Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on termination and damages in employment dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding his employment termination and damages. The court found the appeal arguments inadmissible because the lower court had already addressed the claim for daily fines, ruling it unsubstantiated due to the appellant's failure to return to work. Furthermore, the claim regarding res judicata was rejected as it lacked the required specificity to identify the exact prior judgments and their binding effects on the current case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 559(16) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specifically identify the omitted claim and the precise prior judgments establishing res judicata to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 759 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 759/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παπαγγέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Σ. Β. - Κ. Μ.", που εδρεύει στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Χαριτίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-7-2018 (με αρ. κατάθεσης …2018) και 10-9-2018 (με α. κατάθεσης …2018) αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/ΕΡ-ΔΙ/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1408/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-11-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την πρώτη από 16.7.2018 αγωγή ιστορούσε ότι άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης την με αριθ.
καταθ. …2015 προηγούμενη αγωγή του, με την οποία, εκθέτοντας ότι με την από 1.4.1991 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η δικαιοπάροχος της εναγομένης "Ε. Β." τον προσέλαβε προκειμένου να απασχοληθεί στα σφαγεία, ως τεχνολόγος γεωπόνος που ασκούσε τα καθήκοντα του υπεύθυνου παραγωγής και ταξινομητή σφαγής και ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής απασχολήθηκε στην υπηρεσία της παραπάνω αρχικής του εργοδότριας και στη συνέχεια και της εναγομένης μέχρι τις 18.3.2015, οπότε η σύμβασή του καταγγέλθηκε μονομερώς από την εναγομένη μετά την υποβολή μήνυσης σε βάρος του, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 18.3.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, άλλως να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του με τις οποίες του κατέβαλε ως την ημέρα της άκυρης απόλυσής του και την καταδίκη της σε χρηματική ποινή 150 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της, να διαταχθεί η άρση κάθε προσβολής σε βάρος του και να απαγορευτεί στο μέλλον οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητάς του, επικουρικά δε σε περίπτωση απόρριψης του κυρίου αιτήματος της αγωγής του, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη του οφείλει τη νόμιμη αποζημίωση του βάσει του ανώτατου ορίου των 2.000 ευρώ μηνιαίως επί 20 μισθούς (δηλαδή το ποσό των 40.000 ευρώ), άλλως το ποσό των 15.238 ευρώ ως νόμιμη αποζημίωση.
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 17/ΕΡ-ΔΙ/2017 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά το επικουρικό της αίτημα, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 6.222,22 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο, ακολούθως δε, μετά από άσκηση εφέσεων από τους διαδίκους εκδόθηκε η 1661/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 18.3.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις πραγματικές και με τον προσήκοντα τρόπο προσφερόμενες υπηρεσίες του με τις αποδοχές τις οποίες του κατέβαλε έως την ημέρα της άκυρης απόλυσής του, ενώ επιπλέον καταδικάστηκε η εναγομένη στην καταβολή χρηματικής ποινής 150 ευρώ για κάθε ημέρα που θα παραλείπει να συμμορφωθεί στην παραπάνω διάταξή της.
Ακολούθως, εξέθετε ότι, παρόλο που επέδωσε την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση στις 6.7.2018 με αίτημα την άμεση συμμόρφωση προς το διατακτικό της, η εναγομένη, μετά την πάροδο πέντε ημερών, με την από 11.7.2018 εξώδικη αποστολή της τον καλούσε από την επομένη να αναλάβει τα καθήκοντά του και ότι ενώ προσήλθε στην επιχείρηση της εναγομένης στις 12.7.2012 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, η τελευταία δεν του ανέθεσε κανένα ουσιαστικό αντικείμενο απασχόλησης, αλλά τον υποχρέωσε να παραμένει κλεισμένος εντός ακατάλληλου προς εργασία γραφείου, άσχετου με την γραμμή παραγωγής, κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι η παραπάνω ενέργεια της εναγομένης δεν αποτελεί ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, αλλά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού και συνεπώς παράνομη πράξη, επιφέρουσα μονομερή βλαπτική μεταβολή στην εργασιακή του σχέση, που προσέβαλε με τον τρόπο αυτόν την προσωπικότητα του, την τιμή και την υπηρεσιακή και επαγγελματική του υπόληψη, αφού τον παρουσίασε ως οκνηρό και αργόμισθο εργαζόμενο στο ευρύτερο κοινωνικό και κλειστό επαγγελματικό του περιβάλλον.
Ζητούσε δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού μέρους του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, που αφορούσε σε μισθούς υπερημερίας, σε έντοκο αναγνωριστικό και κατόπιν περιορισμού των λοιπών αιτημάτων σε έντοκα αναγνωριστικά, α) να αναγνωριστεί η επιβολή σε βάρος της εναγομένης ποσού 150 ευρώ ημερησίως για κάθε ημέρα που δεν τον απασχόλησε στα καθήκοντα του στα οποία υποχρεούταν να τον απασχολεί βάσει της 1661/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας από τον χρόνο της άκυρης απόλυσής του, στις 18.3.2015, ύψους 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής για καταβολή του υπόλοιπου ποσού των 9.792 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας, γ) επικουρικά προς τα ανωτέρω αιτήματα, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 186.200 ευρώ, λόγω παράνομης μείωσης των αποδοχών του βάσει της ιδιότητάς του ως συνεταιριστικού υπαλλήλου, δ) να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψής της να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης που θα εκδοθεί, ε) να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της σε καταβολή του ποσού 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του και στ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τον απασχολεί πραγματικά, όπως ορίζει η τελεσίδικη 1661/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στη θέση του υπεύθυνου και προϊσταμένου σφαγής.
Επίσης, ο ενάγων με τη δεύτερη από 10.9.2018 αγωγή του εξέθετε ότι, μετά την επίδοση της ανωτέρω πρώτης αγωγής του, την οποία ενσωματώνει στην παρούσα δεύτερη αγωγή του, η εναγομένη προέβη σε νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, στις 13.8.2018, που κοινοποιήθηκε στις 14.8.2018, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και αφού επιχείρησε εντελώς κακόπιστα και καταχρηστικά να τον μετακινήσει σε άλλη θέση εργασίας εκτός της πόλης της …, αυξάνοντας τις ώρες εργασίας του, αντί καταβολής του ιδίου μηνιαίου μισθού και αναθέτοντας σ' αυτόν καθήκοντα που δεν άπτονταν της ειδικότητας και των γνώσεών του, με αποτέλεσμα η νέα καταγγελία να τυγχάνει άκυρη και η εναγομένη να τελεί έκτοτε σε υπερημερία εργοδότη, ενώ ο ίδιος υπέστη ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του από τον επιχειρούμενο υποβιβασμό του και την επαγγελματική του μείωση.
Ζητούσε δε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 13.8.2018 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας ύψους 2.260 ευρώ μηνιαίως, άλλως 761,90 ευρώ μηνιαίως, από την απόλυσή του και μέχρι συμπλήρωση του ποσού των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της στην καταβολή μισθών υπερημερίας ύψους 2.260 ευρώ μηνιαίως άλλως 761,90 ευρώ μηνιαίως, πέραν του άνω ποσού των 20.000 ευρώ και έως την έκδοση απόφασης, γ) επικουρικά, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης σε καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, υπολογιζόμενης επί τη βάσει μηνιαίων αποδοχών ύψους 2.000 ευρώ επί 23 μηνιαίους μισθούς, άλλως επί τη βάσει μηνιαίων αποδοχών 761,90 ευρώ επί 23 μηνιαίους μισθούς, ήτοι το ποσό των 17.523 ευρώ, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται στην ίδια θέση και ειδικότητα την οποία κατείχε κατά τη διακοπή της εργασίας του, τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του επί οκτάωρο και πενθήμερο και πάντως στα καθήκοντα του προϊσταμένου σφαγής και υπευθύνου παραγωγής- ταξινομητή κατά το χρονικό διάστημα τέλεσης της σφαγής, καταβάλλοντας σ' αυτόν αποδοχές βάσει της ΣΕΕ Συνεταιριστικών Υπαλλήλων, άλλως βάσει των αποδοχών τις οποίες του κατέβαλε μέχρι την ημέρα της απόλυσής του, ε) να διαταχθεί η άρση κάθε προσβολής σε βάρος του και η απαγόρευση κάθε προσβολής της προσωπικότητάς του, στ) να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή 150 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της εκδοθησόμενης απόφασης που θα παραλείπει να τον απασχολεί στα καθήκοντα τα οποία ασκούσε έως την πρώτη απόλυσή του και ζ) άλλως και όλως επικουρικώς σε περίπτωση μη αποδοχής των κυρίων αιτημάτων για αποδοχή των υπηρεσιών του και καταβολή μισθών υπερημερίας, να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης του, βάσει του ανωτάτου ορίου των 2.000 ευρώ ανά μήνα επί 20 μισθούς που του οφείλονται, άλλως και όλως επικουρικώς βάσει του ποσού των 761,90 ευρώ ανά μήνα επί 20 μισθούς ήτοι το ποσό των 15.238 ευρώ.
Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 29/ΕΡ-ΔΙ/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία κρίθηκαν νόμιμες οι αγωγές, πλην του πέμπτου αιτήματος της πρώτης αγωγής περί αναγνώρισης καταβολής ποσού 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής τη προσωπικότητας και των δεύτερου και πέμπτου αιτημάτων της δεύτερης αγωγής περί υποχρέωσης καταβολής μισθών υπερημερίας από την ημερομηνία απόλυσής του έως την έκδοση της απόφασης καθώς και περί άρσης κάθε προσβολής σε βάρος του ενάγοντος και της απαγόρευσης κάθε προσβολής του, ηθικής ψυχολογικής, σωματικής, εκφοβιστικής, δια πράξεων και παραλείψεων που συνάδουν με την προσβολή της προσωπικότητας, που απορρίφθηκαν ως αόριστα.
Ακολούθως, κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσία την πρώτη αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα 9.574,43 ευρώ και υποχρέωσε, επιπλέον, την εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 18.3.2015 έως 17.6.2018 και δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσία και την δεύτερη αγωγή, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της από 13.8.2018 καταγγελίας και της υποχρέωσης της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος στην ίδια θέση και ειδικότητα αντί μηνιαίου μισθού, ύψους 761,90 ευρώ.
Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης ασκήθηκαν οι από 20.1.2020 έφεση της εναγομένης και από 20.8.2020 έφεση του ενάγοντος, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1408/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την κριθείσα ως αντέφεση, κατ' άρθρο 523 παρ.1 ΚΠολΔ, από 20.8.2020 εκπρόθεσμη έφεση του ενάγοντος, δέχτηκε κατ' ουσία την από 20.1.2020 έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην πρώτη αγωγή και αφορούν το κονδύλιο των αποδοχών υπερημερίας- δεδουλευμένων μισθών και κατά τις διατάξεις που αναφέρονται στη δεύτερη αγωγή και αφορούν την αναγνώριση ακυρότητας της από 13.8.2018 καταγγελίας και της υποχρέωσης της εναγομένης σε αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγομένη, δεχόμενη εν μέρει την πρώτη αγωγή, να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 10.696,94 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας, ενώ απέρριψε κατ' ουσία τη δεύτερη αγωγή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 και 3 του Ν.2112/1920 και 1 και 5 του Ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ.4 του Ν.2556/1997 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφ` όσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 ΑΚ συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στην περίπτωση μη καταβολής ή ελλιπούς καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης (ΑΠ 725/2020, ΑΠ 277/2016, ΑΠ 624/2008), η οποία υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ.2 του Ν.2112/1920 και 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυόμενου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. (ΑΠ 76/2022, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 179/2016).
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).
Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).
Περαιτέρω επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν` αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 297/1996). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από την σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.
Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ` ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ` ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 595/2015).
Συγκεκριμένα οφείλει ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάσταση κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).
Επίσης οφείλει να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 539/2018, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013) ή να προτείνει σε αυτόν ν` απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (ΑΠ 539/2018) ή με μειωμένες αποδοχές υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων.
Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθ. 652 του ΑΚ ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι` αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεων του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).
Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ) και κυρίως εάν η αξίωση του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 1162/2019).
Δηλαδή η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθ. 652 του ΑΚ) να προτείνει αυτή στο μισθωτό, ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο, υλοποιείται δε (αν το μέτρο ενέχει τροποποίηση της σύμβασης) με την αποδοχή της πρότασης από το μισθωτό (ΑΠ 1199/2002) και κατά τούτο δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από το μισθωτό.
Εάν, αντιθέτως, δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομοτεχνικοί λόγοι ή οι συνδεόμενοι με το πρόσωπο του μισθωτού άλλοι λόγοι, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, επειδή ο τελευταίος αρνήθηκε ν` αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου για τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας με μείωση των αποδοχών του, ελέγχεται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 1407/2009).
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 440 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, επέρχεται δε ο συμψηφισμός κατά το άρθρ. 441 του ίδιου Κώδικα με δήλωση του ενός προς τον άλλο, η οποία επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή ο συμψηφισμός ενεργεί αναδρομικά.
Ειδικότερα, συνάγεται από τα παραπάνω άρθρα, ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της δήλωσης (πρότασης) συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που θα συνυπάρξουν δύο αντίθετες απαιτήσεις με τα προσόντα του συμψηφισμού.
Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο ο δικαιούχος της μιας απαίτησης και οφειλέτης της άλλης έχει το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά και στο μέτρο που καλύπτονται, είτε γίνει αποδεκτή είτε όχι η πρότασή του από εκείνον στον οποίο απευθύνθηκε.
Πρόδηλο είναι, επίσης, ότι ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που προτείνεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 844/1999). Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές (ΑΠ 486/2016).
Ληξιπρόθεσμες, συνεπώς, καθίστανται οι απαιτήσεις κατά το χρονικό σημείο που ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την παροχή και ο οφειλέτης υποχρεούται να την εκπληρώσει. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (ΑΠ 1568/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 664 ΑΚ, ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του.
Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημίωσης λόγω απόλυσης και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή είναι παράνομη ή ανήθικη.
Περίπτωση αχρεώστητης παροχής αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911 ΑΚ).
Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε (ΑΠ 936/2013, ΑΠ 941/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ.ΑΠ 10/2011).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά τον ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο λόγο, τα ακόλουθα: "..... Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε την 1.4.1991 μεταξύ του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου της εναγομένης Ένωσης Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων με την επωνυμία "Έ.
Α. Σ. Β." ("Ε. Β."), ο ενάγων προσλήφθηκε από αυτήν προκειμένου να απασχοληθεί στα σφαγεία, που τότε της ανήκαν, ως τεχνολόγος- γεωπόνος, που ασκούσε τα καθήκοντα του υπεύθυνου παραγωγής και ταξινομητή σφαγής. Ο ενάγων είναι κάτοχος πτυχίου Τεχνολογίας Γεωπονίας Ζωικής Παραγωγής. Στα καθήκοντα της εν λόγω ειδικότητας περιλαμβάνεται ο εν γένει συντονισμός της διαδικασίας σφαγής των ζώων, ήτοι ο καθορισμός της ώρας σφαγής των ζώων κάθε πελάτη της επιχείρησης, η σειρά σφαγής και η ενημέρωση των εκδοροσφαγέων για το ημερήσιο πρόγραμμα, δηλαδή για τον αριθμό, τα είδη των ζώων και για τη σειρά με την οποία θα σφαγιαστούν.
Επί πλέον, ο υπεύθυνος παραγωγής είναι επιφορτισμένος με την επικοινωνία με τους παραγωγούς και πελάτες της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, οπότε αυτοί προβαίνουν σε παρατηρήσεις και υποδείξεις, τις οποίες ακολούθως ο υπεύθυνος παραγωγής μεταφέρει στη διοίκηση της εργοδότριας επιχείρησης.
Βάσει των ανωτέρω, για την άσκηση των καθηκόντων της εν λόγω ειδικότητας δεν απαιτείται η κατοχή πτυχίου τεχνολόγου- γεωπόνου, καθώς πρόκειται για μία θέση που κατά κύριο λόγο αφορά τη διαδικασία της σφαγής και στην επικοινωνία με τους πελάτες. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων απασχολήθηκε με τα προαναφερόμενα καθήκοντα στην υπηρεσία της αρχικής του εργοδότριας και στη συνέχεια και της εναγομένης, που τη διαδέχθηκε ως διάδοχος εργοδότης. ......
Πελάτες του σφαγείου είναι οι έμποροι κρέατος και κρεοπώλες, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν έγκαιρα τη διοίκηση της για τον αριθμό των ζώων που επιθυμούν να σφαγιαστούν στις εγκαταστάσεις της, ενώ η σχετική διαδικασία ενδιαφέρει τη δημόσια υγεία και υπόκειται σε κρατικούς ελέγχους. Ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, ασκώντας τα καθήκοντα του υπεύθυνου παραγωγής και ταξινομητή σφαγής, με υπευθυνότητα και ευσυνειδησία μέχρι τις 18.3.2015, που η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, διότι είχε υποβάλει πρωτύτερα μήνυση εναντίον του........
Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με τη με αριθ. …23.10.2015 Διάταξη του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας, ο δε ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης τη με αρ. καταθ. …2015 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της άνω καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή για την περίπτωση μη συμμόρφωσης της, επικουρικά δε να υποχρεωθεί να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 17/ΕΡ-ΔΙ/29.3.2017 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμα τα κύρια αιτήματά της, έγινε εν μέρει δεκτό το επικουρικό αίτημα και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 6.222,22 ευρώ, νομιμοτόκως, ενώ μετά την άσκηση εφέσεων από τους διαδίκους, εκδόθηκε η 1661/26.6.2018 απόφαση του ......
Δικαστηρίου, με την οποία ....... εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η αγωγή, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 18.3.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις πραγματικά και με προσήκοντα τρόπο προσφερόμενες υπηρεσίες του, με τις αποδοχές τις οποίες του κατέβαλε ως την ημέρα τη άκυρης απόλυσης ενώ επιπλέον καταδικάστηκε η τελευταία στην καταβολή χρηματικής ποινής 150 ευρώ για κάθε ημέρα που θα παρέλειπε να συμμορφωθεί με την αμέσως ανωτέρω διάταξη της απόφασης........
Κατόπιν τούτων, ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη στις 6.7.2018 ακριβές αντίγραφο της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης, προς συμμόρφωση και για την επέλευση των εννόμων συνεπειών αυτής, ανέμενε δε μετά ταύτα, όπως αναφέρει στη συνεκδικασθείσα πρωτοδίκως πρώτη, με αριθ κατάθεσης …2018 αγωγή, να τον καλέσει η εργοδότριά του να εμφανιστεί σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, στο γραφείο που κατείχε στην επιχείρησή της για να αναλάβει τα καθήκοντά του.
Με την αγωγή αυτή, όπως και με τη δεύτερη συνεκδικασθείσα, με αριθ κατάθ …2018 αγωγή του, ο ενάγων εξέθετε ακόμη...... ότι η εναγομένη τον κάλεσε στις 11.7.2018 δι' εξωδίκου δηλώσεώς της να αναλάβει καθήκοντα και ότι όμως, από την πρώτη στιγμή, τον τοποθέτησε σε άσχετο προς την γραμμή παραγωγής γραφείο, χωρίς κλιματισμό και με κλειστά παράθυρα, δεν του επέτρεψε να εισέλθει στον χώρο της σφαγής, ούτε του ανέθεσε τα καθήκοντα που ασκούσε, τοποθετώντας τον ουσιαστικά σε θέση "ψυγείο", χωρίς καθήκοντα και ουσιαστικό αντικείμενο απασχόλησης, με αποτέλεσμα τη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, την οποία ο ίδιος δεν αποδέχθηκε.
Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι, μετά την προαναφερθείσα απόλυση του ενάγοντος η εναγομένη έλαβε την επιχειρηματική απόφαση για κατάργηση της θέσης του υπευθύνου παραγωγής και ταξινομητή σφαγής. Ειδικότερα, δεδομένου ότι για την απασχόληση στη θέση αυτή δεν απαιτείται η κατοχή πτυχίου και επειδή η εν λόγω θέση σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με επικοινωνία με τους πελάτες, ο νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος του Δ.Σ.
της εναγομένης, Ι. Μ., από τον Φεβρουάριο ήδη του 2017 άρχισε να ασκεί μέρος των καθηκόντων, που μέχρι και την άκυρη απόλυσή του, στις 18-3- 2015, ασκούσε ο ενάγων, μετά δε από αυτόν ασκούσε ο συνάδελφός του ονόματι Τ., ο οποίος τον αντικατέστησε στη θέση αυτή, αναπτύσσοντας επαφές με τους πελάτες, παριστάμενος στη διαδικασία σφαγής, δεχόμενος άμεσα παράπονα και υποδείξεις από αυτούς κλπ.
Ακολούθως, μετά την οικειοθελή αποχώρηση του Τ., τον Νοέμβριο μήνα του 2017, η εναγομένη, αφού διαπίστωσε ότι η ενασχόληση του νομίμου εκπροσώπου της με το συγκεκριμένο τμήμα της επιχείρησης είχε θεαματικά αποτελέσματα, με την αύξηση του αριθμού των πελατών που έφεραν ζώα προς σφαγή και αντίστοιχη αύξηση του συνολικού αριθμού των ζώων και των κερδών της αντίστοιχα, λόγω της αύξησης του πελατολογίου της, παρόλη μάλιστα τη σημαντική μείωση του αριθμού των ζώων κάθε παραγωγού, λόγω της τότε υπάρχουσας οικονομικής κρίσης, έλαβε την επιχειρηματική απόφαση για κατάργηση της θέσης του υπευθύνου παραγωγής και ταξινομητή σφαγής και για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών από τον ίδιο τον νόμιμο εκπρόσωπό της.
Η απόφαση αυτή της εναγομένης, για κατάργηση της θέσης του υπευθύνου παραγωγής και ταξινομητή σφαγής, δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο, αφού η στάθμιση των σχετικών ζητημάτων ανήκε στην εναγομένη εργοδότρια, που είχε υπόψη της όλα τα στοιχεία της επιχείρησής της και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, κρίθηκε επιβεβλημένη, λόγω των θεαματικών αποτελεσμάτων που είχε η ενασχόληση του νομίμου εκπροσώπου της με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Επισημαίνεται μάλιστα ότι η προρρηθείσα απόφαση της εναγομένης, για κατάργηση της θέσης του υπευθύνου παραγωγής και η ανάληψη της εκτέλεσης των συγκεκριμένων καθηκόντων από τον ίδιο τον νόμιμο εκπρόσωπό της, ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς με τις εν γένει διεκδικήσεις του ενάγοντος............
Η κρίση τούτη του Δικαστηρίου ενισχύεται εξάλλου και από το γεγονός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης άρχισε να ασχολείται με το συγκεκριμένο αντικείμενο ήδη από τον Φεβρουάριο του 2017 και εξ' ολοκλήρου από τον Νοέμβριο του 2017, σε χρόνο δηλαδή που είχε εκδοθεί μια πρωτόδικη απόφαση (η 17/ΕΡ-ΔΙ/29-3-2017), η οποία δικαίωνε την εναγομένη, κρίνοντας έγκυρη την από 18-3-2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και πάντως πολύ νωρίτερα από τον χρόνο έκδοσης της 1661/26-6-2018 απόφασης του .......Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα αντίθετα και δικαίωσε τον ενάγοντα, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρεώνοντας την εναγομένη σε αποδοχή των υπηρεσιών του.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι, μετά την έκδοση και την κοινοποίηση στην εναγομένη της άνω, 1661/2018, απόφασης, η τελευταία με την από 11-7-2018 εξώδικη δήλωσή της, συμμορφούμενη προς το διατακτικό της, κάλεσε τον ενάγοντα, που δεν είχε προσέλθει προς εργασία, να μεταβεί στις εγκαταστάσεις της για ανάληψη εργασίας.
Κατά την επάνοδό του στην εργασία, την επομένη 12-7-2018, ο ενάγων ενημερώθηκε ρητά από τη διοίκησή της για την κατάργηση της θέσης του και του προτάθηκε να αναλάβει καθήκοντα προϊσταμένου κρεοπωλείου της, στη …, ή, εφόσον το επιθυμούσε, να αναλάβει τη θέση προϊσταμένου και των δύο κρεοπωλείων που αυτή διατηρούσε στη ….
Προσωρινά, ωστόσο, και μέχρις ότου αποφάσιζε επί της προτάσεως της εναγομένης, του ζητήθηκε να επιλέξει ο ίδιος αντικείμενο απασχόλησης και για τον σκοπό αυτόν του παραχωρήθηκε χώρος στο γραφείο του νομίμου εκπροσώπου της, Ι. Μ., ο οποίος διαθέτει ηλεκτρονικό υπολογιστή, τηλεφωνική συσκευή, κλιματισμό κλπ., ώστε να μπορεί να ασκεί προσωρινά όποια καθήκοντα επιθυμούσε.
Μόνο δε ελάχιστες φορές που χρειάστηκε ο Ι. Μ. να πραγματοποιήσει κατ' ιδίαν συναντήσεις με πελάτες ή προμηθευτές, του ζητήθηκε να απομακρυνθεί από τον χώρο του γραφείου, οπότε και μετακινήθηκε για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο στην αίθουσα συνεδριάσεων, η οποία διαθέτει εξαερισμό και επαρκή τεχνητό φωτισμό.
Βεβαίως, στις 31-7-2018, κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από κλιμάκιο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ο ενάγων βρέθηκε στον προαναφερθέντα χώρο συνεδριάσεων, όπως τούτο αναγράφεται και στο συνταχθέν σχετικά με αριθ. …16-8- 2018 δελτίο ελέγχου. Τούτο όμως συνέβη χωρίς να του έχει ζητηθεί από την εναγομένη και υπήρξε αποτέλεσμα αυτόβουλης ενέργειας του ενάγοντος.
Εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι ο ενάγων δεν αδρανοποιήθηκε και ούτε τέθηκε σε καθεστώς εξευτελιστικής αργομισθίας, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, αλλά εξ αρχής του προτάθηκε η ανάληψη των καθηκόντων προϊσταμένου κρεοπωλείου, η δε εναγομένη ανέμενε καλόπιστα την απάντησή του επί της προτάσεως που του είχε υποβάλει.
Ο ενάγων, ωστόσο, αρνείτο αδικαιολόγητα να εκτελέσει οποιοδήποτε αντικείμενο εργασίας, κυκλοφορώντας στους χώρους της επιχείρησης, αποφεύγοντας την επικοινωνία με τους συναδέλφους του, τους οποίους αντιμετώπιζε υπεροπτικά και με τρόπο ειρωνικό, και ζητώντας να εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντα του υπευθύνου παραγωγής και ταξινομητή σφαγής, αντικείμενο όμως που αντιστοιχούσε σε θέση εργασίας που είχε ήδη καταργηθεί.
Ακολούθως, ο τελευταίος άσκησε την από 16-7-2018 αίτηση περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία περιελάμβανε και αυτοτελές αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής και της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 19-7-2018. Κατά τη συζήτηση της αίτησης χορήγησης προσωρινής διαταγής στην προαναφερθείσα ημερομηνία, η εναγομένη επανέλαβε την πρότασή της προς αυτόν, δηλαδή για ανάληψη των καθηκόντων υπευθύνου κρεοπωλείου, πλην όμως ο ενάγων απέφευγε να δώσει σαφή απάντηση.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να λεχθεί ότι η εναγομένη διατηρεί δύο οργανωμένα κρεοπωλεία στη …. Η θέση του προϊσταμένου- υπευθύνου κρεοπωλείου περιλαμβάνει την απασχόλησή του σε ένα καθαρό περιβάλλον εκτός του χώρου των σφαγείων, την εποπτεία και επίβλεψη των υπαλλήλων του κρεοπωλείου, την οργάνωση και διοίκηση του κρεοπωλείου και την ενημέρωση της διοίκησης της εταιρίας, τη ρύθμιση του χρόνου χορήγησης των αδειών του προσωπικού, την επαφή με τους πελάτες της επιχείρησης κλπ., η θέση δηλαδή αυτή δεν ήταν υποδεέστερη της πρότερον κατεχομένης, αλλά αντιθέτως υπέρτερη αυτής.
Του επισημάνθηκε μάλιστα ότι ο χρόνος μετάβασής του στη … και επιστροφής του από την εργασία, ήτοι μία ώρα ημερησίως, θα αποτελούσε χρόνο εργασίας, κατά τρόπο ώστε να μην αυξηθεί ο συνολικός χρόνος που και πρότερον αφιέρωνε για την εργασιακή του απασχόληση, ενώ η εταιρία θα του κάλυπτε και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής με δημόσιο συγκοινωνιακό μέσο.
Σημειώνεται δε ότι για τον ενάγοντα η μετακίνησή του στη … δεν θα ήταν δυσχερής, καθώς η κατοικία του βρίσκεται δίπλα από το ΚΤΕΛ …, ενώ ήδη μέχρι τον χρόνο της απόλυσής του, για τη μετάβασή του και επιστροφή στην εργασία, δηλαδή στα σφαγεία, που βρίσκονται στο …, ανάλωνε χρόνο μισής ώρας συνολικά...... ο οποίος δεν περιλαμβανόταν στον χρόνο απασχόλησής του.
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και ο χρόνος μετάβασης και επιστροφής του στη …, που θα θεωρείτο ως χρόνος εργασίας, υπολογίστηκε -ορθά- από την εναγομένη ως χρόνος εργασίας μιας ώρας συνολικά για κάθε ημέρα (αντί για μια ώρα και μισή). Του διευκρινίστηκε ακόμη ότι οι αποδοχές του θα διατηρούνταν στο αυτό ύψος, προκειμένου να μη θιγεί οικονομικά από την προταθείσα μεταβολή.
Επειδή όμως ο ενάγων δεν έδινε στην εναγομένη μια σαφή απάντηση στην πρότασή της, η τελευταία αναγκάστηκε να του αποστείλει την από 1-8-2018 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, αφού τον ενημέρωνε εκ νέου για τα νέα δεδομένα της επιχείρησής της, του επαναλάμβανε τους επακριβείς όρους απασχόλησής του στη νέα προτεινόμενη ειδικότητα απασχόλησης και τον καλούσε να απαντήσει ρητά στην πρότασή της αυτή.
Ο ενάγων της απέστειλε την από 2-8-2018 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωνε τη βούλησή του να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του στην ήδη καταργηθείσα θέση απασχόλησης, μετά ταύτα δε η εναγομένη, κινούμενη στα πλαίσια της καλής πίστης και εξαντλώντας κάθε έννοια εργοδοτικής πρόνοιας, τον κάλεσε, με την από 6-8-2018 εξώδικη δήλωσή της, να προτείνει ο ίδιος κάποια άλλη ισότιμη και υπάρχουσα θέση απασχόλησης, στην οποία επιθυμούσε να εργαστεί.
Ρητά δε του επισημάνθηκε ότι, σε περίπτωση που και πάλι θα αρνείτο να απαντήσει στην πρότασή της, η εταιρία θα βρισκόταν στη δυσάρεστη θέση να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ο ενάγων όμως, σε απάντηση, απέστειλε προς αυτήν την από 9-8-2018 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία της δήλωνε ότι ενέμενε στην απόφασή του να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του σε μία ειδικότητα απασχόλησης που είχε καταργηθεί.
Κατόπιν τούτου, η εναγομένη στις 14-8-2018 προέβη σε καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, κοινοποιώντας του το από 13-8-2018 έντυπο καταγγελίας (βλ. αντίγραφο αυτής με την επ' αυτού από 14-8-2018 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Α. Κ.). Συνάγεται λοιπόν από τα ανωτέρω ότι η πρόταση της εναγομένης για απασχόληση του ενάγοντος στη θέση του προϊσταμένου κρεοπωλείου της, άλλως δε σε οποιαδήποτε άλλη θέση αυτός επιθυμούσε, και η μη απασχόλησή του σε θέση υπευθύνου παραγωγής και ταξινομητή σφαγής, δεν συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης.
Τούτο δε διότι, η προαναφερθείσα θέση απασχόλησης είχε ήδη καταργηθεί στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας της εταιρίας, τα δε καθήκοντα του υπευθύνου παραγωγής ασκεί πλέον αποκλειστικά και μόνον ο νόμιμος εκπρόσωπός της, ενώ τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν δεν ήταν υποδεέστερα αυτών που πρότερον ασκούσε, αντιθέτως περιελάμβαναν εργασία σε χώρο μη ανθυγιεινό εκτός των εγκαταστάσεων του σφαγείου, και από τη μεταβολή αυτή δεν επήλθε η οποιαδήποτε υλική ή ηθική του μείωση.
Η απόφαση, συνεπώς, της διοίκησης της εταιρίας για απασχόλησή του στην προταθείσα θέση λήφθηκε εντός των πλαισίων του διευθυντικού της δικαιώματος και κατ' ορθή ενάσκηση αυτού, με στόχο την καλύτερη οργάνωση της επιχείρησής της και την εξυπηρέτηση των λειτουργικών της αναγκών. Η προταθείσα μονομερής μεταβολή ήταν, με αντικειμενικά κριτήρια, δικαιολογημένη από τις προεκτεθείσες συνθήκες και ανάγκες της επιχείρησης της εναγομένης και δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν στο διευθυντικό δικαίωμα αυτής η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Η εναγομένη, σε εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και προκειμένου να αποφευχθεί το έσχατο μέσο της απόλυσης, ενόψει των συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί, πρότεινε σ' αυτόν από τον χρόνο της προσέλευσής του στην εταιρία, κατά τα προεκτιθέμενα, αρχικά μεν να αναλάβει τη θέση του προϊσταμένου οποιουδήποτε από τα δύο κρεοπωλεία της, στη …, άλλως δε τη θέση του υπευθύνου των δύο κρεοπωλείων (θέση ανώτερη από τη θέση του υπευθύνου του κάθε κρεοπωλείου, αφού θα έλεγχε και θα καθοδηγούσε τη δράση των δύο καταστημάτων με το προσωπικό τους), μετά δε την άρνησή του να συναινέσει στην αποφασισθείσα μεταβολή, τον κάλεσε, για ύστατη φορά, στις 6-8-2018, να προτείνει ο ίδιος κάποια άλλη ισότιμη και υπάρχουσα θέση απασχόλησης, στην οποία επιθυμούσε να εργαστεί, προκειμένου να εξευρεθεί μια αμοιβαία αποδεκτή λύση, η οποία θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και των δύο μερών.
Μετά από την άρνησή του να αποφασίσει ο ίδιος και την εμμονή του σε απασχόληση σε μία ήδη καταργηθείσα θέση, η εναγομένη, έχοντας πλέον εξαντλήσει τη διερεύνηση κάθε ηπιότερου μέτρου, προέβη στις 14-8-2018 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Και, ναι μεν, από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, με την οποία τιμωρούνται με τις αναφερόμενες ποινές ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποί του που "...αρνούνται την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου που η απόλυσή του έχει κριθεί άκυρη με δικαστική απόφαση", αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ προκύπτει υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες από τον μισθωτό, η καταγγελία της σύμβασης του οποίου κρίθηκε από το δικαστήριο άκυρη.
Όμως, η τοποθέτηση του εργαζομένου σε συγκεκριμένη θέση απασχόλησης ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, το οποίο θα πρέπει να ασκείται καλόπιστα και κατά τρόπο που να μην συνιστά βλαπτική μεταβολή. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εναγομένη είχε την ευχέρεια να τον απασχολήσει σε μία από τις κατωτέρω αναφερόμενες ισότιμες θέσεις απασχόλησης, που όμως δεν το έπραξε, ενεργούσα κακόπιστα.
Ο ισχυρισμός του όμως αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθώς α) η θέση του υπευθύνου προγράμματος εκπαίδευσης, στην οποία ο ενάγων αναφέρεται, δεν δικαιολογεί πλήρες ωράριο απασχόλησης. Το έργο της εκπαίδευσης του προσωπικού της επιχείρησης που απασχολείται στο αντικείμενο της σφαγής πραγματοποιείται μία με δύο φορές ετησίως και η εταιρία το έχει αναθέσει στον εξωτερικό συνεργάτη κτηνίατρο- πανεπιστημιακό Δ.
Κ., β) και η θέση του υπευθύνου καταπολέμησης τρωκτικών δεν δικαιολογεί πλήρες ωράριο απασχόλησης. Η εργασία αυτή πραγματοποιείται μία φορά τον μήνα από ειδικό υγιεινολόγο, ο οποίος επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις της, πραγματοποιεί απεντόμωση, τοποθετεί δολώματα κλπ. και η εταιρία το έχει αναθέσει στον εξωτερικό συνεργάτη της Β.
Ι., γ) αναφορικά με τη θέση του υπευθύνου διαχείρισης συστήματος καταλληλότητας τροφίμων HACCP, στην οποία ομοίως ο εναγών αναφέρεται, θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την υγιεινή των τροφίμων, είναι υποχρεωτική για τους υπευθύνους των επιχειρήσεων τροφίμων η θέση και εφαρμογή μιας διαρκούς διαδικασίας που θα βασίζεται στις αρχές του HACCP και η οποία αποσκοπεί στην προστασία της υγείας του καταναλωτή και στην ασφάλεια των τροφίμων.
Το έργο όμως αυτό, της διαχείρισης του συστήματος καταλληλότητας τροφίμων, η εναγομένη το έχει αναθέσει σε ομάδα τεσσάρων ατόμων, καθένας από τους οποίους έχει αναλάβει συγκεκριμένα καθήκοντα. Ειδικότερα, υπεύθυνος έχει οριστεί ο Ι. Μ., αναπληρωτής υπεύθυνος ο Δ. Μ., υπεύθυνος τεχνικού τμήματος και αρμόδιος για τη συντήρηση μηχανημάτων έχει οριστεί ο Ο.
Π., αρμόδιος για την καθαριότητα έχει οριστεί ο Χ. Λ. και υπεύθυνη για τον έλεγχο αγορών- πωλήσεων έχει οριστεί η Σ. Τ.. Οι τελευταίοι είναι εργαζόμενοι της εταιρίας, ο μεν Ο. Π. και ο Χ. Λ., ως υπάλληλοι στους χώρους του σφαγείου και η Σ. Τ. ως υπάλληλος του λογιστηρίου, έχουν λάβει την απαιτούμενη πιστοποίηση εκπαίδευσης, ώστε να είναι σε θέση να εκτελούν τους αναγκαίους ελέγχους και απασχολούνται με το αντικείμενο αυτό παράλληλα με τα λοιπά κύρια καθήκοντά τους.
Η ενασχόληση δε όλων αυτών με το προκείμενο αντικείμενο δεν υπερβαίνει τις πέντε ώρες μηνιαίως και ως εκ τούτου και η προκειμένη ειδικότητα δεν δικαιολογεί πλήρες ωράριο απασχόλησης. Τέλος, δ) ισχυρίζεται ακόμη ο ενάγων ότι η εναγόμενη θα μπορούσε να του αναθέσει τη θέση του υπευθύνου αποθήκης. Όμως η εταιρία δεν διαθέτει αποθήκη και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε αυτός να απασχοληθεί με μία τέτοια ειδικότητα.
Πέραν τούτων όμως, όπως και αμέσως ανωτέρω αναφέρεται, η εναγομένη πριν την καταγγελία της ένδικης εργασιακής σύμβασης παρέσχε στον ενάγοντα τη δυνατότητα επιλογής οποιοσδήποτε άλλης θέσης αυτός επιθυμούσε, που όμως δεν το έπραξε τη δεδομένη εκείνη χρονική στιγμή, επιλέγοντας συνειδητά να απορρίψει κάθε πρότασή της για εργασία σε θέση άλλη, πλην της καταργηθείσας.
Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ουδόλως υπαγορεύτηκε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του, επειδή δήθεν αυτός είχε ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, όπως αβασίμως υποστηρίζει. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι η από 14.8.2018 καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του νόμου που πιο πάνω αναφέρονται και πλημμελώς τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά τα βάσιμα περί τούτων από την εκκαλούσα- εναγομένη υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης....
Ούτε όμως πάσχει ακυρότητας η (από 13.8.2018) καταγγελία λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης. Πλέον συγκεκριμένα, όπως και πιο πάνω αναφέρεται και δέχθηκε με ισχύ δεδικασμένου η 1661/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η εναγομένη, μετά την από 18-3-2015 καταγγελία και τη γνωστοποίηση προς αυτήν της με αριθ.
…2015 απαλλακτικής Διάταξης του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας, προέβη σε καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης. Αναλυτικότερα, οι καταβολές έχουν ως ακολούθως: α) ποσό 1.777,76 ευρώ κατέβαλε στις 22-2-2016 για την πρώτη δόση της αποζημίωσης, β) ποσό 1.777,76 ευρώ κατέβαλε στις 26-4-2016 για τη δεύτερη δόση, γ) ποσό 1.777,76 στις 22-6-2016 για την τρίτη δόση, δ) ποσό 1.777,76 ευρώ στις 17-8-2016 για την τέταρτη δόση, ε) ποσό 1.777,76 ευρώ στις 20-10-2016 για την πέμπτη δόση, στ) ποσό 1.777,76 ευρώ στις 19-12-2016 για την έκτη δόση της αποζημίωσης, ζ) ποσό 1.777,76 ευρώ στις 17-2-2017 για την έβδομη δόση της αποζημίωσης, η) ποσό 1.777,76 ευρώ στις 20-4-2017 για την όγδοη δόση και θ) ποσό 888,94 ευρώ στις 20-6-2017 για την ένατη δόση της αποζημίωσης.
Ήτοι, εν συνόλω κατέβαλε για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 15.111,02 ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του, με βάση υπολογισμού τον χρόνο προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει στις 12-11-2012 και με βάση τον καταβαλλόμενο νόμιμο μηνιαίο μισθό του, ύψους 761,90 ευρώ. Με την 1661/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε όμως ότι η από 18-3-2015 άνω καταγγελία ήταν άκυρη και η σύμβαση εργασίας του ουδέποτε λυθείσα και η εναγομένη υποχρεώθηκε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Έτσι, κατά τον χρόνο της δεύτερης καταγγελίας (14-8-2018) η εναγομένη διατηρούσε έναντι του ενάγοντος ενεργό αξίωση επιστροφής της αποζημίωσης, ως αχρεωστήτως καταβληθείσας (ΑΚ 904 επ.). Η αξίωση αυτή ήταν και ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο της δεύτερης καταγγελίας, δοθέντος ότι είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση που έκρινε άκυρη την πρώτη απόλυση.
Για τον λόγο αυτόν, με το έγγραφο της δεύτερης καταγγελίας δήλωσε προς τον ενάγοντα ότι προβαίνει σε εξώδικο συμψηφισμό της δικής της ανταπαίτησης με την αξίωσή του για καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (βλ. το έγγραφο της υπό ημερομηνία 13-8-2018 καταγγελίας), η οποία ανερχόταν στο αυτό ποσό, των 15.111,02 ευρώ, καθώς οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του παρέμεναν στο αυτό ύψος (των 761,90 ευρώ).
Έτσι, έχει καταβληθεί, κατόπιν μονομερούς συμψηφισμού, η νόμιμη αποζημίωση για τη δεύτερη καταγγελία. Βεβαίως, ο ενάγων με τη με αριθ. κατάθεσης …2018 αγωγή του, με την οποία αξιώνει μισθούς υπερημερίας μετά την κριθείσα άκυρη πρώτη καταγγελία, για το χρονικό διάστημα από τις 15-3-2015 και εντεύθεν, ύψους 44.930,81 ευρώ, δηλώνει ότι "αφαιρεί δια συμψηφισμού το ποσόν 15.111,02 ευρώ, το οποίον ήδη κατεβλήθη εκ της αντιδίκου ως άτοκος αποζημίωσις εις δόσεις..." και ότι εκ του λόγου τούτου περιορίζεται η άνω απαίτησή του στο ποσό των 44.930,81 μείον 15.111,02 = 29.792,79 ευρώ, νομιμοτόκως. ......
Εν προκειμένω, κατά τον χρόνο που ο ενάγων έκανε επίκληση του συμψηφισμού, η απαίτησή του, που αφορούσε στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας τριών και πλέον ετών, υπέκειτο σε ανατρεπτικές ουσιαστικές ενστάσεις εκ μέρους της εναγομένης, καθώς δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να έχει κρίνει οριστικά επί του ζητήματος αυτού και, ως εκ τούτου, μη νομίμως προέβη στη δήλωση συμψηφισμού. Η δήλωσή του εξάλλου αυτή δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε ως καταλογισμός κατ' άρθρο 422 ΑΚ, καθώς προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι, πλέον των άλλων, ότι ο οφειλέτης δεν έχει ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Ο προσδιορισμός από τον οφειλέτη είναι δεσμευτικός για τον δανειστή, ο οποίος, αν δεν τον δεχτεί και επιθυμεί να καταλογίσει την καταβολή σε άλλο χρέος, καθίσταται υπερήμερος.
Εν προκειμένω, όμως, η οφειλέτρια εναγομένη κατά την τμηματική καταβολή της αποζημίωσης, μετά την κριθείσα άκυρη πρώτη καταγγελία, όρισε ότι τα καταβαλλόμενα ποσά δίνονται για την προαναφερθείσα αιτία και ως εκ τούτου δεν έχει έδαφος εφαρμογής ούτε η διάταξη του άρθρου αυτού. Εφόσον, επομένως, ο συμψηφισμός ασκήθηκε νομίμως από την δικαιούχο εναγομένη στις 14-8-2018, με την κοινοποίηση του εγγράφου της δεύτερης καταγγελίας, επήλθε απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικώς, άρα και της απαίτησης του ενάγοντος για την (εκ νέου) καταβολή της αποζημίωσης, και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν έγινε ή όχι αποδεκτός από αυτόν.
Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται ακυρότητα της δεύτερης καταγγελίας ούτε λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που α) απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα παραδεκτά πρωτοδίκως (βλ. πρωτόδικα πρακτικά και έγγραφες προτάσεις της) ισχυρισμό της εναγομένης περί μονομερούς συμψηφισμού, της άνω ανταπαίτησής της κατ' αυτού, ύψους 15.111,02 ευρώ, με την ομοειδή, ισόποση και ληξιπρόθεσμη απαίτησή του έναντι αυτής για καταβολή αποζημίωσης κατά τη δεύτερη καταγγελία και, μετά ταύτα, β) έκρινε ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη (και) λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και, σε συνέχεια των παραδοχών αυτών, έκανε μερικώς δεκτή τη με αριθ.
καταθ …12.9.2018 αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως η εναγομένη παραπονείται με τους πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσης.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την αντέφεση του εναιρεσείοντος και δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν το κονδύλιο των αποδοχών υπερημερίας, της πρώτης αγωγής και ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την αναγνώριση της ακυρότητας της από 14.8.2018 δεύτερης καταγγελίας και της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης σε αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, της δεύτερης αγωγής και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει την πρώτη αγωγή, επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα μισθούς υπερημερίας ύψους 10.696,94 ευρώ και απέρριψε κατ' ουσία την δεύτερη αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας της δεύτερης καταγγελίας και της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης σε αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος.
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ.8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικά ότι ενώ πρόβαλε με την πρώτη εκ των αγωγών του, με την οποία αξιώνει μισθούς υπερημερίας μετά την κριθείσα άκυρη πρώτη καταγγελία, τον ισχυρισμό περί συμψηφισμού της απαίτησης της αναιρεσίβλητης που απορρέει από την καταβληθείσα πρώτη αποζημίωση με την απαίτησή του που αφορούσε την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, συμψηφισμός που είχε ως αποτέλεσμα την απόσβεση των ανωτέρω εκατέρωθεν απαιτήσεων, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό περί συμψηφισμού και αφαίρεσε δύο φορές το ποσό της αρχικής καταβληθείσας και οφειλόμενης αποζημίωσης, επιπλέον δε, δεχόμενο ότι η αποζημίωση που καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη για την πρώτη καταγγελία, μπορεί να συμψηφιστεί με αποζημίωση για τη δεύτερη καταγγελία, παραβίαζε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.4 του ν.2556/1997, που αντικατέστησε το άρθρο 5 παρ.3 του ν.3198/1955, κατά τις οποίες η αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της καταγγελίας, τακτικές αποδοχές.
Πλην, όμως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δεχόμενο την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί συμψηφισμού της απαίτησής της, που αφορούσε την αχρεωστήτως καταβληθείσα αποζημίωση για την πρώτη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με την ισόποση ανταπαίτηση του αναιρεσείοντος για αποζημίωση απόλυσης, λόγω της δεύτερης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και, απορρίπτοντας έτσι το αγωγικό αίτημα περί ακυρότητας της δεύτερης καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440, 441, 664, 689 παρ.2, 904, 910, 911 AK, 1 και 3 του ν.2112/1920, 1 και 5 του ν.3198/1955 όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.4 του ν.2556/1997, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και δεν προσέδωσε σ' αυτές, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως η έννοια της αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν.
Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) η αναιρεσίβλητη, η οποία είχε καταβάλει σε προγενέστερο χρόνο της δήλωσης εξώδικου συμψηφισμού, τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης λόγω της από 18.3.2015 πρώτης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, είχε ενεργή και ληξιπρόθεσμη αξίωση επιστροφής της αποζημίωσης, ύψους 15.111.02 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθείσας, αφού με την 1661/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είχε κριθεί άκυρη η ανωτέρω πρώτη καταγγελία και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος, β) με την πρόταση της αναιρεσίβλητης, που εμπεριέχεται στο με ημερομηνία 13.8.2018 έγγραφο της δεύτερης καταγγελίας, που κοινοποιήθηκε στις 14.8.2018, με την οποία πρότεινε σε εξώδικο συμψηφισμό την ανωτέρω έγκυρη, νομικώς τέλεια και ληξιπρόθεσμη απαίτησή της με την ισόποση ανταπαίτηση του αναιρεσείοντος περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης λόγω της δεύτερης καταγγελίας, επήλθε απόσβεση των εκατέρωθεν αμοιβαίων απαιτήσεων, οι οποίες συνυπήρξαν και γ) ο προτεινόμενος με την πρώτη αγωγή ισχυρισμός για αφαίρεση δια συμψηφισμού εκ του κονδυλίου των μισθών υπερημερίας από 15.3.2015 και εντεύθεν, μετά την ακύρωση της πρώτης καταγγελίας, του ποσού των 15.111,02 ευρώ, δεν αποτελεί νόμιμη δήλωση προς συμψηφισμό, καθόσον η απαίτηση που προτείνει ο αναιρεσείων δεν είναι νομικώς τέλεια και υπόκειται σε ανατρεπτικές ενστάσεις εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, επιπλέον δε δεν μπορεί να εκτιμηθεί και ως καταλογισμός κατ' άρθρο 422 ΑΚ, αφού ήδη η αναιρεσίβλητη προσδιόρισε ότι τα καταβαλλόμενα από την ίδια ποσά δίνονται για την καταβολή της αποζημίωσης, προσδιορισμός που είναι δεσμευτικός για τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, αν δεν τον δεχτεί και επιθυμεί να καταλογίζει την καταβολή σε άλλο χρέος, καθίσταται υπερήμερος, δικαιολογούσαν την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος περί αναγνώρισης της ακυρότητας της δεύτερης από 13.8.2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και της αποδοχής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ανωτέρω αναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε την απόσβεση δια συμψηφισμού των ανωτέρω απαιτήσεων, παρόλο που με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του ν.2556/1997, που αντικατέστησε την παρ.3 του άρθρου 5 του ν.3198/1955, ρητά ορίζεται ότι η αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω ακύρωσης της καταγγελίας τακτικές αποδοχές, είναι αβάσιμη, στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού και οι απαιτήσεις για καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυόμενου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δεν αποτελούν μισθό και δύναται κατά τα ανωτέρω, συντρεχόντων των λοιπών προϋποθέσεων, να προταθούν σε συμψηφισμό.
Επίσης, ο πρώτος λόγος και κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό του ισχυρισμό περί απόσβεσης δια του συμψηφισμού της απαίτησης της αναιρεσίβλητης που απέρρεε από την καταβληθείσα πρώτη αποζημίωση με την απαίτηση του αναιρεσείοντος περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι η δήλωση του αναιρεσείοντος περί συμψηφισμού της απαίτησής του που αφορούσε την καταβολή αποδοχών υπερημερίας δεν είναι νόμιμη, αφού πρόκειται για απαίτηση που υπόκειτο σε ανατρεπτικές ουσιαστικές ενστάσεις εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και δεν μπορούσε να εκτιμηθεί ούτε και ως καταλογισμός, κατ' άρθρο 422 ΑΚ, καθόσον η αναιρεσίβλητη προσδιόρισε ότι τα ποσά που κατέβαλε αχρεωστήτως στον αναιρεσείοντα ως αποζημίωση απόλυσης της πρώτης καταγγελίας, δίνονται προς εξόφληση της αξίωσης του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, λόγω της δεύτερης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του.
Περαιτέρω, με τους δεύτερο, κατά το οικείο σκέλος του, και τέταρτο λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και ειδικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικότητας της άσκησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της δεύτερης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Πλην, όμως, με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 παρ.2 ΑΚ, 1 και 7 του ν.2112/1920 και 1, 5 του ν.3198/1955, 2 παρ. 4 του ν.2556/1997 τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, συντρέχουν, στην προκείμενη περίπτωση, οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή δεν συνέτρεξαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις περί ακυρότητας της δεύτερης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ως καταχρηστικής, αναφέροντας συγκεκριμένα τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή κατωτέρω παραδοχές, ήτοι:
α) ότι η αναιρεσίβλητη, ήδη από τον Φεβρουάριο 2017, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο μεν της έκδοσης της πρωτόδικης 17/ΕΡ-ΔΙ/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που έκρινε έγκυρη την πρώτη από 18.3.2015 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, προγενέστερο όμως της έκδοσης της 1661/2018 τελεσίδικης απόφασης, που δέχτηκε τα αντίθετα και αναγνώρισε την ακυρότητα της ανωτέρω πρώτης καταγγελίας, έλαβε την επιχειρηματική απόφαση για κατάργηση της θέσης του υπευθύνου παραγωγής και ταξινομητή σφαγής, για την οποία δεν απαιτείται η κατοχή πτυχίου τεχνολόγου- γεωπόνου, καθώς επρόκειτο για μία θέση που κατά κύριο λόγο αφορά στη διαδικασία της σφαγής και στην επικοινωνία με τους πελάτες και ανέθεσε την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών, στον ίδιο τον νόμιμο εκπρόσωπό της, απόφαση που λήφθηκε στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας και την εξυπηρέτηση των λειτουργικών της αναγκών και κρίθηκε επιβεβλημένη λόγω των θεαματικών αποτελεσμάτων που είχε η ενασχόληση του νομίμου εκπροσώπου της με τη διαδικασία της σφαγής και την ανάπτυξη επαφών με τους πελάτες, β) ότι με την επάνοδο του στην εργασία, στις 12.7.2018, ο αναιρεσείων ενημερώθηκε από τη διοίκηση για την κατάργηση της θέσης και του προτάθηκε να αναλάβει καθήκοντα προϊσταμένου κρεοπωλείου της, στη … ή, εφόσον το επιθυμούσε, να αναλάβει τη θέση προϊσταμένου και των δύο κρεοπωλείων που διατηρούσε η αναιρεσίβλητη στη …, χωρίς μείωση αποδοχών, καλύπτοντας τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής με δημόσιο συγκοινωνιακό μέσο και υπολογίζοντας ως χρόνο εργασίας και το χρόνο μετάβασής του στη …, ήτοι μία ώρα ημερησίως, ώστε να μην αυξηθεί ο συνολικός χρόνος εργασίας του, δεδομένου ότι ήδη ο αναιρεσείων για τη μετάβαση και την επιστροφή του από την εργασία του στα σφαγεία, που βρίσκονται στο …, ανάλωνε χρόνο μισής ώρας συνολικά, που δεν περιλαμβανόταν στον χρόνο απασχόλησής του, γ) ότι η προτεινόμενη στον αναιρεσείοντα, ανωτέρω θέση, δεν συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, αλλά αντιθέτως ήταν δικαιολογημένη από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης και η πρόταση αυτή δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν στο διευθυντικό δικαίωμα αυτής η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Ειδικότερα η θέση αυτή ουδόλως ήταν υποδεέστερη της καταργηθείσας θέσης που απασχολείτο, καθόσον η θέση του προϊσταμένου- υπεύθυνου κρεοπωλείου περιλαμβάνει την απασχόλησή του σε ένα καθαρό περιβάλλον, εκτός του χώρου των σφαγείων, την εποπτεία και επίβλεψη των υπαλλήλων του κρεοπωλείου, την οργάνωση και διοίκηση του κρεοπωλείου, την ενημέρωση της διοίκησης, τη ρύθμιση του χρόνου χορήγησης των αδειών του προσωπικού και την επαφή με τους πελάτες της επιχείρησης, δ) ότι ο αναιρεσείων, κατά την επιστροφή του στον εργασιακό του χώρο, ενημερώθηκε για την κατάργηση της θέσης που απασχολείτο και εκλήθη με τη από 6-8-2018 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης να προτείνει ο ίδιος κάποια άλλη ισότιμη και υπάρχουσα θέση απασχόλησης, στην οποία επιθυμούσε να εργαστεί.
Ότι αυτός αρνείτο αδικαιολόγητα να εκτελέσει οποιοδήποτε αντικείμενο εργασίας, κυκλοφορώντας στους χώρους της επιχείρησης, αποφεύγοντας την επικοινωνία με τους συναδέλφους του, και απέφευγε να δώσει σαφή απάντηση επί της πρότασης της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα η τελευταία, μετά την ανταλλαγή εξώδικων δηλώσεων των διαδίκων και την εκπεφρασμένη στις ανωτέρω εξώδικες δηλώσεις βούληση του αναιρεσείοντος να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του στην ήδη καταργηθείσα θέση, προέβη, στις 14.8.2018, σε καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, κοινοποιώντας το από 13.8.2018 έντυπο καταγγελίας και ε) ότι η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε κακόπιστα με το να μην απασχολήσει τον αναιρεσείοντα στις προτεινόμενες από αυτόν θέσεις εργασίας, που είχε (η αναιρεσίβλητη) ευχέρεια να τον απασχολεί και ειδικά στη θέση του υπευθύνου προγράμματος εκπαίδευσης, στη θέση του υπευθύνου καταπολέμησης τρωκτικών, στη θέση του υπευθύνου διαχείρισης συστήματος καταλληλότητας τροφίμων HACCP και στη θέση του υπευθύνου αποθήκης, καθόσον οι τρεις πρώτες εξ αυτών δεν δικαιολογούσαν πλήρες ωράριο απασχόλησης, η δε τέταρτη δεν υφίστατο, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν διέθετε αποθήκη και δεν μπορούσε να τον απασχοληθεί με μία τέτοια ειδικότητα.
Συνεπώς οι δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος του και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτες, καθόσον αποτελούν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και στα πραγματικά επιχειρήματα, συνεχόμενα με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, που δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου εξ αυτών και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, 42/2002).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.). (ΑΠ 498/2018, ΑΠ 950/2018). Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 18/2021,ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (Ολ.ΑΠ 8/2016, ΑΠ 157/2022, ΑΠ 779/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του περί καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και ειδικά πάντα τα έγγραφα και μαρτυρίες ατόμων με τα οποία είχε αντιδικία και κατά των οποίων πέτυχε την καταδίκη τους και κατέληξε, βάσει των μαρτύρων που έχουν καταδικαστεί αμετακλήτως ως εξυβρίσαντες, βιαιοπραγήσαντες και αναληθώς καταθέσαντες εναντίον του, σε εσφαλμένο συμπέρασμα ότι ο ίδιος είναι οκνηρός και εκδικητικός σε πλήρη διάψευση του όγκου των αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν το αντίθετο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, καθώς επίσης αν επικαλέστηκε και προσκόμισε τα αποδεικτικά αυτά μέσα στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίστηκαν είναι ουσιώδης και τα αποδεικτικά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ.γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται, αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, καθώς και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί, έτσι, στην εξέλιξη της διαδικασίας, για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚπολΔ (ΑΠ 1278/2019, ΑΠ 483/2011, ΑΠ 2120/2007).
Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται η από τον αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ.10, όπως εσφαλμένα τιτλοφορείται στο αναιρετήριο) πλημμέλεια και ειδικά προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος, που επανέφερε με λόγο έφεσης, με το οποίο αιτούταν την καταβολή χρηματικής ποινής 150 ευρώ για κάθε ημέρα που η αναιρεσίβλητη δεν τον απασχόλησε στα καθήκοντά του, μη συμμορφούμενη με την 1661/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επέβαλε την ανωτέρω χρηματική ποινή.
Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν το άφησε αδίκαστο το ανωτέρω αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος και επιλήφθηκε και επί αυτού, κρίνοντάς το ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος, για το χρονικό διάστημα από 6.7.2018 μέχρι και 11.7.2018 και δεν βρισκόταν σε υπερημερία, αφού ο αναιρεσείων, πέραν της επίδοσης της τελεσίδικης 1661/2018 απόφασης προς γνώση και συμμόρφωση, δεν προσήλθε στις εγκαταστάσεις της αναιρεσίβλητης προς ανάληψη εργασίας.
Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, με την οποία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση περί το δεδικασμένο, αναφέροντας ειδικά ότι παραβιάστηκε το δεδικασμένο έξι δικαστικών αποφάσεων που έκριναν την ύπαρξη εκδικητικότητας και καταχρηστικότητας σε βάρος του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, είναι αόριστη, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο των προηγηθεισών δικών από τις οποίες απορρέει το δεδικασμένο, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτές με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των εν λόγω ζητημάτων και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της απόφασης. (ΑΠ 782/2022).
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.11.2021 αίτηση του Σ. Π. για αναίρεση της 1408/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ