Legislator Case Law & Legislation
759/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal citing contradictory provisions due to lack of clarity in the operative part of the lower court decision.

Case Number 759/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court contained contradictory provisions, but the court found the appeal inadmissible because the alleged inconsistencies existed only in the reasoning section, not the operative part. Furthermore, the court dismissed the claim that costs were awarded without request, noting the opposing party had explicitly requested them. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 17 C.Pol.D.; Art. 562 para. 2 and 4 C.Pol.D.: An appeal based on contradictory provisions is admissible only if the contradiction exists in the operative part of the decision, as contradictions in the reasoning or between reasoning and operative parts do not constitute a ground for appeal.

Keywords

AI generated
contradictory provisions appeal admissibility operative part decision legal costs award property ownership dispute second instance court Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 17 C.Pol.D.
Art. 562 para. 2 C.Pol.D.
Art. 562 para. 4 C.Pol.D.
Art. 559 para. 9 C.Pol.D.
Art. 561 para. 1 C.Pol.D.
Art. 495 para. 4 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 191 para. 2 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 759 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 759/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. χήρας Ά. Μ., το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Παπαδημητρίου.

Των αναιρεσιβλήτων:1) Ε. Ι. του Μ., και 2)Μ. Ι. του Ε., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευριδίκης Χατζηδαρέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1603/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 2812/2015 Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ. Α.Π. 13/1995).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β’ ΚΠολΔ.), ενώ μπορεί μετά από πρόταση του Εισηγητή να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο, η αιτίαση ότι έχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον " το πόρισμά της, σύμφωνα με το οποίο απερρίφθη το κύριο αίτημα της ένδικης αγωγής περί αναγνώρισης της κυριότητας της αναιρεσείουσας επί του επίδικου με ΚΑΕΚ ...

αγρού, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν ταυτίζεται με τον περιγραφόμενο στον τίτλο αυτής αγρό, δημιουργεί πρόδηλα αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση και διάπλαση του δικαιώματος που ζητήθηκε η κρίση της, αφού η έκταση των 739,34 τ.μ., που δέχθηκε αυτή ότι έχει ο επίδικος αγρός αντιστοιχεί όχι στο σύνολο αλλά μόνο στο περιφραγμένο και καταπατημένο από τους αναιρεσίβλητους τμήμα του, ενώ η συνολική έκταση αυτού είναι 942,90 τ.μ.

και έτσι αντιφατικά κατά το υπόλοιπο τμήμα του, έκτασης 203,56 τ.μ., φέρεται να ταυτίζεται με αυτόν, πράγμα αδύνατον να συμβαίνει". Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ.) στο διατακτικό της έχει μία και μόνο διάταξη και ως εκ τούτου δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης και δη έχει διάταξη απορριπτική της ασκηθείσας εφέσεως, κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 1603/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει μία, επίσης, διάταξη απορριπτική της αγωγής, μη συντρεχούσης ως εκ τούτου περιπτώσεως του άρθρου 562 παρ.4 ΚΠολΔ.- Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, που ανακλήθηκε, ως μη ανταποκρινόμενη προς την αλήθεια (άρθρο 354 ΚΠολΔ.), ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Η ανάκληση μπορεί να γίνει και ενώπιον του εφετείου. Για να είναι όμως ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια ότι έγινε ανάκληση της ομολογίας επί της οποίας το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και να αναφέρεται ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό, άλλως ο λόγος απορρίπτεται κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.11 α’ ΚΠολΔ., η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι "προς σχηματισμό δικανικής της πεποίθησης έλαβε υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο ομολογία, που είχε καταλυθεί κάθε αποδεικτική της δύναμη και συγκεκριμένα δέχθηκε ως ισχύουσα αναφορά της με τις υποβληθείσες προτάσεις της κατά την αρχική συζήτηση της ένδικης αγωγής της, στις 17-3-2009, ότι στο ανατολικό όριο του επίδικου αγρού υπήρχε μάνδρα οικοδομικών υλικών, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση (ως προς την ταυτότητα του επίδικου αγρού με το δικό της) τόσο με την προσκομισθείσα αεροφωτογραφία του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

με χρόνο λήψης το έτος 2001, όσο και από μαρτυρικές καταθέσεις ότι στο διπλανό αυτό ακίνητο δεν υπάρχει ούτε υπήρχε ποτέ τέτοια μάνδρα, αλλά όταν μεταγενέστερα διαπίστωσε ότι αυτό δεν ήταν αληθές και ότι η αναφορά της αυτή είχε βασιστεί σε παραπληροφόρηση του άρρωστου τότε και μετέπειτα αποβιώσαντος συζύγου της, με τις υποβληθείσες προτάσεις της κατά την επαναληπτική συζήτησή της, που έγινε στο ίδιο Δικαστήριο στις 13-12-2012, την ανακάλεσε και έτσι καταλύθηκε κάθε αποδεικτική της δύναμη, τη δε ανάκληση της αναφοράς της αυτής, αν και την προέβαλε νομότυπα και στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, αυτό δεν την έλαβε υπόψη του, στηριχθέν κατά κύριο λόγο στην ως άνω αναφορά της, με αποτέλεσμα από την παράλειψή του αυτή να απορρίψει την αγωγή της, περί αναγνώρισης της κυριότητάς της επί του επίδικου αγρού, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν ταυτίζεται με τον περιγραφόμενο στον τίτλο της αγρό".

Στον αναιρετικό, όμως, λόγο δεν καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το ως άνω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό, επί του οποίου το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί κυρίως ως αόριστος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997).

Επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από αυτά που τον συγκροτούν, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Ολ.Α.Π.11/1996, 12/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 8 περίπτ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο, με στοιχεία γ’ , στ’ , ζ’ και η’ , της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της απορριπτικής σε βάρος της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, με τον οποίο προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί της κατ’ αυτής (απόφασης), συνιστάμενοι, αντιστοίχως, στα εξής: "α) Δέχθηκε ότι στους τίτλους του βόρεια του επίδικου αγρού όμορου με ΚΑΕΚ ...

γεωτεμαχίου, ιδιοκτησίας Ε. Μ., ήτοι στην υπ’ αριθ..../2002 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Γκίκα και το υπ’ αριθ....1965 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Κρωπίας Λυκούργου Παπαγιαννάκου, αναφερόταν ότι αυτό συνόρευε νότια, δηλαδή προς το επίδικο, με ιδιοκτησία Ν. Χ., ενώ άτομο με το όνομα αυτό δεν είχε ποτέ κάποια ιδιοκτησία όχι μόνο στην επίμαχη θέση αλλά ούτε στην ευρύτερη περιοχή Σπάτων.

β) Δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι στον αγρό που αγόρασε από τη Σ. Β. με το υπ’ αριθ..../1984 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Χάρη-Τσολάκου, αναφερόταν τόσο στον εν λόγω τίτλο, όσο και στους τίτλους των δικαιοπαρόχων της, ήτοι στο υπ’ αριθ. ...1959 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλείου Παπαμιχάλη και στη δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τσέλιου, ότι υπήρχαν δέκα ελαιόδενδρα, όσα δηλαδή υπάρχουν και στον επίδικο.

γ) Δέχθηκε ότι ενώ στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στον κτητικό της τίτλο η απόσταση του αγροτικού δρόμου που οδηγεί στον επίδικο αγρό από το σημείο της συμβολής του με τη λεωφόρο Σπάτων-Αθηνών μέχρι το γήπεδο της περιοχής αποτυπώνεται στα 600 μέτρα περίπου, στο σκαρίφημα ελέγχου αποστάσεων του πραγματογνώμονα αποτυπώνεται στα 398,70 μέτρα, ήτοι ότι υπάρχει διαφορά 200 και πλέον μέτρων, που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, αφού πρόκειται για ευθεία.

Σε απόσταση όμως 600 μέτρων από το γήπεδο Σπάτων, οδεύοντας προς Αθήνα μέσω της λεωφόρου Σπάτων-Αθηνών, δεν υπάρχει άλλος δρόμος που να οδηγεί στην περιοχή του επίδικου αγρού και ο επόμενος του παραπάνω είναι η σημερινή οδός ..., σε απόσταση 800 μέτρων από το ως άνω γήπεδο, όπως αποτυπώνεται στο τοπογραφικό σκαρίφημα του πραγματογνώμονα.

Και δ) Δέχθηκε ότι η έκταση του επίδικου αγρού, όπως αυτή εμφανίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα, είναι 739,34 τ.μ., ενώ στον τίτλο κτήσης της εμφανίζεται να έχει έκταση 948 τ.μ., η δε προκύπτουσα διαφορά, η οποία υπερβαίνει τα 200 τ.μ., δεν δικαιολογείται με βάση το χρόνο σύνταξης των οικείων εγγράφων, ενώ η έκταση αυτή των 739,34 τ.μ., που απεικονίζεται στο από μηνός Μαΐου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα με τα στοιχεία ..., αντιστοιχεί μόνο στο περιφραγμένο και καταπατημένο από τους αντιδίκους τμήμα και όχι στο σύνολο του επίδικου με ΚΑΕΚ ...

αγρού, που έχει έκταση 942,90 τ.μ., ήτοι απόλυτα συμβατή τόσο με αυτή των 943 τ.μ. του κτηματολογικού διαγράμματος, όσο και με αυτή των 948 τ.μ., που αναφέρεται στον κτητικό της τίτλο’ ‘ . Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε ‘ ‘ πράγματα’ ‘ κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και αφορούν στην αιτιολογία της απόρριψης της αγωγής, ήτοι της μη ταύτισης του επίδικου αγρού με αυτόν του κτητικού τίτλου της αναιρεσείουσας, εν πάση δε περιπτώσει, αβάσιμος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε ως αβάσιμους με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τους συγκροτούν.- Λόγος αναιρέσεως που πλήττει αιτιολογία ή παραδοχή της απόφασης, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ , κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, όχι όμως και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή της ένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.8 β’ ΚΠολΔ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους, προς αντίκρουση της προβληθείσας από τους αναιρεσίβλητους ένστασης ιδίας κυριότητας του επίδικου αγρού, πραγματικούς ισχυρισμούς της, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αποδείκνυαν ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως εναγόμενοι-εφεσίβλητοι, δεν είχαν καμιά σχέση με τον αγρό αυτόν μέχρι την καταπάτησή του απ’ αυτούς, προταθέντες με τον πρώτο, με στοιχείο ι’ , λόγο της έφεσής της, συνιστάμενοι ειδικότερα στα εξής : " α) Ότι από τις περιεχόμενες σε όλους τους παρακάτω αναφερόμενους τίτλους του νότια του επίδικου αγρού με ΚΑΕΚ ...

κτήματος των αντιδίκων δηλώσεις των συμβαλλομένων σε αυτούς προκύπτει ότι μέχρι την καταπάτηση των βόρεια του κτήματός τους αυτού εκτάσεων, που έγινε το Μάιο 2001, δεν είχαν καμιά σχέση με αυτές και αυτό αφού 1) στο...1980 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Μπάτα-Μυλωνά, με το οποίο η μητέρα του πρώτου αναιρεσίβλητου και μάμμη του δεύτερου τούτων το είχε αγοράσει από τους Δ.

Ν. και Φ. Σ., αναφερόταν ότι αυτό συνόρευε βόρεια, δηλαδή προς τις καταπατημένες εκτάσεις, με ιδιοκτησία Δ. Φ. και όχι του πρώτου αναιρεσίβλητου, 2) στο ...1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Κυριακής Παρτσαλάκη, με το οποίο, στη συνέχεια αυτή το είχε δωρήσει στο δεύτερο αναιρεσίβλητο αναφερόταν ότι αυτό συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου και όχι του πρώτου τούτων και 3) στην .../2001 διορθωτική του εμβαδού του κτήματός τους αυτού πράξη της ίδιας, ως άνω, συμβολαιογράφου αναφερόταν επίσης ότι το εν λόγω κτήμα συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου και όχι δική τους.

β) Ότι ενώ για το δικό τους με ΚΑΕΚ ... κτήμα υπέβαλαν στο κτηματολογικό γραφείο Σπάτων την υπ’ αριθ. πρωτ. ...29-4-1999 δήλωση ιδιοκτησίας αμέσως μετά την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας για τις καταπατημένες βόρειά του όμορες εκτάσεις υπέβαλαν στο ίδιο γραφείο την υπ’ αριθ. πρωτ..../21-5-2001 δήλωση ιδιοκτησίας 1 1/2 περίπου έτος από την λήξη της σχετικής προθεσμίας και μετά τη διαπίστωση ότι κατά τη γενόμενη στο μεταξύ πρώτη ανάρτηση των προσωρινών πινάκων της περιοχής αυτές φέρονταν τότε ως άγνωστου ιδιοκτήτη λόγω μη έγκαιρου εντοπισμού τους.

Και γ) Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, παρά το ότι είχε υποβάλλει στην αρμόδια ΔΟΥ ... δήλωση ιδιοκτησίας για άλλα ακίνητα που είχε στην κυριότητά του το 1997 (Ε-9), δεν συμπεριέλαβε σε αυτή και τις παραπάνω εκτάσεις, έπραξε δε αυτό με την από 21-5-2001 δήλωσή του, δηλαδή μετά πάροδο 4 περίπου ετών από τη λήξη της σχετικής προθεσμίας προκειμένου να το μεταβιβάσει στον υιό του δεύτερο αναιρεσίβλητο".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, που συνιστούν άρνηση στον ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, παρεκτός του ότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός της αναίρεσης προβάλλεται αλυσιτελώς και έτσι είναι απορριπτέος, διότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με την παραδοχή ότι " σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν και έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο δεν υπάρχει ταύτιση του επίδικου αγρού με αυτόν του κτητικού τίτλου της ενάγουσας" και δεν στήριξε το διατακτικό του στην ουσιαστική παραδοχή της ενστάσεως των αναιρεσίβλητων περί ιδίας κυριότητας επ’ αυτού (επιδίκου).- Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτή υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

Α.Π. 24/1992). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο και έκτο (κατ’ ορθή αρίθμηση) λόγους της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στα πλαίσια της αξιολογήσεως των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, κατέληξε, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο επίδικος αγρός δεν ταυτίζεται με αυτόν του κτητικού τίτλου της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, κατά τους λόγους αυτούς οι επίμαχες παραδοχές της αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: " 1) Ενώ ερεύνησε την απόσταση του γηπέδου Σπάτων από την αγροτική οδό, που οδηγεί στον επίδικο αγρό και επισήμανε τη διαφορά μεταξύ αυτής που αναφερόταν στο σχεδιάγραμμα του τίτλου αυτής (αναιρεσείουσας) και στο σκαρίφημα ελέγχου αποστάσεων του πραγματογνώμονα, παρέλειψε να πράξει το ίδιο και για τις αναφερόμενες στα ίδια διαγράμματα λοιπές αποστάσεις πρόσβασης στον αγρό αυτό. 2) Παρέλειψε να ερευνήσει εάν στον επίδικο αγρό υπάρχουν ή όχι τα δέκα ελαιόδενδρα που αναφέρονται σε όλους τους προαναφερθέντες τίτλους του δικού της αγρού. 3) Ενώ δέχθηκε ότι στον τίτλο του όμορου ανατολικά του επίδικου αγρού με ΚΑΕΚ ...

κτήματος της Α. Π., ήτοι στο .../1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ιουλίας Σκούρτη, αναγνωρίζεται ως ιδιοκτήτης του όμορου δυτικά του αγρού (επιδίκου) ο πατέρας της δικαιοπαρόχου της Ν. Α. Π., στη συνέχεια αυθαίρετα έκρινε ότι από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση ότι πρόκειται για τον αγρό αυτής (αναιρεσείουσας). 4) Δέχθηκε ότι από την Α/Φ του ΥΠ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., με χρόνο λήψης το έτος 2001 και την ένορκη βεβαίωση της Ε.

Κ., προκύπτει ότι στην όμορη του επιδίκου πρώην ιδιοκτησία Κ. δεν υπάρχει κανενός είδους μάνδρα (και πράγματι δεν υπάρχει). Το ίδιο προκύπτει και από τον τίτλο του απώτερου δικαιοπαρόχου της Α. Π., ήτοι την με αριθμό ... δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τσέλιου, στην οποία ο αγρός της περιγραφόταν με τον αριθμό … ως αγρός κείμενος στη θέση ..., παραπλεύρως ελαιοδένδρων (και όχι μάνδρας) Τ.

και η οποία μεταγενέστερη διαφορετική περιγραφή του σε μεταγενέστερους τίτλους του δεν διαφοροποιεί την ταυτότητά του, γεγονός που δεν ερευνήθηκε παρά την μετ’ επικλήσεως προσκόμιση της ως άνω διαθήκης. 5) Δέχθηκε, ως αποδεικτικό στοιχείο της κρίσης της, την αναφορά στους τίτλους των όμορων ανατολικά και δυτικά του επιδίκου κτημάτων, ήτοι στα .../2004 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Κρωπίας Ελένης Στεργίου και Φανής Καλλίρη αντίστοιχα, ότι αυτά συνόρευαν με ιδιοκτησία του πρώτου αναιρεσίβλητου και όχι δική της, χωρίς να ερευνήσει εάν οι τίτλοι αυτοί συντάχθηκαν πριν ή μετά την καταπάτηση του επιδίκου απ’ αυτόν. 6) Δεν ερεύνησε καθόλου εάν οι αναιρεσίβλητοι έχουν κάποια ιδιοκτησία στις επίδικες εκτάσεις και με ποιόν τρόπο την απέκτησαν. 7) Οι παραδοχές της, ως αιτιολογία του πορίσματος της, ότι α) η αναφορά στον τίτλο (ως άνω .../2004 συμβόλαιο) του δυτικά του επιδίκου όμορου κτήματος της Ά.

Μ. ότι αυτό συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία του πρώτου αναιρεσίβλητου και β) η αναφορά στους τίτλους (ως άνω .../2004 και .../2005 συμβόλαια) του, ανατολικά του επιδίκου, κτήματος της Ε. Κ. ότι αυτό συνόρευε δυτικά με ιδιοκτησία του πρώτου αναιρεσίβλητου, στερούνται αποδεικτικής δύναμης. 8) Η ανυπαρξία κάποιου είδους μάνδρας στην όμορη ανατολικά του επίδικου αγρού πρώην ιδιοκτησία Τ., που δέχθηκε ως αιτιολογία του πορίσματος της, δεν μπορεί να αναιρέσει την ταύτιση αυτού με τον αγρό του τίτλου αυτής (αναιρεσείουσας).

Και 9) Η παραδοχή της, ως αιτιολογία του πορίσματος της, ότι η αναφορά στον τίτλο (ως άνω .../1991 συμβόλαιο) του, ανατολικά του επιδίκου, κτήματος της Α. Π., του πατέρα της δικαιοπαρόχου της Ν. Π., ως ιδιοκτήτη κατά ένα μέρος της όμορης δυτικά του έκτασης, δεν προσδιορίζει από μόνη της το ακίνητο αυτής (αναιρεσείουσας) και στη συνέχεια ότι από την αναφορά αυτή δεν μπορεί να σχηματιστεί δικανική πεποίθηση ότι η ιδιοκτησία αυτή ταυτίζεται με την ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, χωρίς να προσδιορίζει για ποιο λόγο κατέληξε στην κρίση, είναι ανεπαρκής και αντιφατική.

Όμως, οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνουν στη θεμελίωση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος και τα ζητήματα στα οποία αφορούν δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αλλά αφορούν πραγματικά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή το επίδικο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους με την αγωγή της τίτλους κυριότητας, που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης επιδεχόμενη μομφή της επικαλούμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559, ενώ η αιτίαση περί του ότι το αποδεικτικό πόρισμα είναι αντίθετο με τις αποδείξεις, πλήττει την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π.224/2015, Α.Π.193/2013).

Ενόψει τούτων, οι λόγοι αυτοί πρέπει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.- Ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο (κατ’ ορθή αρίθμηση) λόγο της αναίρεσης, από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 9 περ.

α’ ΚΠολΔ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς να έχει υποβληθεί νόμιμα σχετικό αίτημα των αναιρεσίβλητων, επιδίκασε σ’ αυτούς τα δικαστικά έξοδα της δευτεροβάθμιας δίκης, το ύψος των οποίων προσδιόρισε στο ποσό των 7.095 ευρώ συνολικά, μετά από αφαίρεση ποσού 1.041,81 ευρώ για αμοιβή της πληρεξουσίας τους δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων της πρωτόδικης δίκης, δεχθείσα ότι η κρίση της πρωτόδικης απόφασης περί παραίτησης αυτών (αναιρεσίβλητων) από το αίτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων ίσχυε μόνο για αυτά του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, σε κάθε περίπτωση δε ποσό 2.927,18 ευρώ αφορούσε δαπάνες, που πραγματοποιήθηκαν στο στάδιο της πρωτόδικης δίκης για έξοδα λήψης κτηματολογικών φύλλων και διαγραμμάτων, αντιγράφων τίτλων όμορων ιδιοκτησιών, αμοιβή τεχνικού τους συμβούλου, λήψη Α/Φ και λοιπών μικροεξόδων και λήψη ένορκων βεβαιώσεων, το οποίο επιδίκασε σ’ αυτούς χωρίς νόμιμο αίτημα, δηλαδή χωρίς προσβολή της περί παραίτησής τους από αυτά διάταξης της πρωτόδικης απόφασης.

Όμως, όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 18-2-2015 προτάσεις των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που υπέβαλαν εμπρόθεσμα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι τελευταίοι είχαν υποβάλει παραδεκτά αίτημα καταδίκης της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) στα δικαστικά έξοδα.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2015 αίτηση της Γ. χήρας Ά. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2812/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ