Supreme Court dismisses appeal against appellate court's evidence assessment regarding promissory notes and construction contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's decision on 190/2017. The appellants argued the lower court erred in evaluating evidence concerning promissory notes and separate construction agreements with the plaintiff's father. The court held that the appellate court correctly assessed the evidence without needing to correct the factual finding, as the appeal did not challenge the court's evaluation but rather alleged a diagnostic error in interpreting the documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 8; Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged error in the assessment of evidence is inadmissible if the appellate court correctly evaluated the evidence and the appeal does not challenge the factual finding but rather the interpretation of documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 759 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 759/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Θ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο … Νομού … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Θ. Β. του Γ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γοργόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ν. του Π., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Αλεξάνδρα Μπότσιου.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου Αλεξάνδρα Μπότσιου, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019). Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 61/2020, ΑΠ 445/2018, ΑΠ 801/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ Α' 104) "σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε παρέστη με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 11.2.2019, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 11.5.2020, έγινε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων (βλ.
προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. 8978β/19.4.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ιωαννίνων Γ. Ε.). Από αυτή προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο (11.2.2019) επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την 19.4.2018.
Επομένως, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (κατ' άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ) για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 11.5.2020, οπότε ο Γραμματέας του Δικαστηρίου μετέφερε αυτήν στο πινάκιο της νέας δικασίμου που ορίστηκε και στη σειρά των υποθέσεων που έπρεπε να συζητηθούν κατ` αυτήν.
Κατά την τελευταία δικάσιμο (11.5.2020), η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, δυνάμει της υπ' αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.18176 ΚΥΑ Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΦΕΚ 864 Β'/15-3-2020), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του" ( ΦΕΚ Α' 55).Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 (Α' 104), εκδόθηκε η από 2.9.2020 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και ορίστηκε οίκοθεν ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (23.11.2020 και ώρα 09.30), ενώ παράλληλα με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό 53, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνεπώς, δεν χρειαζόταν νέα κλήση του αναιρεσιβλήτου για εμφάνισή του στη δίκη, αφού η αναγραφή στο πινάκιο της μετ` αναβολή δικασίμου και η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ και 74 παρ. 2 ν. 4690/2020). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, εφ` όσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκείμενης υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 190/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9.7.2015 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 159/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κυρία βάση της από 12.5.2014 κατ' αυτών αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 227.000 ευρώ ,με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 2/2011). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμούς 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1392/2017, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 992/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.
Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).
Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται κατ' αρχήν σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. άρθρα 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156 ΑΚ). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1125/2020, ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018).
Για την πληρότητα της αγωγής από αιτιώδη αναγνώριση χρέους, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωριζόμενο χρέος, αρκεί παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία γι' αυτήν (ΑΠ 294/2018, ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 713/2012).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 12.5.2014 αγωγής, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι δυνάμει του από 9.12.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργών αφενός με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εταιρίας και αφετέρου ατομικά, αναγνώρισε ότι του οφείλεται ποσό 227.000 ευρώ, ως υπόλοιπο εργολαβικού ανταλλάγματος για την εκτέλεση του αναφερομένου στην αγωγή έργου, υποσχέθηκε δε να εξοφλήσει την οφειλή αυτή εκδίδοντας προς τούτο, για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτόν άνω εταιρίας και σε διαταγή του (ενάγοντος), τις υπ' αριθ.
…-… και …-… μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 129.000 και 98.000 ευρώ αντιστοίχως, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 17.1.2010 και 21.12.2009 αντιστοίχως, σε χρέωση λογαριασμού, που τηρούσε η τελευταία στη Συνεταιριστική Τράπεζα Ηπείρου, οι οποίες, καίτοι εμφανίσθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου.
Ότι παρά τις οχλήσεις του και το γεγονός ότι επιδόθηκε εξώδικη όχληση στην πρώτη εναγομένη στις 22.2.2013 η οφειλή δεν έχει εξοφληθεί. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ως άνω ποσό (227.000 ευρώ), με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, από τη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και, επικουρικώς, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή, κατά την κυρία βάση της, είναι νόμιμη και πλήρως ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτή τα απαιτούμενα στοιχεία, καθόσον γίνεται επίκληση κατάρτισης σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, δημιουργικής νέας αυτοτελούς ενοχής ανεξάρτητης από την υποκείμενη αιτία, δεν απέβλεψαν δε σε απλή επιβεβαίωση της υπάρχουσας από τη σύμβαση έργου ενοχής, καθώς και σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρο 477 ΑΚ) του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ατομικά, από την αναγνώριση της οφειλής, εκ μέρους της οφειλέτριας πρώτης εναγομένης, ρυθμίζεται δε ο τρόπος καταβολής της αναγνωρισθείσης οφειλής (χρόνος και επιμέρους ποσά), δηλαδή εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που πληρούν τη νομική έννοια της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρο 361 ΑΚ).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο κρίνοντας ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου θεμελιώνεται σε σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, που δημιουργεί νέα αυτοτελή ενοχή, ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, της σύμβασης έργου, η οποία συνέδεε τους διαδίκους, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, ήταν εφαρμοστέα, αφού περιέχονται τα απαιτούμενα στοιχεία αυτής, καθόσον γίνεται επίκληση κατάρτισης σύμβασης αναγνώρισης χρέους, με σκοπό δημιουργίας νέας ενοχής, ανεξάρτητης της αιτίας του.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτό, με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν αξιολόγησε την αγωγή, ως στηριζόμενη σε σύμβαση έργου, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 8-8-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας) εταιρίας, οµόρρυθµος εταίρος και διαχειριστής της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσείων), ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει σε οικόπεδο, επιφάνειας 4.950 τ.µ.
και κυριότητας της πρώτης εναγομένης που βρίσκεται στη θέση "…." …, δύο κτίρια διαστάσεων 13µ. Χ 20µ. και 15µ Χ 25µ. µε υπόγειο, όπως αυτά προβλέπονται στη µε αριθμό …/….5.2008 άδεια οικοδομής (βιοτεχνία αθλητικών ειδών) της Διεύθυνσης της Νοµαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, καθώς και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου.
Το εργολαβικό αντάλλαγμα ορίστηκε στο ποσό των 625.000 ευρώ. Κατόπιν νεότερης προφορικής συμφωνίας των ανωτέρω συμβαλλομένων, περιορίστηκαν οι εργασίες που θα εκτελούσε ο ενάγων και το εργολαβικό αντάλλαγμά του ορίστηκε στο ποσό των 372.849,60 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά µε τη σταδιακή περίπτωση των εργασιών, που θα έπρεπε να ολοκληρωθούν έως τις 30.11.2008, ενώ τμήμα του έργου ανατέθηκε στον πατέρα του ενάγοντος Π.
Ν., αντί άλλου εργολαβικού ανταλλάγματος, µη αφορώντας (εκείνο το εργολαβικό αντάλλαγμα την κρινόμενη αγωγή). Όπως αποδείχθηκε και δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι, ο ενάγων ολοκλήρωσε εμπρόθεσμα και παρέδωσε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία το ανωτέρω έργο που ανέλαβε. Με το από 9.12.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο δεύτερος εναγόμενος ενεργώντας ατομικά και µε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης, αναγνώρισε ότι οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 227.000 ευρώ, ως υπόλοιπο από την κατασκευή των ανωτέρω κτιρίων, υποσχέθηκε δε να εξοφλήσει την ανωτέρω οφειλή εκδίδοντας σε διαταγή του ενάγοντος τις µε αριθμούς …-… και …-… επιταγές, ποσών 129.000 και 98.000 ευρώ, µε αναγραφόµενες ημερομηνίες έκδοσης την 17.1.2010 και 21.12.2009 αντίστοιχα, σε χρέωση λογαριασμού που τηρούσε η πρώτη εναγόμενη στη Συνεταιριστική Τράπεζα Ηπείρου, ενώ συμφωνήθηκε επιπλέον ότι οποιαδήποτε συμφωνία μετά την υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης παύει να ισχύει.
Με το συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους ... αφού η βούληση των διαδίκων ήταν η δημιουργία νέας ενοχικής σχέσης, αυτοτελούς και ανεξάρτητης από την υποκείμενη αιτία και δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση της υπάρχουσας ήδη ενοχής.
Τούτο σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, στο οποίο αφενός γίνεται μνεία της αιτίας του χρέους, αφετέρου κανονίζεται και ο τρόπος εξόφλησής του. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας ο δεύτερος εναγόμενος εξέδωσε για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτόν πρώτης εναγομένης και παρέδωσε στον ενάγοντα την …-… επιταγή, εις διαταγήν του ενάγοντος ποσού 129.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 17.1.2010, καθώς και την …-… επιταγή, στην οποία δεν συμπλήρωσε ποσό και ημερομηνία έκδοσης.
Ακολούθως, επειδή στο λογαριασμό της εκδότριας πρώτης εναγομένης δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο για την πληρωμή της πρώτης από τις παραπάνω επιταγές, οι διάδικοι συμφώνησαν τη μεταβολή της αναγραφόμενης σε αυτήν ημερομηνίας έκδοσης από 17.1.2010 σε 17.4.2010. Στις 17.4.2010, επειδή στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, σε χρέωση του οποίου είχαν εκδοθεί οι ανωτέρω επιταγές, ακόμη υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια και προκειμένου να μην εμφανιστεί προς πληρωμή η με αριθμό …-… επιταγή και βεβαιωθεί η μη πληρωμή της από την πληρώτρια τράπεζα, ο ενάγων, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των διαδίκων, επέστρεψε την εν λόγω επιταγή στο δεύτερο εναγόμενο με τον όρο ότι αν δεν δινόταν στο άμεσο μέλλον άλλη επιταγή σε αντικατάστασή της, το ποσό αυτής (129.000 ευρώ) να προστεθεί στο ποσό (78.000 ευρώ), που κατά το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους θα αναγραφόταν στη με αριθμό …-….
επιταγή. Οι εναγόμενοι ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προέβαλαν νομότυπα την ένσταση εξόφλησης των ανωτέρω επιταγών. Ειδικότερα ισχυρίσθηκαν ότι έχουν εξοφλήσει τις ανωτέρω επιταγές ... την με αριθμό ….-… επιταγή ποσού 129.000 ευρώ, η οποία είχε εκδοθεί εις διαταγήν του ενάγοντος, µε τμηματικές καταβολές μετρητών και παράδοση, επιταγών συνολικού ποσού 32.653 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 17.1.2010 έως 17.4.2010, επικαλούµενοι προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού τους µία χειρόγραφη απόδειξη που συνέταξε ο πατέρας του ενάγοντος, Π.
Ν., υπογεγραµµένη από αυτόν, καθώς και µε την εξόφληση της µε αριθμό …-…. επιταγής, ποσού 184.070 ευρώ, που εκδόθηκε, κατόπιν συμφωνίας µε τον ενάγοντα, σε διαταγή του Π. Ν., στον οποίο και παραδόθηκε στις 17.4.2010. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι µε το ποσό που κατέβαλε ο δεύτερος από αυτούς για την εξόφληση της τελευταίας µε αριθμό …-… επιταγής (ποσού 184.070,30 ευρώ) εξόφλησε μέρος και της δεύτερης από τις ανωτέρω επιταγές µε αριθμό …-….
Το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο µε την εκκαλουµένη απόφασή του έκρινε νόμιμο τον ως άνω ισχυρισμό περί εξόφλησης της επίδικης οφειλής, στηριζόµενο στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, απέρριψε όμως στη συνέχεια αυτόν ως ουσιαστικά αβάσιµο, ήδη δε παραπονούνται οι εναγόμενοι µε τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους για την απόρριψη της ως άνω προταθείσας από αυτούς ένστασης εξόφλησης της οφειλής, λόγω εσφαλµένης εκτίμησης των αποδείξεων από το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο και ζητούν γι' αυτό το λόγο την εξαφάνιση της εκκαλουµένης απόφασης.
Όπως αποδείχθηκε, από τα προαναφερόµενα αποδεικτικά μέσα και δη από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη αφενός από τους εναγομένους χειρόγραφη απόδειξη ποσού 32.653 ευρώ, κατά το ισόποσο ποσό, ισχυρίζονται αυτοί ότι εξόφλησαν το οφειλόμενο στον ενάγοντα βάσει της ως άνω, βάσει του από 9.12.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, αναγνωρισθείσας οφειλής τους προς τον τελευταίο (ενάγοντα), η ως άνω χειρόγραφη απόδειξη συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον Π.
Ν., πατέρα του ενάγοντος και αφορά καταβολές ποσών στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι προς τον Π., πατέρα του ενάγοντος, ο οποίος και συνέταξε και υπέγραψε την ως άνω χειρόγραφη απόδειξη. Ο ενάγων αμφισβήτησε στο Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών του, ότι ο πατέρας του, Π.
Ν. τρίτος είχε οριστεί ως δεκτικός καταβολών και επίσης αρνήθηκε οποιαδήποτε καταβολή προς αυτόν (αντί του από παραδρομή αυτήν). Όσον αφορά όμως, τον κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου - ισχυρισμό των εναγοµένων, περί εξοφλήσεως τμήματος (αντί του από παραδρομή τμήμα) της ως άνω επίδικης οφειλής τους προς τον ενάγοντα, ποσού 32.653 ευρώ, µε καταβολή του ποσού αυτού, στον Π.
Ν., πατέρα του ενάγοντος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ... ότι αυτός είχε ορισθεί ως δεκτικός καταβολής (λήψης του ως άνω ποσού) προς εξόφληση της οφειλής τους προς τον ενάγοντα, μετά από συμφωνία μεταξύ των εναγομένων και του ενάγοντος ή ότι ο τελευταίος είχε εξουσιοδοτήσει αυτόν (Π. Ν.) για είσπραξη ή τον εναγόμενο για καταβολή σ' αυτόν (Π.
Ν.), για λογαριασμό του ενάγοντος. Αντίθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου προέκυψε ότι η ας άνω χειρόγραφη απόδειξη αποδεικνύει καταβολές μετρητών και παραδόσεις επιταγών που αφορούσαν σε συναλλαγές των εναγομένων με τον πατέρα του ενάγοντος και σε οφειλές τους προς αυτόν προερχόμενες από τη μεταξύ τους σύμβαση, αφού όπως ο ενάγων ισχυρίσθηκε και όπως ούτε οι εναγόμενοι αμφισβητούν, οι τελευταίοι ανέθεσαν ξεχωριστά στον πατέρα του ενάγοντος με άλλη συμφωνία την εκτέλεση άλλων εργασιών διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου και περίφραξη στην επιχείρηση των εναγομένων δυνάμει ξεχωριστής προφορικής συμφωνίας που κατήρτισαν αυτοί (εναγόμενοι) με τον πατέρα του ενάγοντος.
Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι το υπόλοιπο ποσό της με αριθμό …-…. επιταγής, ποσού 129.000 ευρώ - που εξέδωσε ο δεύτερος εναγόμενος για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτόν πρώτης εναγομένης προς εξόφληση του επίδικου αναγνωρισθέντος με το 9.12.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, χρέους- το εξόφλησαν, με την εξόφληση της με αριθμό ….-… επιταγής, ποσού 184.070,30 ευρώ, που εκδόθηκε κατόπιν συμφωνίας με τον ενάγοντα, σε διαταγή του Π.
Ν., πατέρα του ενάγοντος στον οποίο και παραδόθηκε στις 17.4.2010. Και όσον αφορά αυτόν τον ισχυρισμό των εναγομένων, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ... ότι αυτός (Π. Ν.) είχε ορισθεί ως δεκτικός καταβολής (λήψης της επιταγής), - η οποία μάλιστα δεν εκδόθηκε καν σε διαταγή του ενάγοντος, όπως θα ήταν το λογικό, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής λογικής, αφού αφορούσε χρέος τους (των εναγομένων) προς τον ενάγοντα, αλλά εκδόθηκε σε διαταγή του Π.
Ν., πατέρα του ενάγοντος - μετά από συμφωνία μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης και του ενάγοντος, ούτε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε εξουσιοδοτήσει τον Π. Ν. για είσπραξη ή τους εναγόμενους για καταβολή σ' αυτόν, για λογαριασμό του (ενάγοντος). Αντίθετα, προέκυψε, ότι ... εκτός από τον ενάγοντα και ο ως άνω πατέρας του (Π.
Ν.) εκτέλεσε εργασίες διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου και περίφραξη στην επιχείρηση των αντιδίκων δυνάμει ξεχωριστής προφορικής συμφωνίας που κατήρτισε με τους εναγόμενους, ενώ το συνολικό τίμημα για τις εργασίες του αυτές ανήλθε στο ποσό των 184.070,30 ευρώ για το οποίο εκδόθηκαν το υπ' αριθμ. …/….11.2008 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 59.500 ευρώ και το υπ' αριθμ.
…/….11.2008 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 124.570,30 ευρώ. Η ως άνω δε, επιταγή που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι, ήτοι η με αριθμό …-… τραπεζική επιταγή της PROTOBANK ποσού 184.070,30 ευρώ με ημερομηνία 10.8.2010 σε διαταγή Π. Ν. εκδόθηκε και παραδόθηκε στον τελευταίο, προς εξόφληση αποκλειστικά και μόνον των ανωτέρω με αριθμούς …/….11.2008 και …/….10.2008 τιμολογίων που αφορούν εργασίες που εκτέλεσε ο τελευταίος στην επιχείρηση των εναγομένων δυνάμει της ξεχωριστής προφορικής συμφωνίας που κατήρτισαν.
Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται αφενός μεν στα αντίγραφα των ως άνω με αριθμούς …/….11.2008 και …/….10.2008 τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι (το πρώτο και οι δύο από αυτούς) το δεύτερο ο ενάγων επικαλούμενοι αυτά και στις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατατεθείσες προτάσεις τους, και από τα οποία προκύπτουν οι εργασίες που εκτέλεσε ο Π.
Ν., πατέρας του ενάγοντος, δυνάμει της ως άνω ξεχωριστής προφορικής συμφωνίας που συνήψε με αυτούς, στην επιχείρησή τους, γι' αυτό άλλωστε και εκδόθηκαν στο όνομά του αυτά τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και προς εξόφληση των οποίων αποδείχθηκε ότι εκδόθηκε ως διαταγήν του Π. Ν. από τους εναγόμενους και παραδόθηκε σ' αυτόν η ως άνω με αριθμό …-… τραπεζική επιταγή της PROTONBANK ποσού 184.070,30 ευρώ με ημερομηνία 10.8.2010, ήτοι προς εξόφληση οφειλής των εναγομένων προς τον Π.
Ν. και όχι προς εξόφληση της επίδικης οφειλής του, βάσει της αναγνώρισης χρέους προς τον ενάγοντα. 'Αλλωστε και από τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης προκύπτει ότι και οι δύο, ήτοι τόσο ο ενάγων, Δ. Ν., όσο και ο Π. Ν., πατέρας του, εκτέλεσαν ο καθένας από αυτούς διαφορετικές εργασίες στην επιχείρηση των εναγομένων, ήτοι εργασίες διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου και περίφραξης, και προέκυψαν από την εκτέλεση των εργασιών αυτών, ξεχωριστές, διαφορετικές οφειλές των εναγομένων, ήτοι μία οφειλή από την από 8.8.2008 συναφθείσα μεταξύ των εναγομένων και του ενάγοντος, σύμβαση έργου, η οποία απετέλεσε και την αιτία της από 9.12.2009 συναφθείσας μεταξύ τους επίδικης αιτιώδους σύμβασης αναγνώρισης χρέους και άλλη οφειλή, όπως αυτή προσεφέρθηκε από την ξεχωριστή προφορική συμφωνία τους (των εναγομένων) με τον Π.
Ν. με την οποία ανέλαβε αυτός την εκτέλεση άλλων εργασιών στην επιχείρησή τους. Αντίθετη κρίση δεν συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, ο οποίος καταθέτει επί λέξει "ήταν το ίδιο πράγμα" εννοώντας προφανώς ότι τις ίδιες εργασίες είχαν αναλάβει να εκτελέσουν από κοινού ο ενάγων με τον Π.
Ν., καθώς και από το ότι καταθέτει επί λέξει "ότι ο Π. Ν. έκανε όλες τις συμφωνίες" διότι εξ αυτών των αορίστων και ασαφών πραγματικών περιστατικών που καταθέτει, δεν αναιρείται η κρίση του Δικαστηρίου περί των αποδειχθέντων ως άνω από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο Π.
Ν. στο όνομά του, πραγματικών περιστατικών, ήτοι των εργασιών που εκτέλεσε αποκλειστικά ο Π. Ν. δυνάμει άλλης προφορικής συμφωνίας στην επιχείρηση των εναγομένων και για τις οποίες του όφειλαν αυτοί το ποσό των ως άνω τιμολογίων, οπότε και εξέδωσαν την προαναφερόμενη με αριθμό …-… τραπεζική επιταγή της PROTONBANK ποσού 184.070,30 ευρώ εις διαταγήν του (του Π.
Ν.) προς εξόφληση της οφειλής τους προς αυτόν. Άλλωστε η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύεται και από την ίδια αυτή κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος σαφέστατα καταθέτει ότι για τις συναλλαγές που πραγματοποίησαν οι εναγόμενοι με τον Π. Ν., εννοώνται σαφέστατα, τις εργασίες που εκτέλεσε αυτός βάσει άλλης προφορικής μεταξύ τους συναφθείσας συμφωνίας κατασκευής έργου, εκδόθηκε επιταγή εις διαταγήν του Π.
Ν. προς εξόφληση της οφειλής του, από τις εκτελεσθείσες από αυτόν (Π. Ν.) εργασίες. Ο ίδιος δε, στη συνέχεια βεβαιώνει ότι άλλο έργο εκτέλεσε ο Π. Ν. και άλλο έργο εκτέλεσε ο ενάγων. Όλα τα παραπάνω επιρρωνύουν την κρίση του Δικαστηρίου ότι η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εναγόμενους με αριθμό …-… τραπεζική επιταγή της PROTONBANK ποσού 184.070,30 ευρώ με ημερομηνία 10.8. 2010 εκδόθηκε σε διαταγή Π.
Ν. και παραδόθηκε σ' αυτόν όχι χάριν καταβολής της υποχρέωσης των εναγομένων από τη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αλλά προς εξόφληση οφειλής των εναγομένων προς τον τελευταίο που προέκυψε από τα προαναφερόμενα με αριθμούς …/….11.2008 και …/….11.2008 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε αυτός για τις εκτελεσθείσες στην επιχείρησή τους εργασίες.
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο Π. Ν., είχε ορισθεί ως δεκτικός καταβολής (λήψης της ως άνω επιταγής), μετά από συμφωνία μεταξύ των εναγομένων και του ενάγοντος, ούτε προέκυψε ότι ο ενάγων είχε εξουσιοδοτήσει τον Π. Ν. για είσπραξη ή τους εναγόμενους για καταβολή σ' αυτόν.
Περαιτέρω, δε, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου περί εξοφλήσεως των επιταγών που εξέδωσαν οι εναγόμενοι σε διαταγή του ενάγοντος, ήτοι των με αριθμούς …-… και …-…. επιταγών ποσών 129.000 και 98.000 ευρώ, αντίστοιχα, σε χρέωση λογαριασμού που τηρούσε η πρώτη εναγομένη εταιρία στη Συνεταιριστική Τράπεζα Ηπείρου, προς εξόφληση της αναγνωρισθείσας απ' αυτούς (εναγόμενους) οφειλής δια του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, δευτέρου εναγομένου (ενεργώντας, όπως προαναφέρθηκε ατομικά και με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης εταιρίας) διά του ως άνω από 9.12.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι εισπράχθηκε η αξία τους από τον ενάγοντα, ούτε ότι αυτές εξοφλήθηκαν από τους εναγόμενους.
Οι τελευταίοι δεν επικαλούνται και δεν προσκομίζουν βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας περί πληρωμής των εν λόγω επιταγών, ούτε τα σώματα αυτών, τα οποία θα είχαν στην κατοχή τους, εάν όντως τις είχαν εξοφλήσει. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το με αριθ. πρωτ. …/…..3.2015 έγγραφο της Συνεταιριστικής Τράπεζας Ηπείρου, κατά το οποίο η με αριθμό …-… επιταγή "προσκομίστηκε στο κατάστημα προς τακτοποίηση"...
διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα ή σε κάποιο τρίτο δεκτικό καταβολής, προς εξόφληση της οφειλής τους προς αυτόν εκπληρώνοντας τη σχετική υποχρέωσή τους, και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι πλήρωσαν τα ποσά των ανωτέρω επιταγών και ότι ο ενάγων εισέπραξε την αξία τους, ώστε συνακόλουθα να επέλθει απόσβεση και της βασικής ενοχής του από τη σύμβαση αναγνώριση χρέους ...
δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν παραπάνω, αν ο οφειλέτης προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του εξέδωσε επιταγή και την παρέδωσε στο δανειστή εφ' όσον δεν προκύπτει σαφώς ότι με την ανάληψη της υποχρέωσης από τον παραπάνω πιστωτικό τίτλο θέλησαν τα μέρη την αντικατάσταση και την απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης του οφειλέτη, τότε η ανάληψη της νέας αυτής υποχρέωσης, θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής της αρχικής υποχρέωσης, η οποία δεν αποσβήνεται παρά μόνον αν, ο δανειστής με την εκπλήρωση της νέας υποχρέωσης από τον πιστωτικό τίτλο, ικανοποιηθεί για την αρχική ...
δηλαδή δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά, είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή ... συνεπώς, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι επιταγές εξοφλήθηκαν από τους εναγόμενους, ούτε ότι εισπράχθηκε η αξία τους από τον ενάγοντα, δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε απόσβεση και της βασικής ενοχής τους από τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους.
Εξάλλου, δεδομένου, ότι ... το βάρος απόδειξης καταβολής και ότι αυτή έγινε κατά τον προσήκοντα τρόπο το φέρει ο οφειλέτης ... και στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία των διαδίκων για αντικατάσταση των ανωτέρω δύο επιταγών, που είχαν δοθεί χάριν καταβολής της υποχρέωσης των εναγομένων από τη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, από την επικαλούμενη από τους εναγόμενους με την αριθμό …-….
επιταγή, ποσού 184.070,30 ευρώ, που μάλιστα εκδόθηκε σε διαταγή του πατέρα του ενάγοντος Π. Ν.. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι επικαλούμενες από τους εναγόμενους καταβολές μετρητών και παραδόσεις επιταγών αφορούσαν σε συναλλαγές των εναγομένων με τον πατέρα του ενάγοντος και σε οφειλές τους προς αυτόν προερχόμενες από τη μεταξύ τους σύμβαση.
Ενόψει όλων των παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η προβληθείσα από τους εναγόμενους νομότυπα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και αναπτύχθηκε στις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις τους, ένσταση εξοφλήσεως του επίδικου αναγνωρισθέντος από αυτούς χρέους, την οποία επαναφέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον τέταρτο σχετικό λόγο της κρινόμενης έφεσης.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω ένσταση εξοφλήσεως του χρέους, δεν έσφαλε, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, κατά την κυρία βάση της, από σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρο 361 ΑΚ). Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνιστούν επιτρεπτή, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, κατάρτιση σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους από την αναφερόμενη στο ιδιωτικό συμφωνητικό αιτία, δηλαδή από την προϋφιστάμενη σύμβαση έργου.Επομένως, ο όγδοος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι, κατά το οικείο μέρος αυτού, αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων στο προαναφερθέν από 9-12-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό σχετικά με την καταρτισθείσα με αυτό συμφωνία και, συνεπώς, δεν συνέτρεξε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως (της πρώτης αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου), τους οποίους και δεν παραβίασε με την μη προσφυγή του σ' αυτούς, όπως αβασίμως υποστηρίζεται.
Επομένως, ο τέταρτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε εκ πλαγίου παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών), πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί.
Τη συγκεκριμένη κρίση στήριζαν επαρκώς οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, ως προς τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα και ειδικότερα: α) της σαφούς πρόθεσης των μερών για κατάρτιση σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, με την παραδοχή, εκτός των άλλων, ότι τα μέρη επιθυμούσαν τη δημιουργία νέας ενοχικής σχέσης, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία της σύμβασης έργου, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της προϋφιστάμενης ενοχικής σχέσης, αυτός δε ήταν και ο λόγος που συμφωνήθηκε ότι οποιαδήποτε συμφωνία, μετά την υπογραφή της σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, παύει να ισχύει, β) της κατάρτισης τόσο της σύμβασης έργου όσο και της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους μεταξύ των διαδίκων, στις οποίες ο μεν αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα του δανειστή, η δε πρώτη αναιρεσείουσα της οφειλέτριας, με την παραδοχή ότι η αναγνωρισθείσα αξίωση προερχόταν από σύμβαση έργου και γ) της σωρευτικής αναδοχής του χρέους, ατομικά εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας.
Οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, που εφαρμόστηκε και, επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως, περαιτέρω δε, περιλαμβάνει ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις.
Επομένως, ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, οι προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 759/1016, ΑΠ 224/2015).
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1609/2018,ΑΠ 980/2014).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, περί παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου από σύμβαση έργου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού κρίθηκε ότι βάση της αγωγής είναι σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και όχι σύμβαση έργου.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το Εφετείο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών διότι, αν και το Εφετείο, για την έννοια και τη φύση της από 9.12.2009 συμβάσεως, διαπίστωσε έμμεσα ασάφεια, για όσους λόγους επικαλούνται, εν τούτοις παρέλειψε να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής έννοιάς της.
Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος διότι από τις προπαρατιθέμενες, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στην ένδικη σύμβαση αναγνώρισης αναφορικά με την έννοιά της, για την οποία δέχθηκε ότι σαφώς και αναμφιβόλως συνιστά αιτιώδη αναγνώριση χρέους κατά το άρθρο 361 ΑΚ και όχι απλή επιβεβαιωτική συμφωνία, όπως οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες υποστήριζαν.
Επομένως, με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Περαιτέρω, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι διαφορετική ήταν η βούληση των μερών, στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1719 / 2017). Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1609/2018, ΑΠ 1413/2010).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, όσον αφορά την προβληθείσα ένσταση εξόφλησης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις:
α) το φωτοτυπικό αντίγραφο της με αριθμό ….-… επιταγής της Συνεταιριστικής Τράπεζας Ηπείρου, ποσού 129.000 ευρώ, φέρουσα στην οπίσθια όψη της οπισθογράφηση από τον αναιρεσίβλητο προς τον πατέρα αυτού, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι ο τελευταίος ενεργούσε προς είσπραξη χρηματικών ποσών για λογαριασμό του υιού του, β) τη χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης ποσού 34.053 ευρώ, υπογεγραμμένη από τον πατέρα του αναιρεσιβλήτου, φέρουσα ρητή δήλωση ότι προβαίνει στην είσπραξη χρηματικού ποσού για λογαριασμό των τιμολογίων εκδόσεως αμφοτέρων και επιπλέον ότι κατά την είσπραξη των χρημάτων ενεργεί ως αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος και για λογαριασμό του υιού του, γ) το από 21-12-2009 έγγραφο που τιτλοφορείται " αντικατάσταση επιταγής (αλλαγή ημερομηνίας)", που συνέταξε και απέστειλε από το γραφείο του ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου, μεριμνώντας ο ίδιος για την αντικατάσταση (αλλαγή ημερομηνίας) της επιταγής, που αφορούσε τον υιό του, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι αυτός είχε ενεργό ανάμειξη στην παρούσα υπόθεση και δ) την εμπεριεχόμενη στα πρακτικά συζητήσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα από το πιο πάνω Δικαστήριο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "..από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ...
και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται ", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα αλλά και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.
Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης και των ως άνω εγγράφων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
O εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης , για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 640/2011, ΑΠ 25/2011).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της χειρόγραφης απόδειξης είσπραξης ποσού 34.053,00 ευρώ, που υπέγραψε ο πατέρας του αναιρεσείοντος Π. Ν., με το να δεχθεί ότι "...η ως άνω χειρόγραφη απόδειξη συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον Π.
Ν., πατέρα του ενάγοντος και αφορά καταβολές ποσών στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι προς τον Π., πατέρα του ενάγοντος, ο οποίος και συνέταξε και υπέγραψε την ως άνω χειρόγραφη απόδειξη..." και.. Αντίθετα ... προέκυψε ότι η ως άνω χειρόγραφη απόδειξη αποδεικνύει καταβολές μετρητών και παραδόσεις επιταγών που αφορούσαν σε συναλλαγές των εναγομένων με τον πατέρα του ενάγοντος και σε οφειλές τους προς αυτόν προερχόμενες από τη μεταξύ τους σύμβαση, αφού όπως ο ενάγων ισχυρίσθηκε και όπως ούτε οι εναγόμενοι αμφισβητούν, οι τελευταίοι ανέθεσαν ξεχωριστά στον πατέρα του ενάγοντος με άλλη συμφωνία την εκτέλεση άλλων εργασιών διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου και περίφραξη στην επιχείρηση των εναγομένων δυνάμει ξεχωριστής προφορικής συμφωνίας που κατήρτισαν αυτοί (εναγόμενοι) με τον πατέρα του ενάγοντος...", ενώ αν είχε αναγνώσει ορθά το συγκεκριμένο έγγραφο θα είχε καταλήξει σε παραδοχή της ένστασης εξόφλησης.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε με όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα και το συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο σωστά ανέγνωσε και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου. Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 20 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η πρώτη αναιρεσείουσα εξέδωσε εις διαταγήν του αναιρεσιβλήτου και του παρέδωσε και, επομένως, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής είχε στην κατοχή του δυο επιταγές, αντίθετα δε, δέχθηκε ότι η μια εκ των επιταγών είχε επιστραφεί και η άλλη δεν ανέγραφε κανένα ποσό, ημερομηνία κλπ, καθώς και την ύπαρξη συμφωνίας περί αναγραφής στη δεύτερη από αυτές (επιταγές) και του ποσού της πρώτης, καθώς και έμμεση παραδοχή ότι εν τέλει καμία εξ αυτών δεν εμφανίστηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα. Τα ανωτέρω δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος υπό την επίκληση δε της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν θα επιδικασθούν, λόγω της ερημοδικίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.12.2017 αίτηση 1. της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Β. Θ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και 2. του Β. Θ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 190/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ