Legislator Case Law & Legislation
759/2014 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal, upholding liability for lost deposit due to bank's gross negligence.

Case Number 759/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the First Instance Court's judgment in favor of the depositor. The court found that the bank was liable for the loss of 17,720 euros because its employees failed to exercise due care in safeguarding the deposit book for over a year. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the bank was ordered to pay the depositor the full amount plus legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 830(1)(b) and Article 827 of the Civil Code; Article 3 of the Law of 17/7/1923: When a deposit is made with a bank for safekeeping, it constitutes an anomalous deposit, and the bank is liable for loss if its employees fail to exercise due care in safeguarding the deposit book.

Keywords

AI generated
anomalous deposit gross negligence bank liability safekeeping obligation appeal dismissal Civil Code provisions depositor protection

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 830(1)(b) of the Civil Code
Article 827 of the Civil Code
Article 3 of the Law of 17/7/1923 on special provisions for anonymous companies
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
General Appeal 7/2006
General Appeal 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 759 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 759/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ταντσή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουνίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1466/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4495/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Μαΐου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα, με την οποία αποσκοπείται κυρίως η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και συνεπώς έχει επ' αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ.1 εδ.

β' ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επί ανωμάλου παρακαταθήκης, ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη και επομένως και η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο θεματοφύλακας αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμα δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία, ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν εντέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμέλεια".

Τέτοια "απόδειξη καταθέσεώς χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο καταθέσεως Ταμιευτηρίου, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη ή Τραπεζική Ανώνυμη Εταιρεία και στο οποίο απεικονίζονται, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τόσον η αρχική κατάθεση, όσον και οι μεταγενέστερες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα γραμμάτια καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων, που ο τελευταίος υπογράφει και διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της οφειλέτριας Τράπεζας ή δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, λόγω καταθέσεως χρημάτων στο λογαριασμό του καταθέτη, στον οποίο αντιστοιχεί, ή λόγω αναλήψεως χρημάτων από αυτόν, χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου, που ενημερώνεται δια του ηλεκτρονικού υπολογιστή μόλις προσκομιστεί, εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 εδ. 3 του ΚΠολΔικ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 446 παρ. 2 ΚΠολΔικ, πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση), επιτρέπεται δε μόνον ανταπόδειξη κατά της αληθείας των εγγράφων.

Επομένως κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη που απεικονίζεται στο βιβλιάριο αυτό και σημειώνει επ' αυτού την εξόφληση (ανάληψη) με μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει εφαρμογή η προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 17/7-13/8/1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμον στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσης του, το οποίο και έβαλε σε τρίτο, που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή η βαρειά αμέλεια των οργάνων της και ότι τέτοια βαρειά αμέλεια υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού από αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του τελευταίου.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στα πλαίσια συμβάσεων ανώμαλης παρακαταθήκης, που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας, του ενάγοντος και της μητέρας του Α. Τ. το Μάιο του 1999, εκδόθηκε στο όνομα αυτών το υπ' αριθμ. ... βιβλιάριο καταθέσεως ταμιευτηρίου του υποκαταστήματος της εναγόμενης στην Παλλήνη Αττικής.

Ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός κινήθηκε μέχρι την 21-4-2005, οπότε και σταμάτησε να κινείται, εμφάνιζε δε στις 29-6-2006 πιστωτικό υπόλοιπο κεφαλαίου 17.721,26£υρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μητέρα του ενάγοντος φύλασσε το βιβλιάριο του λογαριασμού αυτού της εναγομένης τράπεζας μαζί με άλλα βιβλιάρια καταθέσεων ετέρων τραπεζών σε συρτάρι της οικίας της.

Η τελευταία στις 22-9-2006 διαπίστωσε ότι σε μη δυνάμενη να προσδιοριστεί επακριβώς ημερομηνία, πάντως μεταξύ της ημερομηνίας αυτής και της ως άνω τελευταίας συναλλαγής, άγνωστο πρόσωπο είχε αφαιρέσει παράνομα μεταξύ των άλλων και το βιβλιάριο του ως άνω λογαριασμού μαζί με φωτοτυπία του δελτίου της αστυνομικής ταυτότητας του γιου της (ενάγουσας).

Μετά τη μάταιη αναζήτηση του εν λόγω βιβλιαρίου απευθύνθηκε στο κατάστημα της εναγομένης Τράπεζας στην Παλλήνη, όπου γνωστοποίησε την απώλεια του παραπάνω βιβλιαρίου και συγχρόνως κατέθεσε αίτηση, προκειμένου να πληροφορηθεί την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού. Τότε οι υπάλληλοι της εναγομένης, τράπεζας την πληροφόρησαν ότι το σύνολο σχεδόν των κατατεθέντων χρημάτων ύψους 17.720 ευρώ είχε αναληφθεί, από άγνωστο άτομο, πάντως όχι από τον ενάγοντα, με επτά (7) διαδοχικές τμηματικές αναλήψεις, που έλαβαν χώρα κατά το από 29-6-2006 μέχρι 31-8-2006 διάστημα και συγκεκριμένα στα καταστήματα που διατηρεί η εναγομένη στην Αγία Παρασκευή και το Γέρακα Αττικής.

Στη συνέχεια η μητέρα του ενάγοντος κατέθεσε αίτηση στην εναγομένη και έλαβε τα σχετικά παραστατικά των αναλήψεων. Με βάση αυτά σε συνδυασμό και με τις πληροφορίες που έλαβε από υπαλλήλους της εναγόμενης διαπίστωσε ότι άγνωστος άνδρας ηλικίας 3ο ετών περίπου με τον σωματότυπο του ενάγοντος, εμφανίστηκε στο κατάστημα της εναγόμενης στην Αγία Παρασκευή κατά τις ημερομηνίες 29-6-2006, 12-7-2006, 25-7-2006 και του Γέρακα στις 3-8-2006, 7-8-2006, 16-8-2006 και 22-8-2006 με την επίδειξη δελτίου αστυνομικής ταυτότητας (πιθανώς πλαστού), με στοιχεία ίδια με εκείνα του δελτίου ταυτότητας του ενάγοντος, και με το βιβλιάριο του ως άνω λογαριασμού, οπότε και ανέλαβε από τον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό τα ποσά των 3.200, 2.250, 2.370, 3.290, 2.150, 2.460 και 2.000 ευρώ αντίστοιχα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι σε όλες τις παραπάνω συναλλαγές οι υπάλληλοι της εναγόμενης ακολούθησαν την ίδια διαδικασία, δηλαδή αφού έλεγξαν το επιδειχθέν σ' αυτούς δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, διαπίστωσαν ότι έφερε τα στοιχεία που αναφέρονταν στο μηχανογραφικό τους σύστημα, ανέγραψαν τον αριθμό της ταυτότητας επί του αντιστοίχου εκδοθέντος εντάλματος πληρωμής και στις περιπτώσεις πού το ποσό της ανάληψης υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ, λήφθηκε η σχετική αναγκαία έγκριση της συναλλαγής από τον προϊστάμενο τους.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι τις συναλλαγές της 3-8-2006 και 7-8-2006 διενήργησε ο υπάλληλος της εναγόμενης Δ. Π. ο οποίος ήταν συμμαθητής του ενάγοντος στο Γυμνάσιο πλην όμως λόγω των κοινών χαρακτηριστικών με αυτών του ενάγοντος και του μακρού χρονικού διαστήματος (13 ετών) που είχε παρέλθει από την αποφοίτηση αυτών, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί την ταυτοπροσωπία και τον εξυπηρέτησε, μάλιστα δε τη δεύτερη φορά (7-8-2006) έθεσε επί του εντάλματος πληρωμής τη σήμανση "γνωστός εκ συναλλαγής", χωρίς να αναγράψει τα στοιχεία της ταυτότητας του (ενάγοντος).

Η πραγματοποίηση των παραπάνω συναλλαγών έγινε δίχως τα όργανα της εναγομένης να προβούν, όπως είχαν υποχρέωση από τη σύμβαση, πριν από την καταβολή των εν λόγω ποσών, στη διαπίστωση ταυτοπροσωπίας εκείνου που εμφανίστηκε για τις αναλήψεις των χρημάτων με τον αληθινό δικαιούχο του βιβλιαρίου. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι δεν προέβησαν στον έλεγχο της αστυνομικής ταυτότητας του αναλήπτη ή άλλων δημοσίων εγγράφων (διαβατηρίου, άδεια οδηγήσεις κ.λ.π.), προκειμένου να επιβεβαιώσουν τα στοιχεία αυτού και δεν επικοινώνησαν με το υποκατάστημα της εναγομένης στην Παλλήνη, όπου τηρείτο ο επίδικος κοινός λογαριασμός, προκειμένου να ζητήσουν πληροφορίες για το δικαιούχο του λογαριασμού και τη διαβίβαση ηλεκτρονικού τηλετύπου (FAX) του δείγματος της υπογραφής τούτου, ώστε να καταστεί δυνατή μετά από σύγκριση, η διαπίστωση της διαφοράς της υπογραφής του δικαιούχου από εκείνη του αναλήπτη.

Κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου η προφανής διαφορά της υπογραφής του τρίτου αναλήπτη, όπως αυτή απεικονίζεται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους εντάλματα πληρωμής των προαναφερομένων ποσών, από την υπογραφή του ενάγοντος στο φωτοτυπικό αντίγραφο της προσκομιζόμενης αστυνομικής του ταυτότητας, ουδεμία καταλείπει σ' αυτό αμφιβολία ότι η ανάληψη των ποσών αυτών έγινε από τρίτο πρόσωπο, που πλαστογράφησε την υπογραφή του ενάγοντος και όχι από τον ίδιο το δικαιούχο.

Εξάλλου η έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα όργανα της εναγομένης ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής κατά τις επίδικες συναλλαγές, που σημειωτέον δεν προϋποθέτει εξιδιασμένη επιμέλεια, ούτε ειδικές γνώσεις γραφολογίας, συνίσταται στο ότι αυτοί δεν έλαβαν υπόψη τους επιπλέον ότι επρόκειτο για λογαριασμό που είχε να κινηθεί τουλάχιστον 1,5 χρόνο, οι δε συχνές αναλήψεις κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες κατέτειναν στην ανάληψη όλου σχεδόν του ποσού οπότε και θα έπρεπε να κινήσει τις υποψίες των προστηθέντων υπαλλήλων της, προκειμένου να διενεργήσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση πλήρη έλεγχο ταυτοπροσωπίας αυτού που εμφανίστηκε ενώπιον τους, αφού ζητήσουν περισσότερες πληροφορίες και διασφαλίσεις, στις οποίες δεν προέβησαν όπως όφειλαν από βαριά τους αμέλεια.

Σε καμία περίπτωση συναλλαγής οι υπάλληλοι της εναγόμενης δεν αναζήτησαν το δείγμα υπογραφής του ενάγοντος, που τηρείτο στο κατάστημα ανοίγματος του παραπάνω λογαριασμού, ούτως, ώστε με αντιπαραβολή με την υπογραφή του αναλήπτη, να διαπιστώσουν την ταυτοπροσωπία αυτού που εμφανίστηκε ενώπιον τους με τον πραγματικό δικαιούχο του λογαριασμού (ενάγοντα).

Αν οι υπάλληλοι είχαν πράξει τούτο, θα είχαν αποτραπεί οι ως άνω αναλήψεις, δεδομένου ότι το τηρούμενο στην καρτέλα πελάτη δείγμα υπογραφής του ενάγοντος δεν είχε καμία σχέση με τις υπογραφές που έθεσε ο πραγματοποιήσας (τρίτος) κατά τις εν λόγω αναλήψεις επί των αντιστοίχων ενταλμάτων πληρωμής. Σημειώνεται ότι τέτοιο δείγμα υπογραφής λαμβάνουν οι Τράπεζες σε κάθε περίπτωση ανοίγματος λογαριασμού με σκοπό τη διασφάλιση της ταυτοπροσωπίας των πελατών τους, επιπρόσθετα δε κατά τις επίδικες συναλλαγές το δείγμα υπογραφής του ενάγοντος δεν είχε ψηφιοποιηθεί και εισαχθεί στο μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας, ώστε να είναι ευχερής η πρόσβαση σε αυτό, αλλά απαιτείτο διαδικασία ηλεκτρονικής αποστολής του από το κατάστημα που τηρείτο, χωρίς Τούτο να οδηγεί σε απαλλαγή της Τράπεζας, όπως ισχυρίζεται αυτή ότι δηλ.

η εν λόγω πρακτική λειτουργεί σε βάρος της ταχύτητας, με την οποία πρέπει να διεξάγονται οι τραπεζιτικές εργασίες. Εξάλλου ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η υπογραφή στα εντάλματα πληρωμής έμοιαζε με την τεθείσα υπογραφή στην αίτηση για το άνοιγμα του επιδίκου λογαριασμού κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από απλή αντιπαραβολή αυτών, που προσκομίζονται, αποδεικνύεται η προφανής διαφορά τους. "Ετσι από την εκτεθείσα αμελή ) συμπεριφορά και παράλειψη των οργάνων (υπαλλήλων) της εναγομένης Τράπεζας, που κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου χαρακτηρίζεται ως βαριά, όπως προεκτέθηκε, ο τρίτος μη δικαιούχος και κάτοχος του βιβλιαρίου με ποινικώς κολάσιμη πράξη πέτυχε να αναλάβει τα ως άνω ποσά του ενάγοντος και της συνδικαιούχου μητέρας του από τα υποκαταστήματα της εναγομένης στην Αγία Παρασκευή και το Γέρακα.

Με βάση τα εκτεθέντα αποδείχθηκε ότι δεν έγινε ο έλεγχος της επιβαλλόμενης ταυτοπροσωπίας από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης Τράπεζας και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι προσκομίστηκε από τον αναλήπτη η ταυτότητα του ενάγοντος, εφόσον σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη η ύπαρξη των παραπάνω ειδικών συνθηκών επέβαλε αυξημένη προσοχή και επιμέλεια προς διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας, (ανεξάρτητα του ότι βέβαια δεν αποδείχθηκε ότι τα όργανα αυτά προέβησαν σε πραγματικό έλεγχο των στοιχείων της ταυτότητας, την απώλεια της οποίας πάντως αρνείται ο ενάγων.

Περαιτέρω από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην περιέλευση του βιβλιαρίου και της φωτοτυπίας της αστυνομικής του ταυτότητας του στα χέρια του τρίτου μη δικαιούχου, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός επέδειξε αμέλεια περί τη φύλαξη του αν και για ένα και ήμισυ έτος δεν είχε προβεί σε έλεγχο κατοχής του βιβλιαρίου του, δοθέντος ότι επρόκειτο για ανενεργό καταθετικό λογαριασμό και δεν υπήρχαν κάποια ίχνη παραβίασης της, οικίας της μητέρας του, όπου τούτο φυλασσόταν μαζί με άλλα βιβλιάρια καταθέσεων, ώστε να κινηθούν υποψίες προς αναζήτηση του.

Άλλωστε ειδοποίησε την εναγομένη τράπεζα αμέσως μόλις αντελήφθη την απώλεια του βιβλιαρίου του. Κατά συνέπεια η εκ μέρους της εναγομένης προβληθείσα ένσταση περί συντρέχοντος, πταίσματος του ενάγοντος κατά ποσοστό 99,9% κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της. Κατά συνέπεια η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικό βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό των 17.720 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι συναφείς λόγοι εφέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία αφού απορρίφθηκε η ένσταση συνυπαιτιότητας είχε γίνει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό της παρακατάθεσης ύψους 17.720. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 332. 1 σε συνδ. με 334 ΑΚ και 3 ν.δ. 17-7/13-8-1923 που εφάρμοσε καθόσον με τα δεκτά ανελέγκτως γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά συνέτρεξε βαρειά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης κατά την καταβολή σε τρίτο πρόσωπο του κατατεθέντος σ' αυτή από τον ενάγοντα χρηματικού ποσού και έτσι ευθύνεται η εναγομένη από τη σύμβαση για την απόδοση τούτου στον ενάγοντα ενώ αποκρούεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 σε συνδ. προς άρθρ. 288 Α.Κ.

και εντεύθεν η παραδοχή της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος που προβλήθηκε από την εναγομένη .

Συνεπώς αμφότεροι οι λόγοι της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ.495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2013 αίτηση της Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" για αναίρεση της υπ. αριθ. 4495/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ