος 1915, αφού η νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Γ. Δ. ανάγεται στο έτος 1928 και αφορά την καλλιεργήσιμη έκταση και όχι τα πρανή. Επομένως, κύριος και νομέας του επιδίκου μετά τον περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδας Αγώνα και μέχρι το 1915, που ήταν εφικτή η χρησιδεσποτεία των δημοσίων κτημάτων αλλά και εφεξής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, κύριος και νομέας και μάλιστα ανεξάρτητα από την άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού, ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το επίδικο αποτελούσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας και αποκτήθηκε από τους ενάγοντες με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης και του πρώτου πρόσθετου λόγου έφεσης περί κυριότητας του επιδίκου από το εναγόμενο δικαιώματι πολέμου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων έφεσης και των λοιπών πρόσθετων λόγων έφεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το ακίνητο αυτό, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί κατ' ουσίαν η από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 71/2009 αγωγή και να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη.

Β) Επί της αγωγής των Π. Β. του Ι. και Γ. Β. του Ι., απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Τα επίδικα ακίνητα, αφορούν δύο τμήματα και συγκεκριμένα το πρώτο έχει επιφάνεια 3.788,66 τμ και απεικονίζεται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ. με αριθμούς ... και το δεύτερο έχει επιφάνεια 2.831,29 τμ και απεικονίζεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ...

Περαιτέρω, απεδείχθη ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 9650/1995 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Αναγνωσταλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου την κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 12.018,89 τμ, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Μεγαλοχωρίου Θήρας, στη θέση "Ξεκοφτά" (Βλυχάδας) και απεικονίζεται με τον αριθμό 3 και περιμετρικά με τους αριθμούς ...

στο από Οκτωβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Κ./νου Δ., ανατολικά με έτερη ιδιοκτησία εναγόντων, νοτιοδυτικά με παραλία και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. και Ε. Σ.. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον δικαιοπάροχο πατέρα των εναγόντων Μ. Β. του Ι., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας Αθανασίου Καραθανάση, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο άνω συμβόλαιο το ακίνητο περιγράφεται ως "αγρός, πρώην αμπελώνας, εκτάσεως δύο ζευγαριών ή όσης επιπλέον εκτάσεως είναι, ήτοι 10.500 τμ, ή όσων επί πλέον είναι, και περιήλθε στον πωλητή Ιωάννη Βαφειαδάκη του Στυλιανού, η μεν μία ζευγαριά με αγορά από την Α.

συζ. Γ.. Ν.., το γένος Ν. Ρ., δυνάμει του υπ' αριθμ. 1965/25-2-1949 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας Γεωργίου Αλαφούζου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και έχει όρια με κτήματα Ι. Σ., Π. Δ. και Ε. Α. και η δεύτερη ζευγαριά, με προίκα, συσταθείσας προς αυτόν από τον Γ. Ι. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... προικοσυμβόλαιου του συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάνου Μιχαήλ Ζάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα και έχει όρια τα κτήματα Γ.

Ν., Γ. Δ. και παραλία". Εξάλλου, απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλίκης Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως αυτό διορθώθηκε στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, οι ενάγοντες αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ένα αγροτεμάχιο, ονομαζόμενο "Βάγια" και κείμενο στη θέση "Βλυχάδα" της περιοχής της Κοινότητας Μεγαλοχωρίου, τέως Δήμου Εμπορίου Θήρας, εμβαδού 9.474,80 τμ, που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.

Τ. με τα στοιχεία ..., συνορευόμενο με ιδιοκτησία Κ./νου Δ., με έτερη ιδιοκτησία των εναγόντων, με ιδιοκτησία ..., με ιδιοκτησία Γ. Ν., με κρημνόν προς θάλασσα. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου τους Θ. Σ., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημοσίας διαθήκης του συμβολαιογράφου Θήρας Εμμανουήλ Μητροπία, που δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Σύρου με το υπ' αριθμ. 68/1974 πρακτικό και απεδέχθη την επαχθείσα την κληρονομιά υπ' αριθμ. ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφοι που μεταγράφηκε νόμιμα. Σημειώνεται ότι το ακίνητο αυτό δεν περιλαμβάνεται στα ακίνητα που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάνου Ζάννου, αφού η έκταση των 5 1/2 ζευγαριών που αναφέρεται σε αυτό είναι γειτονική και συνορεύει με κτήματα Ι.

Ι. Σ., που είναι ο δικαιοπάροχος της Θ. συζ. Γ. Σ., το γένος Ι. Σ.. Αντίθετα, το πρώτο ακίνητο περιλαμβάνεται κατά ένα τμήμα του στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάνου Ζάννου, δυνάμει του οποίου ο Γεώργιος Σιγάλας αποκτά "ένα αγρό εκτάσεως μίας ζευγαριάς, πλησιάζοντα με κτήματα Γ. Ν. και Γ.

Δ. και με παραλία". Από τα ανωτέρω συμβόλαια, πλήρως απεδείχθη ότι τα δύο ακίνητα των εναγόντων, όπως το πρώτο κληρονομήθηκε από αυτούς και περιγράφεται στον τίτλο του δικαιοπαρόχου τους (υπ' αριθμ. 9650/1995 πράξη αποδοχής κληρονομιάς) και το δεύτερο αγοράσθηκε από αυτούς (... συμβόλαιο), ήταν αγροί, πρώην αμπελώνες, εκτάσεως δυο ζευγαριών το πρώτο και 8.114 τμ το δεύτερο, ήτοι καλλιεργήσιμες γαίες κατά το μεγαλύτερο μέρος.

Μάλιστα το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που αναφέρεται στο δεύτερο ακίνητο αναγράφει ρητά ως όριο αυτού τον κρημνό προς θάλασσα. Εξάλλου, απεδείχθη ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, οι ενάγοντες δήλωσαν τα ακίνητα στο Εθνικό Κτηματολόγιο, και έλαβαν ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ ... με εμβαδόν 8.203 τμ και 7.578 τμ, πλην όμως οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ανήκει σ' αυτούς και τμήμα του ΚΑΕΚ ..., που καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και απεικονίζονται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Κ. με ... το δεύτερο. Επίσης, απεδείχθη ότι τα δύο επίδικα τμήματα, αφορούν πρανή (ντράφο), που καταλήγουν στην παραλία, είναι διαβρωμένα και σε όλο το μήκος τους δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη κάποιας μορφής ανθρωπογενούς παρέμβασης, δεν έχουν ίχνη καλλιέργειας, είναι χέρσα, έχουν έντονη κλίση και δεν είναι δυνατόν να καλλιεργηθούν ως αμπελώνες, ή για οτιδήποτε άλλο (βλ.

από 18-10-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Η. Κ.). Η άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ενισχύεται ως προς τη φύση της μορφολογίας του εδάφους των επιδίκων και από την τεχνική έκθεση της δασολόγου Χ. Κ., η οποία αναγράφει ότι "τα επίδικα αποτελούν τμήματα πρανούς, χωρίς ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας, όπου λόγω κλίσης και σύστασης (βραχώδες-πετρώδες) ούτε καλλιεργήθηκαν, ούτε θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν".

Επιπλέον, όσον αφορά το πρώτο ακίνητο, από τον αρχικό τίτλο της δικαιοπαρόχου των εναγόντων (... συμβόλαιο), όπου το ακίνητο είναι έκτασης δύο ζευγαριές, και πρώην αμπελώνας, έως το εμβαδόν που παρουσιάζεται με τη σύγχρονη καταμέτρηση (12.018,89 τμ), προκύπτει ευκρινώς ότι οι ενάγοντες επέκτειναν την ιδιοκτησία τους προς το μέρος της θάλασσας, καταλαμβάνοντας το επίδικο που αποτελεί πρανές και επομένως δεν απέκτησαν την κυριότητά του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, αφού ο αρχικός δικαιοπάροχός τους Ι.

Β. του Σ. δεν ήταν κύριος αυτού, αλλά μόνο του αγρού-αμπελώνα, που ήταν καλλιεργήσιμη έκταση. Το επίδικο οι ενάγοντες το ενσωμάτωσαν στην ήδη υπάρχουσα ιδιοκτησία τους και το περιέλαβαν στον πρόσφατο τίτλο τους (9650/1995 πράξη αποδοχής κληρονομιάς). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα περιγραφόμενα όρια στο υπ' αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θήρας Αθανάσιου Καραθανάση, που οριοθετεί τη μία πλευρά του ακινήτου με παραλία, αφού η οριοθέτηση αυτή έχει την έννοια ότι το ακίνητο βλέπει προς την παραλία, η οποία βρίσκεται στο πόδι του πρανούς και σε μικρή απόσταση από αυτό. Όσον αφορά το δεύτερο ακίνητο, εμφαίνεται καθαρά στο υπ' αριθμ. ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ότι το ακίνητο που αγοράσθηκε δεν περιλαμβάνει το επίδικο πρανές, αφού συνορεύει με αυτό, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω. Μάλιστα, επί των ακινήτων αυτών εκδόθηκε, κατόπιν προσφυγής του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου οι υπ' αριθμ. 29077/4/25/68/2003 και 29077/4/25/67/2003 αποφάσεις της Β' βάθμιας Επιτροπής, η οποία έκρινε ότι "τα επίδικα ακίνητα, μετά την απελευθέρωση δεν ανήκαν στην κυριότητα κάποιου προσώπου και έτσι περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως αδέσποτα".

Τα ανωτέρω, επίσης, ουδόλως αναιρούνται από το υπ' αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάνου Μιχαήλ Ζάννου, με το οποίο εμφαίνεται ο Α. Ι. Σ. να δωρίζει αιτία θανάτου προς τον Ι. Α. Σ. τέσσερις αμπελώνες, εκτάσεως 5 1/2 ζευγαριές στην περιοχή αυτή, που έχουν όριο τη θάλασσα, αφού κρίνεται ότι οι αγροί αυτοί (πρώην αμπελώνες) δεν περιελάμβαναν το επίδικο πρανές, αλλά αφορούσαν την εκτός του πρανούς καλλιεργήσιμη έκταση.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των επιδίκων, που απεικονίζουν το πρανές (γκρεμό) που καταλήγει στη θάλασσα, ενώ επιπλέον ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυς των εναγόντων Μ. Σ. του Β. κατέθεσε ότι το ακίνητο των εναγόντων καλλιεργούταν ανέκαθεν, γεγονός που φανερώνει τις πράξεις νομής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους στην λοιπή καλλιεργήσιμη έκταση του ακινήτου των εναγόντων, που ορθά έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο και όχι στο επίδικο πρανές, του οποίου η καλλιέργεια είναι αδύνατη.

Σημειώνεται ότι και η μάρτυρας ... στην υπ' αριθμ. 2891/2007 ένορκη βεβαίωσή της, η μάρτυρας ... στην υπ' αριθμ. 29832/2007 ένορκη βεβαίωσή της, αλλά και ο Β. Β. του Ε. στην υπ' αριθμ. 2890/2007 ένορκη βεβαίωσή του, καταθέτουν για την επί πολλά έτη καλλιέργεια του ακινήτων των εναγόντων, κάτι που δεν αμφισβητείται ως προς την λοιπή, πλην του επιδίκου πρανούς, έκταση.

Με βάση τα άνω εκτεθέντα, κρίνεται ότι η υπάρχουσα κλίση του πρανούς και στα δύο ακίνητα, η σύσταση του εδάφους, οι πνέοντες στην περιοχή δυνατοί άνεμοι, οι οποίοι πλήττουν την απότομη επιφάνεια του πρανούς, σε συνδυασμό με την οφειλόμενη στην επίδραση των φυσικών παραγόντων

(βροχή, άνεμος, διαφορά θερμοκρασίας) διάβρωση και διολίσθηση του εδάφους αυτού, καθιστά αδύνατη την οποιαδήποτε αγροτική εκμετάλλευσή τους και λόγω του χαρακτηριστικών αυτών δεν ήταν δυνατόν να εξουσιασθούν και ουδέποτε πράγματι εξουσιάσθηκαν από οποιονδήποτε ιδιώτη και με την έννοια αυτή δεν απετέλεσαν αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος, το οποίο μετελίχθηκε σε κυριότητα δηλαδή τα επίδικα ακίνητα δεν αποτελούσαν γαίες καθαρής ιδιοκτησίας.

Ως εκ τούτου, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, δεδομένου ότι και στα νησιά των Κυκλάδων, όπως η Θήρα, οι εκτάσεις αυτές παρέμεναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάσθηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού.

Τα επίδικα, επομένως, αποτελούν δημόσια έκταση και το Δημόσιο θεωρείται νομέας αυτών, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής. Σύμφωνα, όμως, με τα αναφερόμενα στην άνω νομική σκέψη, και επί των δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, εφόσον η τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.9.1915.

Εν προκειμένω, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος των επιδίκων από τους δικαιοπαρόχους τους, που να ανάγεται σε τριάντα έτη πριν το έτος 1915, αφού η νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου τους για το πρώτο ακίνητο Ι. Ι. Σ. ανάγεται στο 1927 και του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Ι. Σ. για το δεύτερο ακίνητο στο 1954 και αφορά την καλλιεργήσιμη έκταση και όχι τα πρανή.

Επομένως, κύριος και νομέας των επιδίκων μετά τον περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδας Αγώνα και μέχρι το 1915, που ήταν εφικτή η χρησιδεσποτεία των δημοσίων κτημάτων αλλά και εφεξής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, κύριος και νομέας και μάλιστα ανεξάρτητα από την άσκηση πράξεων νομής επ' αυτών, ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι τα επίδικα αποτελούσαν γαίες καθαρής ιδιοκτησίας και αποκτήθηκαν από τους ενάγοντες με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης και του πρώτου πρόσθετου λόγου έφεσης περί κυριότητας των επιδίκων από το εναγόμενο δικαιώματι πολέμου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων έφεσης και των λοιπών πρόσθετων λόγων έφεσης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τα ακίνητα αυτά, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί κατ' ουσίαν η από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 70/2009 αγωγή και να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη.

Γ) Επί της αγωγής του Δ. Κ. του Γ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Το επίδικο αφορά έκταση 5.647,12 τμ που απεικονίζεται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ. με αριθμούς .... Περαιτέρω, απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 2789/20-10-1998 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων απέκτησε από τον πατέρα του Γ.

Κ., ένα αγρό, εμβαδού 24.354,32 τμ, και μετά νέα καταμέτρηση 30.018.656 τμ, κείμενο στη θέση "Ποταμός" της Κοινότητας Μεγαλοχωρίου Θήρας, που εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από Νοεμβρίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Π. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά με ιδιοκτησία Ι.

Σ., νότια με τράφους και παραλία, νοτιοδυτικά με τράφους και παραλία και δυτικά με ιδιοκτησία Σ.. Εξάλλου, απεδείχθη ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στο δικαιοπάροχο πατέρα του α) κατά ένα μέρος του (δύο ζευγαριές) δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλλίστης Εμμανουήλ Μητροπία, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Στο άνω συμβόλαιο το ακίνητο συνορεύει με ακίνητα Α. Σ., κληρονόμων Δ..Κ., I.. Σ., Μ.. Α. και παραλία, β) κατά μεγάλο μέρος (14.354,32 τμ) από βραχώδες τμήμα που δεν είχε υπολογιστεί αρχικά στην έκταση, που όμως ανήκει στο ακίνητο αυτό, άλλως με χρησικτησία, γ) κατά ένα μέρος (μία ζευγαριά) με βάση το υπ' αριθμ. 14396/8-1-1997 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Θήρας Εμμανουήλ Μητροπία, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Στο άνω συμβόλαιο τα όρια του ακινήτου συνορεύουν με ακίνητα Ζ. Γ. και Π. Δ.. Περαιτέρω, το (γ) μέρος του ακινήτου περιήλθε στον Δ. Κ. (παππού του ενάγοντος) δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θήρας Γεωργίου Αλαφούζου που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο άνω συμβόλαιο το ακίνητο περιγράφεται πρώην αμπελώνας, νυν βοσκότοπος, 1 1/2 ζευγαριά που συνορεύει με κτήματα Ζ.

Γ. και Π. Δ. και παραλία και στον δικαιοπάροχο του Ε. Ι. Μ., περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου προίκας του συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάνου Ζάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στον δε Γεώργιο Σ. είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου

του συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάννου Ζάννου από την Ε. χα Φ.. Εξάλλου, απεδείχθη ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, ο ενάγων δήλωσε το ακίνητο στο Εθνικό Κτηματολόγιο, και έλαβε ΚΑΕΚ ... με εμβαδόν 24.372 τμ, πλην όμως ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ανήκει σ' αυτόν και τμήμα του ΚΑΕΚ ..., που καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και απεικονίζεται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Κ. με αριθμούς .... Από τα ανωτέρω συμβόλαια, πλήρως απεδείχθη ότι η ιδιοκτησία του ενάγοντος, όπως κληρονομήθηκε από αυτόν και περιγράφεται στον τίτλο του (υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θήρας Ειρήνης Βαξάλη), ήταν αγρός, πρώην αμπελώνας, εκτάσεως τριών ζευγαριών, ήτοι καλλιεργήσιμη γη, εμβαδού περίπου 9 στρέμματα (μία ζευγαριά αντιστοιχεί σε τρία στρέμματα), ενώ το εμβαδόν του ακινήτου του ενάγοντος είναι 30.018,66 τμ, στο οποίο περιλαμβάνονται και 14.354,32 τμ για τα οποία δεν υπάρχει κάποιο συμβόλαιο και επιπλέον ρητά αναγράφεται στον άνω τίτλο του ενάγοντος ότι νότια και νοτιοδυτικά συνορεύει με τράφους (πρανές) και παραλία, άρα το όριο είναι το πρανές.

Επίσης, απεδείχθη ότι, το επίδικο τμήμα αφορά πρανές (ντράφο), που καταλήγει στην παραλία, είναι διαβρωμένο και σε όλο το μήκος του δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη κάποιας μορφής ανθρωπογενούς παρέμβασης, δεν έχει ίχνη καλλιέργειας, είναι χέρσο, έχει έντονη κλίση και δεν είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί ως αμπελώνας, ή για οτιδήποτε άλλο (βλ.

από 18-10-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Η. Κ.). Η άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ενισχύεται ως προς το φύση της μορφολογίας του εδάφους του επιδίκου και από την τεχνική έκθεση της δασολόγου Χ. Κ., η οποία αναγράφει ότι "το επίδικο αποτελεί τμήμα πρανούς, χωρίς ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας, όπου λόγω κλίσης και σύστασης (βραχώδες-πετρώδες) ούτε καλλιεργήθηκε, ούτε θα μπορούσε να καλλιεργηθεί".

Επιπλέον, από τον αρχικό τίτλο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος (... και 14396/1977 συμβόλαια), όπου το ακίνητο ιδιοκτησίας του είναι 3 ζευγαριές, και πρώην αμπελώνας, έως το εμβαδόν που παρουσιάζεται με τη σύγχρονη καταμέτρηση (30.018,66 τμ), προκύπτει ευκρινώς ότι ο ενάγων επέκτεινε την ιδιοκτησία του προς το μέρος της θάλασσας, καταλαμβάνοντας το επίδικο που αποτελεί πρανές και επομένως δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, αφού ο δικαιοπάροχός του Γ.

Κ. δεν ήταν κύριος αυτού, αλλά μόνο του αγρού-αμπελώνα, που ήταν καλλιεργήσιμη έκταση. Το επίδικο ο ενάγων το ενσωμάτωσε στην ήδη υπάρχουσα ιδιοκτησία του και το περιέλαβε στον πρόσφατο τίτλο του (... άνω συμβόλαιο). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα περιγραφόμενα όρια στο υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Καλλίστης Εμμανουήλ Μητροπία, που οριοθετεί τη μία πλευρά του ακινήτου με παραλία, αφού η οριοθέτηση αυτή έχει την έννοια ότι το ακίνητο βλέπει προς την παραλία, η οποία βρίσκεται στο πόδι του πρανούς και σε μικρή απόσταση από αυτό.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επιδίκου, που απεικονίζουν το πρανές (γκρεμό) που καταλήγει στη θάλασσα, ενώ επιπλέον ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυς του ενάγοντος Π. Β. του Ι. κατέθεσε ότι το ακίνητο του ενάγοντος καλλιεργούταν ανέκαθεν, γεγονός που φανερώνει τις πράξεις νομής του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του στην λοιπή καλλιεργήσιμη έκταση του ακινήτου του ενάγοντος, που ορθά έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο και όχι στο επίδικο πρανές, του οποίου η καλλιέργεια είναι αδύνατη.

Σημειώνεται ότι και η μάρτυρας ... στην υπ' αριθμ. 2891/2007 ένορκη βεβαίωσή της, η μάρτυρας ... στην υπ' αριθμ. 29832/2007 ένορκη βεβαίωσή της, αλλά και ο Β. Β. του Ε. στην υπ' αριθμ. 2890/2007 ένορκη βεβαίωσή του, καταθέτουν για την επί πολλά έτη καλλιέργεια του ακινήτων του ενάγοντος, κάτι που δεν αμφισβητείται ως προς την λοιπή, πλην του επιδίκου πρανούς, έκταση.

Με βάση τα άνω εκτεθέντα, κρίνεται ότι η υπάρχουσα κλίση του πρανούς, η σύσταση του εδάφους, οι πνέοντες στην περιοχή δυνατοί άνεμοι, οι οποίοι πλήττουν την απότομη επιφάνεια του πρανούς, σε συνδυασμό με την οφειλόμενη στην επίδραση των φυσικών παραγόντων (βροχή, άνεμος, διαφορά θερμοκρασίας) διάβρωση και διολίσθηση του εδάφους αυτού, καθιστά αδύνατη την οποιαδήποτε αγροτική εκμετάλλευσή του και λόγω του χαρακτηριστικών αυτών δεν ήταν δυνατόν να εξουσιασθεί και ουδέποτε πράγματι εξουσιάσθηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη και με την έννοια αυτή δεν απετέλεσε αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος, το οποίο μετελίχθηκε σε κυριότητα δηλαδή το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας.

Ως εκ τούτου, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, δεδομένου ότι και στα νησιά των Κυκλάδων, όπως η Θήρα, οι εκτάσεις αυτές παρέμεναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάσθηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού.

Το επίδικο, επομένως, αποτελεί δημόσια έκταση και το Δημόσιο θεωρείται νομέας αυτού, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτής καμία πράξη νομής. Σύμφωνα, όμως, με τα αναφερόμενα στην άνω νομική σκέψη, και επί των δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, εφόσον η τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.9.1915.

Εν προκειμένω, ο ενάγων δεν απέδειξε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους τους, που να ανάγεται σε τριάντα έτη πριν το έτος 1915, αφού η νομή της απώτερου δικαιοπαρόχου του Ε. Σ. ανάγεται στο έτος 1928 και αφορά την καλλιεργήσιμη έκταση και όχι τα πρανή. Επομένως, κύριος και νομέας του επιδίκου μετά τον περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδας Αγώνα και μέχρι το 1915, που ήταν εφικτή η χρησιδεσποτεία των δημοσίων κτημάτων αλλά και εφεξής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, κύριος και νομέας και μάλιστα ανεξάρτητα από την άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού, ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το επίδικο αποτελούσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας και αποκτήθηκε από τον ενάγοντα με παραγωγό και πρωτότυπο τρόπο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης και του πρώτου πρόσθετου λόγου έφεσης περί κυριότητας του επιδίκου από το εναγόμενο δικαιώματι πολέμου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων έφεσης και των λοιπών πρόσθετων λόγων έφεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το ακίνητο αυτό, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί κατ' ουσίαν η από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 69/2009 αγωγή και να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη.

Δ) Επί της αγωγής του Α. Σ. του Ι. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Το επίδικο εμφαίνεται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ. με αριθμούς .... Περαιτέρω, απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Σπανόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγών απέκτησε ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου "ενός αγροαμπελώνα, κείμενου εις θέσιν "Πλατιές" ή "Βλυχάδα" της κτηματικής περιφερείας της Κοινότητας Μεγαλοχωρίου, του τέως Δήμου Εμπορείου της νήσου Θήρας, εκτάσεως 23.097,75 τμ, ή όσης έκτασης ήθελε είναι πλέον ή έλαττον, εμφαινόμενος από Σεπτεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Κ., συνορευόμενον βορείως και βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία αγνώστου, δυτικώς εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου, και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Κ., νοτίως και νοτιοδυτικώς με απόκρημνον πλευράς (τράφον) και πέραν τούτου με αιγιαλόν και ανατολικώς εν μέρει με ιδιοκτησίας Ι. Β. και εν μέρει με ιδιοκτησίαν αγνώστου".

Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2286/1995 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Σπανόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων και τα αδέλφια του Ε. Σ. του Ι. και Γ. Σ. του Ι. απεδέχθησαν την κληρονομιά του πατέρα τους Ι. Σ. του Αντωνίου και δη το 60% του άνω ακινήτου, κατά ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ακολούθως δυνάμει του υπ' αριθμ. 2287/7-2-1995 πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου άνω συμβολαιογράφου τα αδέλφια του ενάγοντος πώλησαν σ' αυτόν τον 40% εξ αδιαιρέτου του μεριδίου τους επί του ακινήτου και έτσι ο ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτού.

Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον Ι. Α. Σ. με το υπ' αριθμ. 12007/1-8-1934 δωρητήριο αιτία θανάτου συμβόλαιο, με βάση το οποίο ο Α. Ι. Σ. δώρισε στον υιό του Ιάκωβο "τέσσερις συνεχόμενους αμπελώνες, εκτάσεως 5 1/2 ζευγαριές, συνορευόμενους με κτήματα Γ. Δ., Ι.. Ι.. Σ.., Γ. Α., Ν. Β., Ι. Σ. και παραλία". Οι άνω αμπελώνες είχαν περιέλθει στην ιδιοκτησία του Α.

Ι. Σ., παππού του ενάγοντος α) δυνάμει του υπ' αριθμ. 1676/1910 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ζανή Βιδιάνου, β) δυνάμει του υπ' αριθμ. 93/5-1-1918 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλλίστης Γεωργίου Αλαφούζου, γ) δυνάμει του υπ'αριθμ. ... πωλητηρίων συμβολαίων του ίδιου συμβολαιογράφου. Εξάλλου, απεδείχθη ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, ο ενάγων δήλωσε το ακίνητο στο Εθνικό Κτηματολόγιο, και έλαβε ΚΑΕΚ ...

με εμβαδόν 23.110 τμ, πλην όμως ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ανήκει σ' αυτόν και τμήμα του ΚΑΕΚ ..., που καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και απεικονίζεται στο από 22-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ. με αριθμούς .... Από τα ανωτέρω συμβόλαια, πλήρως απεδείχθη ότι η ιδιοκτησία του ενάγοντος, όπως κληρονομήθηκε από αυτόν και περιγράφεται στους τίτλους του (υπ' αριθμ. 24216/1988, 2286/1995, 2287/1995 άνω συμβόλαια), ήταν αγρός-αμπελώνας, εκτάσεως 5 1/2 ζευγαριών, άλλως 23.097,75 τμ ήτοι καλλιεργήσιμη γη, ενώ το εμβαδόν του ακινήτου του ενάγοντας είναι 26.185,96 τμ, και επιπλέον ρητά αναγράφεται στους άνω τίτλους του ενάγοντος ότι το ακίνητο νότια και νοτιοδυτικά συνορεύει με απόκρημνη πλευρά (τράφο) και πέραν τούτου με αιγιαλό, άρα το όριο είναι ο τράφος (πρανές).

Επίσης, απεδείχθη ότι, το επίδικο τμήμα αφορά πρανές (ντράφο), που καταλήγει στην παραλία, είναι διαβρωμένο και σε όλο το μήκος του δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη κάποιας μορφής ανθρωπογενούς παρέμβασης, δεν έχει ίχνη καλλιέργειας, είναι χέρσο, έχει έντονη κλίση και δεν είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί ως αμπελώνας, ή για οτιδήποτε άλλο (βλ.

από 18-10-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Η. Κ.). Η άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ενισχύεται ως προς το φύση της μορφολογίας του εδάφους του επιδίκου και από την τεχνική έκθεση της δασολόγου Χ. Κ., η οποία αναγράφει ότι "το επίδικο αποτελεί τμήμα πρανούς, χωρίς ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας, όπου λόγω κλίσης και σύστασης (βραχώδες-πετρώδες) ούτε καλλιεργήθηκε, ούτε θα μπορούσε να καλλιεργηθεί".

Επιπλέον, από τον αρχικό τίτλο του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος (12.007/1934 συμβόλαιο), όπου το ακίνητο ιδιοκτησίας του είναι 5 1/2 ζευγαριές, και αμπελώνας, έως το εμβαδόν που παρουσιάζεται με τη σύγχρονη καταμέτρηση (26.185,96 τμ), προκύπτει ευκρινώς ότι ο ενάγων επέκτεινε την ιδιοκτησία του προς το μέρος της θάλασσας, καταλαμβάνοντας το επίδικο που αποτελεί πρανές και επομένως δεν απέκτησε την κυριότητά του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, αφού οι δικαιοπάροχοί του πατέρας και πάππος του δεν ήταν κύριοι αυτού, αλλά μόνο του αγρού-αμπελώνα, που ήταν καλλιεργήσιμη έκταση.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα περιγραφόμενα όρια στο υπ' αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάνου Ζάννου, που οριοθετεί τη μία πλευρά του ακινήτου με παραλία, αφού η οριοθέτηση αυτή έχει την έννοια ότι το ακίνητο βλέπει προς την παραλία, η οποία βρίσκεται στο πόδι του πρανούς και σε μικρή απόσταση από αυτό.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επιδίκου, που απεικονίζουν το πρανές (γκρεμό) που καταλήγει στη θάλασσα, ενώ επιπλέον ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυς του ενάγοντος Γ. Σ. του Β. κατέθεσε ότι το ακίνητο του ενάγοντος καλλιεργούταν ανέκαθεν, γεγονός που φανερώνει τις πράξεις νομής του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του στην λοιπή καλλιεργήσιμη έκταση του ακινήτου του ενάγοντος, που ορθά έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο και όχι στο επίδικο πρανές, του οποίου η καλλιέργεια είναι αδύνατη.

Σημειώνεται ότι και η μάρτυρας ... στην υπ' αριθμ. 2891/2007 ένορκη βεβαίωσή της, η μάρτυρας ... στην υπ' αριθμ. 29832/2007 ένορκη βεβαίωσή της, αλλά και ο Β. Β. του Ε. στην υπ' αριθμ. 2890/2007 ένορκη βεβαίωσή του, καταθέτουν για την επί πολλά έτη καλλιέργεια του ακινήτων των εναγόντων, κάτι που δεν αμφισβητείται ως προς την λοιπή, πλην του επιδίκου πρανούς, έκταση.

Με βάση τα άνω εκτεθέντα, κρίνεται ότι η υπάρχουσα κλίση του πρανούς, η σύσταση του εδάφους, οι πνέοντες στην περιοχή δυνατοί άνεμοι, οι οποίοι πλήττουν την απότομη επιφάνεια του πρανούς, σε συνδυασμό με την οφειλόμενη στην επίδραση των φυσικών παραγόντων (βροχή, άνεμος, διαφορά θερμοκρασίας) διάβρωση και διολίσθηση του εδάφους αυτού, καθιστά αδύνατη την οποιαδήποτε αγροτική εκμετάλλευσή του και λόγω του χαρακτηριστικών αυτών δεν ήταν δυνατόν να εξουσιασθεί και ουδέποτε πράγματι εξουσιάσθηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη και με την έννοια αυτή δεν απετέλεσε αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος, το οποίο μετελίχθηκε σε κυριότητα δηλαδή το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας.

Ως εκ τούτου, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, δεδομένου ότι και στα νησιά των Κυκλάδων, όπως η Θήρα, οι εκτάσεις αυτές παρέμεναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάσθηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού.

Το επίδικο, επομένως, αποτελεί δημόσια έκταση και το Δημόσιο θεωρείται νομέας αυτού, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτής καμία πράξη νομής. Σύμφωνα, όμως, με τα αναφερόμενα στην άνω νομική σκέψη, και επί των δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, εφόσον η τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.9.1915.

Εν προκειμένω, ο ενάγων δεν απέδειξε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους τους, που να ανάγεται σε τριάντα έτη πριν το έτος 1915, αφού η νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου του ανάγεται στο έτος 1903 και αφορά την καλλιεργήσιμη έκταση και όχι τα πρανή. Επομένως, κύριος και νομέας του επιδίκου μετά τον περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδας Αγώνα και μέχρι το 1915, που ήταν εφικτή η χρησιδεσποτεία των δημοσίων κτημάτων αλλά και εφεξής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, κύριος και νομέας και μάλιστα ανεξάρτητα από την άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού, ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το επίδικο αποτελούσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας και αποκτήθηκε από τον ενάγοντα με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης και του πρώτου πρόσθετου λόγου έφεσης περί κυριότητας του επιδίκου από το εναγόμενο δικαιώματι πολέμου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων έφεσης και των λοιπών πρόσθετων λόγων έφεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη ως προς το ακίνητο αυτό, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί κατ' ουσίαν η από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 68/2009 αγωγή και να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη έφεση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης, πρέπει να γίνουν δεκτά ως ουσιαστικά βάσιμα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση να συνεκδικαστούν οι άνω α) από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 71/2009 αγωγή, β) από 22-5-2009 και υπ'αρ. εκθ. Καταθ. 70/2009 αγωγή, γ) 22-5-2009 και υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 69/2009 αγωγή και δ)από 22-5-2009 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 68/2009 αγωγή και να απορριφθούν οι αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κάνει δεκτές τις αγωγές και αναγνώρισε την κυριότητα των εναγόντων επί των επιδίκων εκτάσεων και διέταξε την διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών, κράτησε την υπόθεση και αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αναφερόμενες αγωγές, τις απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις βρίσκονται στη θέση "Βλυχάδα", της περιοχής της Κοινότητας Μεγαλοχωρίου Θήρας και αποτελούν τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ... ως ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, διεκδικούνται δε από τους ενάγοντες των τεσσάρων προαναφερομένων αγωγών.

Ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις αποτελούν πρανές (γκρεμό) που καταλήγει στη θάλασσα και είναι όμορες με τις ιδιοκτησίες των εναγόντων. Ότι οι υπάρχουσες κλίσεις του πρανούς, η σύσταση του εδάφους, οι πνέοντες στη περιοχή δυνατοί άνεμοι που πλήττουν την απότομη επιφάνεια του πρανούς, σε συνδυασμό με την οφειλόμενη στην επίδραση των φυσικών παραγόντων (βροχή, άνεμος, διαφορά θερμοκρασίας) διάβρωση και διολίσθηση του εδάφους αυτών, καθιστούσαν αδύνατη την οποιαδήποτε αγροτική εκμετάλλευσή τους.

Ότι λόγω των χαρακτηριστικών αυτών των επιδίκων εκτάσεων δεν ήταν δυνατόν να εξουσιασθούν και ουδέποτε πράγματι εξουσιάσθηκαν από οποιοδήποτε ιδιώτη και με την έννοια αυτή δεν αποτέλεσαν γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, και αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος που μετελίχθηκε σε κυριότητα. Ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις, αποτελούσαν δημόσιες εκτάσεις, οι οποίες παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους, ως τμήματα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και υπήγοντο στην απόλυτη εξουσία αυτού, και έτσι περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του τουρκικού κράτους "δικαιώματι πολέμου", μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας και δεν καταλύθηκε από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων η κυριότητα αυτή του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με άσκηση νομής επ'αυτών με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για την πριν το 1915 τριακονταετία και συνεπώς κύριος αυτών παρέμεινε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας διατάξεις, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ούτε επίσης παραβίασε τις διατάξεις των από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου / 1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλων του Λονδίνου και της συνθήκης της Κων/λεως 27 Ιουνίου/1832, οι οποίες ήταν εφαρμοστές κατά τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά. εφόσον, για την εφαρμογή τους κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλ' ούτε και προσέδωσε σ' αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ επίσης περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων εκτάσεων από το Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου κατά διαδοχή του τουρκικού δημοσίου, δυνάμει των ως άνω πρωτόκολλων και της Συνθήκης της Κων/πόλεως και περαιτέρω δεν καταλύθηκε η κυριότητα αυτή, από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, με άσκηση νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για την πριν το 1915 τριακονταετία.

Συνεπώς, οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης με τις οποίες οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τ' αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια καθώς και ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επίσης με τον πρώτο λόγο διατυπώνεται παράλληλα η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β ΚΠολΔ, με την έννοια ότι με την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί του "πασίδηλου" και "παγκοίνως γνωστού" γεγονότος ότι πριν από την απελευθέρωση οι νήσοι των Κυκλάδων αποτελούντο μόνο από γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, οι οποίες εξουσιάζοντο κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας των Χριστιανών κατοίκων της, στην κυριότητά των οποίων και παρέμειναν και επομένως, μετά την απελευθέρωση, το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε δικαίωμα επ' αυτών, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των αυτών κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Προφανές είναι ότι οι ταυτόσημες έννοιες του "παγκοίνως γνωστού" και "πασίδηλου" συνδέονται με την απόδειξη πραγματικού περιστατικού, περιεχόμενο με το οποίο αναφέρονται και στην διάταξη του άρθρου 336 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, συνδεόμενη η αποδιδόμενη πλημμέλεια με την προκύπτουσα από την εκτίμηση των αποδείξεων ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν εμπίπτει στο πραγματικό του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, ο οποίος εντεύθεν ελέγχεται ως απαράδεκτος (βλ.

Ολ.Α.Π 1/2013). Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος ως προς τις αιτιάσεις με τις οποίες οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθ. 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ για παραβίαση ευθέως των διατάξεων των άρθρων 62 παρ.1 εδ. α και β και 74 του Ν. 998/1979 και του β.δ 3/15.12.1933, είναι αβάσιμος, στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει παραδοχές ότι τα επίδικα αποτέλεσαν δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις ή βοσκότοπους ή λιβάδια και ότι υπό την ιδιότητά τους αυτή περιήλθαν στην κυριότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.

Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου του Συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάννου Ζάνου, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος και ήδη τέταρτου αναιρεσείοντος περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του με πρωτότυπο τρόπο που ανάγεται σε τριάντα έτη πριν το 1915, της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Η.

Κ. προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού των εναγόντων περί κυριότητας τους των επιδίκων εκτάσεων και της της υπ' αριθμ. 2256/2013 έγγραφης απάντησης της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Θήρας του νομού Κυκλάδων, σύμφωνα με το οποίο η περιοχή της Βλυχάδας, εντός της οποίας βρίσκονται όλα τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στην περιοχή της Καλντέρας, που αναφέρεται η υπ' αριθμ. 1/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο τρίτος λόγος ως προς τις αιτιάσεις που αφορούν την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Η. Κ. είναι αβάσιμοι και συνεπώς πρέπει ν'απορριφθούν. Τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν εφόσον μάλιστα σ' αυτήν (απόφαση) αναφέρεται ότι στο αποδεικτικό της πόρισμα κατέληξε: " Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Π.

Β. του Ι., Γ. Σ. του Β., Μηνά Σ. του Βικεντίου, Βασιλείου Βενετσάνου και Θωμά Ντάλλα του Νικολάου,

που

περιέχονται

στα

υπ' αριθμ. 46/2010, 45/2010, 51/2010, 52/2010, 34/2012 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου αντίστοιχα, από τις υπ' αριθμ. 2890 και 2891/23-10-2007 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Ζήκα, που λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της άλλης πλευράς (βλ. υπ' αριθμ. 153/18-10-2007 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.

Μ.), από την υπ' αριθμ. 29832/23-10-2007 ένορκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, που λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της άλλης πλευράς (βλ. υπ' αριθμ. 11607/18-10-2007 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σύρου Α. Δ.), από την από Οκτωβρίου 2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Η.

Κ., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. πρωτ.65240/30-10-2018 τεχνική έκθεση της Δασολόγου Χ. Κ., από τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται..." και καμία αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα ως άνω έγγραφα τα οποία οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως, εκ των οποίων μάλιστα γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου του Συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάννου Ζάνου, στη σελ. 23 της προσβαλλόμενης απόφασης και της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Η. Κ. στις σελ. 9,13,19,24 και 29. Ο τρίτος δε λόγος, ως προς τις αιτιάσεις ότι δεν λήφθηκε υπόψη η υπ' αριθμ. 2256/2013 έγγραφη απάντηση της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Θήρας του Νομού Κυκλάδων είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διατυπώνεται παραδοχή ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στην περιοχή της Καλντέρας Θήρας, αντιθέτως διατυπώνεται παραδοχή ότι τα επίδικα βρίσκονται στη Κοινότητα Μεγαλοχωρίου Θήρας, στη θέση Βλυχάδα.

Κατά τα λοιπά δε ο τρίτος λόγος είναι απαράδεκτος διότι τα λοιπά φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα δεν καθορίζονται κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, αλλά ούτε το περιεχόμενό τους. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν επικουρικά στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει το υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου του Συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάννου Ζάννου, καθόσον δέχτηκε ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και συγκεκριμένα, ενώ στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι ο παραπάνω αγρός "....περιήλθε στην Ε. χήρα Φ. Σ. από κληρονομιά του από τεσσαρακονταετίας αποβιώσαντος από του πρώτου γάμου αυτής υιού της...", καταλήγει στην επιζήμια για τον ενάγοντα της τρίτης αγωγής κρίση ότι "Εν προκειμένω, ο ενάγων δεν απέδειξε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του, που να ανάγεται σε τριάντα έτη πριν το έτος 1915, αφού η νομή της απώτερου δικαιοπαρόχου του Ε.

Σ. ανάγεται στο έτος 1928 και αφορά την καλλιεργήσιμη έκταση και όχι τα πρανή", ενώ εάν είχε προβεί σε ορθή ανάγνωση του συνόλου συμβολαίου θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση κατά παραδοχή ουσιαστικού ισχυρισμού περί υπάρξεως κυριότητάς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, σε σχέση με την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το συμβόλαιο αυτό και δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, σ' αυτό την κρίση του η οποία είναι διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται σε όλους τους πιο πάνω λόγους, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει η ίδια από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 11-1-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου. Τέλος, να επιβληθούν στους ηττώμενους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191§2Κ.Πολ.Δ.) τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-1-2021 αίτηση των Γ. Σ. του Β. κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ