Supreme Court dismisses appeal against eviction order, ruling facts were properly considered by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's eviction order. The appellant argued the Court of First Instance failed to consider specific facts regarding the tenant's investments and the landlords' approvals, but the Court found these arguments either inadmissible as mere assertions or already addressed and rejected by the lower court. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, which requires showing the lower court either ignored relevant facts or applied the law incorrectly, and arguments that merely assert facts without independent existence are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 759 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 759/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερρόρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΗΓΕΣ ... ΕΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Φίλιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) "Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης του Δήμου Δοξάτου", η οποία προήλθε από μετατροπή της δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση Δήμου Δοξάτου (ΑΔΕΔ)", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΟΞΑΤΟΥ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Μόκκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας.
Εκδόθηκε η 126/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Η ήδη αναιρεσείουσα επανέφερε με κλήση της για συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας την ως άνω αγωγή της, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 22-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2011 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του επικουρικά προβαλλόμενου δευτέρου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπει αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη επαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 207/2014).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου με τον ν. 2041/1992, που άρχισε να ισχύει από 1-5-1992, τροποποιήθηκε η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 813/1978 και ήδη άρθρο 11 του π.δ. 34/1995 ορίστηκε ότι η ολική ή η μερική παραχώρηση του μισθίου σε τρίτο, δεν επιτρέπεται, εκτός από αντίθετη συμφωνία των μερών, διότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 11 του π.δ. 34/1995 είναι ενδοτικού δικαίου και επιτρέπεται κατά την σύναψη της μίσθωσης αντίθετη συμφωνία.
Επιτρέπεται, πάντως, μετά την παρέλευση τριετίας από την σύναψη της μίσθωσης, η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε εταιρία προσωπική ή περιορισμένης ευθύνης, που θα συσταθεί μεταξύ του μισθωτή και τρίτου, στην οποία ο μισθωτής θα συμμετέχει κατά ποσοστό τουλάχιστον 35%, χωρίς την συναίνεση του εκμισθωτή, επιβαλλομένης γνωστοποιήσεως εντός προθεσμίας 30 ημερών στον εκμισθωτή της παραχώρησης αυτής, εγγράφως εκ μέρους του μισθωτή και αυξανομένου στην περίπτωση αυτή της παραχώρησης του μισθώματος κατά ποσοστό 20%.
Η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτο είτε με υπεκμίσθωση είτε με σύσταση εταιρίας, κατά τα προαναφερόμενα, είναι σχέση παρεπόμενη, αναφορικά με την κύρια μίσθωση και δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων. Έτσι η κύρια μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμα και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση είτε με τη σύσταση εταιρίας.
Έναντι, όμως, του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρο και ο μισθωτής και η εταιρία, στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (άρθρο 481 ΑΚ, ΑΠ 1226/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης και των δικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την από 1-7-2008 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, αρχικώς και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 126/2009 τελεσίδικης παραπεμπτικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας, η ενάγουσα - εναγόμενη παραχωρησιούχος και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ιδιοκτήτης και εκμισθώτρια, αντιστοίχως, του μίσθιου ακινήτου, να της καταβάλουν το ποσό των 54.300 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των τελευταίων να της καταβάλουν τα ποσά των 120.000 ευρώ και 200.000 ευρώ ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων.
Με την από 22-9-2008 αντίθετη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, οι ενάγοντες - εναγόμενοι, ιδιοκτήτης και εκμισθώτρια, αντιστοίχως του επίδικου μισθίου και ήδη αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη - ενάγουσα παραχωρησιούχος και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην πρώτη εξ’ αυτών, Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Δοξάτου το συνολικό ποσό των 61.278,58 ευρώ για καθυστερούμενα μισθώματα και αποζημίωση χρήσης του μίσθιου ακινήτου και στον δεύτερο εξ’ αυτών, (Ν.Π.Δ.Δ.) Ο.Τ.Α.
Δήμο Δοξάτου το ποσό των 61,278,58 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος κατέβαλε για την απομάκρυνση από το μίσθιο των αυθαίρετων και παράνομων προσθηκών της εναγομένης παραχωρησιούχου.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 8/2011 απόφαση του, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 1-7-2008 αγωγή και δέχθηκε κατ’ ουσία την από 22-9-2008 αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 61.278,58 ευρώ και ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο - Δήμο Δοξάτου διέταξε την επανάληψη της συζήτησης ως προς το αιτούμενο από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο αγωγικό κονδύλιο. Ακολούθως η αναιρεσείουσα παραχωρησιούχος με την από 1-11-2011 έφεσή της εξεκάλεσε ενώπιον του Εφετείου Θράκης τις οριστικές διατάξεις της υπ’ αριθμ. 8/2011 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, κατά το μέρος, που αφορούσε τα αιτούμενα από την ίδια, ως άνω, αγωγικά κονδύλια.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το ζήτημα της εις ολόκληρον ευθύνης της αναιρεσείουσας εταιρίας δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "...Ο μισθωτής Α. Κ. του Ν. στις 7-5-2004 σύστησε ετερόρρυθμη εταιρία με τον Κ. Κ. του Β. και την εκκαλούσα.
Η νέα αυτή εταιρία είχε αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας τη λειτουργία και εκμετάλλευση "χώρων εστιάσεων και εκδηλώσεων, καφετέριας, αναψυκτηρίου, ταβέρνας, εστιατορίου, ψητοπωλείου, Fast food και παραδοσιακού καφενείου. Οι εταίροι συμφώνησαν ότι ο Α. Κ. του Ν. θα ήταν ο ετερόρρυθμος εταίρος της εταιρίας με συμμετοχή 12.750 ΕΥΡΩ στο εταιρική περιουσία, ενώ ο Κ.
Κ. θα ήταν ο ομόρρυθμος εταίρος, εκπρόσωπος και διαχειριστής της (βλ. το από 7-5-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης εταιρίας που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Δράμας). Η εταιρία στη συνέχεια τροποποιήθηκε και με το από 26-4-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης εταιρίας που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Δράμας.
Οι εταίροι με την τελευταία αυτή τροποποίηση συμφώνησαν να αποχωρήσει από την εταιρία ο έως τότε ομόρρυθμος εταίρος Κ. Κ. και να μεταβιβάσει το εταιρικό του μερίδιο στη Ζ. Κ. του Α.. Η νέα αυτή εταίρος θα καθίστατο ετερόρρυθμος εταίρος, ενώ ο Α. Κ. θα ήταν εφεξής ομόρρυθμος εταίρος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας.
Η εκμισθώτρια και ο μισθωτής με το άρθρο 10 του από 23-4-2004 μισθωτηρίου αρχικά είχαν συμφωνήσει ότι "[α]παγορεύεται ρητά στον μισθωτή να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου σε άλλον ή να υπεκμισθώσει αυτό. Ο μισθωτής όμως έχει το δικαίωμα να συστήσει για τις ανάγκες της δραστηριότητάς του νομικό πρόσωπο, δηλαδή εταιρία και μόνον ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη, της οποίας όμως ο ίδιος θα είναι εταίρος κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό τουλάχιστον.
Σε κάθε τέτοια περίπτωση θα υποχρεούται την επομένη της συστάσεως να γνωστοποιήσει αντίγραφο του εταιρικού εγγράφου στην ΑΔΕ Δοξάτου, όπως και σε κάθε τυχόν τροποποίηση αυτού". Οι συμβαλλόμενοι όμως τροποποίησαν με το από 31-1-2005 έγγραφό τους το συγκεκριμένο όρο της σύμβασης ως εξής: "[ο] μισθωτής έχει το δικαίωμα να συστήσει για τις ανάγκες της δραστηριότητάς του νομικό πρόσωπο δηλ.
εταιρία, της οποίας ο ίδιος θα είναι μοναδικός υπεύθυνος και υπόλογος απέναντι στην Αναπτυξιακή Δήμου Δοξάτου για οποιαδήποτε τυχόν φθορά ή μετατροπή του μισθίου ή οικονομικό θέμα προκύψει. Επίσης επιτρέπεται η ημερήσια υπεκμίσθωση και μόνον του προαυλίου χώρου του αναψυκτηρίου, αποκλειστικά για τη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων και συναυλιών σε τρίτους και με ανώτατη διάρκεια αυτών 20 συνεχόμενες ημέρες τη φορά.
Σε κάθε τέτοια περίπτωση θα υποχρεούται την επομένη της συστάσεως να γνωστοποιήσει αντίγραφο του εταιρικού εγγράφου στην ΑΔΕ Δοξάτου, όπως και σε κάθε τυχόν τροποποίηση αυτού". Οι συμβαλλόμενοι τροποποίησαν και πάλι το συγκεκριμένο όρο ως εξής: " [ο] μισθωτής έχει το δικαίωμα να συστήνει για τις ανάγκες της δραστηριότητάς του νομικό πρόσωπο δηλ.
εταιρία με έδρα το μίσθιο, η οποία θα είναι υπεύθυνη και υπόλογη απέναντι στην Αναπτυξιακή Δήμου Δοξάτου για οποιοδήποτε οικονομικό θέμα προκύψει. Επίσης επιτρέπεται στον μισθωτή να υπεκμισθώσει μέρος ή τμήματα του μισθίου αποκλειστικά για κάθε νόμιμη χρήση σχετική με την παροχή υπηρεσιών διασκέδασης και εστίασης προς το κοινό.
Στην περίπτωση αυτή ισχύουν οι λοιποί όροι τους παρόντος" (βλ. το από 23-2-2005 έγγραφό τους, το οποίο κατατέθηκε στη Δ.Ο.Υ. Δράμας και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 787/23-3-2005). Οι συμβαλλόμενοι συνεπώς είχαν συμφωνήσει σαφώς ότι ο μισθωτής μπορεί μόνον να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου στην εταιρία και με το δεδομένο αυτό ενέχονται έναντι της εκμισθώτριας εις ολόκληρον ο καθένας τους (άρθρο 11 π.δ. 34/1995).
Η πρώτη μάλιστα εφεσίβλητη είχε συναινέσει στην παραχώρηση της χρήσης του μισθίου προς την εκκαλούσα και επομένως δεν ήταν απαραίτητο να ενημερωθεί εγγράφως για το γεγονός αυτό (άρθρο 11 π.δ. 34/1995), επειδή οι διατυπώσεις που εισάγει η διάταξη αυτή απαιτούνται, όταν λείπει η συναίνεση του εκμισθωτή για την παραχώρηση της χρήσης του μισθίου.
Η τήρηση εξάλλου εγγράφου τύπου δεν ήταν απαραίτητη στη συγκεκριμένη περίπτωση που το μίσθιο ανήκει σε ν.π.δ.δ., επειδή οι διατάξεις του π.δ. 34/1995 - που ρυθμίζουν μισθώσεις ανεξάρτητα από την ιδιότητα των συμβαλλομένων - είναι ειδικότερες και συνεπώς υπερισχύουν των διατάξεων του π.δ. 715/1979, οι οποίες ρυθμίζουν γενικά τις μισθώσεις του Ν.Π.Δ.Δ.
ανεξάρτητα από τη χρήση για την οποία προορίζεται το μίσθιο...".
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε, ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 361, 593 ΑΚ και 11 του Π.Δ. 34/1995 "περί εμπορικών μισθώσεων" δεχόμενο την εις ολόκληρο ευθύνη της αναιρεσείουσας εταιρίας - παραχωρησιούχου για καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων και αποζημίωση χρήσης, καίτοι η ίδια (αναιρεσείουσα):
α) Ουδέποτε συμβλήθηκε ως μισθωτής στην σύμβαση μισθώσεως με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων αλλά είχε μόνον δικαίωμα κατοχής ως παραχωρησιούχος μετά από σχετική συμφωνία μισθωτή και εκμισθωτή και β) δεν συνέτρεχε στην ένδικη μίσθωση περίπτωση νόμιμης παραχώρησης της χρήσης κατ’ ενάσκηση ατομικού δικαιώματος μισθωτή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 εδ.
β’ ΠΔ 34/1995 και συγκεκριμένα πάροδος τριετίας από την έναρξη της τριετίας, μεταβίβαση σε προσωπική εταιρία (ΟΕ ή ΕΕ) ή ΕΠΕ, στις οποίες να μετέχει ως εταίρος ο αρχικός μισθωτής τουλάχιστον κατά ποσοστό 35% και έγγραφη ενημέρωση του εκμισθωτή εντός 30 ημερών. Και κατά συνέπεια, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθ. 11 Π.Δ/τος 34/1995.
Ορθώς επομένως, το Εφετείο ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 11 Π.Δ/τος 34/1995 και 361 ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε ότι οι αντισυμβαλλόμενοι (εκμισθωτής και μισθωτής) είχαν συμφωνήσει σαφώς - με σχετικό όρο του μισθωτηρίου - ότι ο μισθωτής μπορεί να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου στην εταιρεία και ότι η εκμισθώτρια είχε συναινέσει προς τούτο, όπως ορίζεται κατά το πρώτο εδάφιο του άρθ. 11 Π.Δ/τος 34/1995, μη απαιτουμένης, επομένως της συνδρομής των προϋποθέσεων του εδ.
β’ του ιδίου άρθρου, όπως εσφαλμένα επικαλείται η αναιρεσείουσα με αποτέλεσμα η τελευταία να υπέχει και αυτή όμοια με του μισθωτή εις ολόκληρο ευθύνη για τις εκ της ένδικης μισθωτικής σχέσης προκύπτουσες υποχρεώσεις. Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο και επικουρικά (όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) σε σχέση με τον α’ λόγο προβαλλόμενο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 λόγο αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση (δια της μη εφαρμογής) του άρθρου 4 Π.Δ. 34/1995, σχετικά με την εις ολόκληρον ευθύνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας εκ του ότι κατά την άποψη της αναιρεσείουσας στην προκειμένη περίπτωση, εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ότι δεν επρόκειτο περί εμπορικής μισθώσεως καθόσον το μίσθιο ακίνητο (αναψυκτήριο) ευρίσκετο εντός κοινόχρηστου δημοτικού άλσους και σύμφωνα με την ως άνω διάταξη δεν υπάγεται στις μισθώσεις τις προστατευόμενες από το ΠΔ 34/1995. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι εάν θεωρηθεί ως βάσιμος ο προς θεμελίωση του λόγου αυτού ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, και γίνει δεκτό ότι δεν πρόκειται για εμπορική μίσθωση αλλά για αστική μίσθωση, τότε, σε κάθε περίπτωση, κατά το άρθρο 593 ΑΚ επιτρέπεται η παραχώρηση του μισθίου από τον μισθωτή σε τρίτο, ο οποίος (παραχωρησιούχος) ευθύνεται έναντι του εκμισθωτή.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, που δεν προτάθηκαν, τα οποία δεν συνιστούν οι γενικές ή αιτιολογημένες αρνήσεις του αντιδίκου περί του νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμου του προς διάγνωση αχθέντος αιτήματος (ΑΠ 1600/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο κατά την εκδίκαση της από 1-7-2008 αγωγής της, την οποία έκρινε ως απορριπτέα, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του: "α) Ότι η εταιρία ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ως παραχωρησιούχος του μισθίου και στηριζόμενης στις ρητές διαβεβαιώσεις των αναιρεσιβλήτων προς τον μισθωτή κ.
Α. Κ. προχώρησε σε μια σειρά εργασιών διαμόρφωσης του μισθίου και κατασκευής επωφελών εγκαταστάσεων, β) ότι όλες οι τροποποιήσεις και μεταβολές έγιναν με την εκ των προτέρων έγκριση των αντιδίκων, γ) ότι οι εφεσίβλητοι - αναιρεσίβλητοι, ενόψει της αναβάθμισης της χρήσης του μισθίου είχαν αναλάβει την ειδική υποχρέωση να ζητήσουν την επέκταση της υφισταμένης άδειας λειτουργίας του μισθίου, δ) ότι οι παραπάνω εγκαταστάσεις άρχισαν να χρησιμοποιούνται σταδιακά με την προσδοκία έκδοσης και παράδοσης της αναθεωρημένης άδειας λειτουργίας του μισθίου και ε) ότι οι αντίδικοι - αναιρεσίβλητοι, παρότι χορήγησαν συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις εκ των υστέρων δεν συνέπραξαν στην αναθεώρηση της άδειας λειτουργίας και στις απαραίτητες τακτοποιήσεις καθιστώντας, έτσι, αδύνατη την χρήση του μισθίου ως κέντρου εστίασης και διασκέδασης".
Ο λόγος αυτός ως προς τις αιτιάσεις με στοιχεία β, γ και ε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ’ ουσία, δεχόμενο πλην των άλλων ότι αποδείχθηκε, ότι "η πρώτη εφεσίβλητη (δηλαδή η πρώτη αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια) δεν συνήνεσε και δεν ενέκρινε ποτέ την κατασκευή και διατήρηση των μόνιμων αυτών εγκαταστάσεων στο μίσθιο, οι οποίες μάλιστα ήταν και αυθαίρετες, δεν μπορούσαν να νομιμοποιηθούν και συνεπώς δεν μπορούν να επιφέρουν καμιά ωφέλεια στο Δήμο και τη Δημοτική Επιχείρηση".
Ο ίδιος λόγος ως προς τις αιτιάσεις με στοιχεία α και δ είναι απαράδεκτος, διότι οι εν λόγω ισχυρισμοί συνιστούν επιχειρήματα και όχι πράγματα, τα οποία δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη αλλά τείνουν προς επίρρωση της ανωτέρω ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα αγωγής της. Επομένως ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος μετά την προσθήκη της παρ. 4 στο άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 12 του Ν. 4055/ 2012, που ισχύει από 2-4-2012, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας - καταθέσασας πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 82/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ