Legislator Case Law & Legislation
759/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employer terminated contract citing major breach of duty.

Case Number 759/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a labor contract termination. The appellant argued the termination violated constitutional principles and exceeded statutory limits, claiming the lower court failed to consider specific evidence. The court ruled that the employer's right to terminate for a major reason is absolute and that the lower court properly evaluated and rejected the appellant's claims based on the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Art. 672 A.C.; Art. 559 para. 8 C.P.C.; Art. 559 para. 1 C.P.C.; Art. 561 para. 1 C.P.C.: The employer's right to terminate a labor contract for a major reason is absolute and cannot be excluded by agreement; an appeal based on the lower court's failure to consider arguments is inadmissible if those arguments were presented and rejected during the trial.

Keywords

AI generated
labor contract termination major reason dismissal appeal admissibility constitutional proportionality statutory limits breach court of first instance legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 672 A.C.
ac
Art. 559 para. 8 C.P.C.
Art. 559 para. 1 C.P.C.
Art. 561 para. 1 C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 21/04
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 759 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 759/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2546/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5697/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 9-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν εκείνα τα γεγονότα, ή και ένα ακόμη μεμονωμένο γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από ένα των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος και γενικότερα υπαιτιότητας του αντισυμβαλλόμενου (σχετ.

ΟλΑΠ 21/04). Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, εφόσον, κατ` αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.

Αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος, διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως.

Όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο, επίσης, ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στις 3-10-1989, ως υπάλληλος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης σε ηλικία 21 ετών.

Η όλη του υπηρεσιακή του σχέση διεπόταν από τον Οργανισμό Προσωπικού της εναγομένης Τράπεζας που επείχε ισχύ νόμου, ως εκδοθείς κατ' εξουσιοδότηση του ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα από το ΝΔ 3755/77, 186/69, 1198/73 και 73/74 (ΦΕΚ τ.Β ν. 255/26-11-1977). Από τον εν λόγω Οργανισμό η λύση της μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης Τράπεζας συμβάσεως εργασίας θα επήρχετο με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του.

Ο ενάγων μετά την αρχική του τοποθέτηση στο κατάστημα της οδού Θεμιστοκλέους, στις 26-9-1991, του χορηγήθηκε δικαίωμα Β' υπογραφής, οπότε και έγινε προϊστάμενος υπηρεσίας θησαυροφυλακείου μέχρι την 1-2-1993, οπότε τοποθετήθηκε προϊστάμενος χορηγήσεων εγγυητικών επιστολών. Στη συνέχεια, στις 4-1-1996 τοποθετήθηκε προϊστάμενος υπηρεσίας πιστοδοτήσεων ιδιωτικών, χρεογράφων, ενσήμων.

Στις 4-4-2001 μετατέθηκε στο κατάστημα Ευαγγελισμού, ως προϊστάμενος υπηρεσίας εργασιών καταστήματος, ενώ, παράλληλα, ασκούσε και τα καθήκοντα προϊσταμένου πελατείας λόγω του ότι δεν υπήρχε στο Κατάστημα άλλος προϊστάμενος, και, στις 15-3-2005, τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος πωλήσεων μετά την τοποθέτηση άλλου συναδέλφου ως προϊσταμένου εργασιών.

Κατά το έτος 2005, προήχθη κατ' εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Β'. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, όπως έχει ήδη ομολογήσει, κατά το χρονικό διάστημα από 16-5-05 μέχρι 7-9-05, καταστρατηγώντας τις διαδικασίες της εναγομένης Τράπεζας και χωρίς να ενημερώσει τη Δ/ντρια της Μονάδας μέσω τερματικών που ο ίδιος χειριζόταν, διενέργησε οκτώ (8) νέες αυξήσεις μεταβάλλοντας το όριο της πιστωτικής του κάρτας στο ανωτέρω για την Τράπεζα επίπεδο (€ 40.000). ...

Σημειώνεται ότι με ημερομηνία 21-6-06 ο ενάγων είχε κάνει χρήση του πιστωτικού του ορίου και το ανεξόφλητο υπόλοιπο της κάρτας του ανερχόταν στο ποσό των € 43.825,07 με καθυστερημένες δόσεις (μέχρι και 150 ημέρες), συνολικού, ποσού € 8.559,95". Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι, εκτός των ανωτέρω, από τον έλεγχο που διενεργήθηκε (15-5-2006) διαπιστώθηκε ότι πέντε δάνεια διαφόρων κατηγοριών, που είχε λάβει ο ενάγων από δύο Καταστήματα (Θεμιστοκλέους -Ευαγγελισμού), παρουσίαζαν προβλήματα στην αποπληρωμή τους, και ειδικότερα παρουσίαζαν καθυστερημένο υπόλοιπο, για το πρώτο δάνειο, € 493,88, το δεύτερο € 191,12, το τρίτο € 377,33, το τέταρτο € 1.196,25 και το πέμπτο € 960,14.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις 21-06-06, ο ενάγων εξόφλησε τις πιο πάνω καθυστερημένες οφειλές, με εξαίρεση το καθυστερημένο υπόλοιπο του δανείου Νο ..., το οποίο ταυτοποιήθηκε μερικώς, με αποτέλεσμα να υφίσταται ακόμη εκκρεμότητα ποσού € 256,81. Πέραν της πιο πάνω σχολιασθείσας πιστωτικής κάρτας, ο ενάγων ήταν δικαιούχος και άλλης πιστωτικής κάρτας Νο ..., η οποία ταξινομήθηκε δυσμενέστερα από το σύστημα SIGLO (εμπλοκή) και σήμερα (21/06/06) εμφανίζει υπόλοιπο ποσού € 618,21, λόγω μη καταβολής μηνιαίων δόσεων με καθυστερημένες οφειλές (μέχρι και 120 ημέρες), συνολικού, ποσού € 104,50.

Επίσης ο ενάγων ήταν δικαιούχος του τρεχούμενου λογαριασμού (Νο ...), ο οποίος τηρείτο στο κατάστημα Θεμιστοκλέους και παρουσιάζει υπέρβαση χρεωστικού υπολοίπου ποσού € 414,68 (προβλεπόμενο όριο χρεωστικού υπολοίπου € 1.500). Επιπροσθέτως, από τον περαιτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων σε πέντε περιπτώσεις (το χρονικό διάστημα 08-02-06 μέχρι και 09-05-06), χωρίς την ενυπόγραφη έγκριση της Δ/ντριας Γ.

Κ., χρέωσε το λογ/σμό Γ.Κ. ... "Προσωρινές Οικονομικές Διευκολύνσεις Προσωπικού" και ανέλαβε το συνολικό ποσό των € 1.750 ... . Για την ταυτοποίηση της συγκεκριμένης εκκρεμότητας, κατέβαλε το εν λόγω ποσό στις 08-06-06. Σημειώνεται ότι η λήψη τόσο σημαντικού ποσού, με χρέωση ενδιάμεσης λογιστικής μερίδας της Τράπεζας, δεν αποτελεί οικονομική διευκόλυνση του ενάγοντος, αλλά άτοκη χρηματοδότηση.

Κατά την άποψη του διενεργηθέντος από την Τράπεζα ελέγχου, οι αντικανονικές ενέργειες του ενάγοντος συνίσταντο στο εξής: 1) Στις 31-3-05 και 5-4-05, μέσω του Scoring, όταν ζητήθηκε πληροφοριακό στοιχείο για την έκδοση νέας κάρτας με τα στοιχεία του ενάγοντος, λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό του εισόδημα (€ 23.226), η πρόταση του συστήματος για έκδοση πιστωτικής κάρτας ήταν αρνητική, λόγω καθυστερημένων οφειλών.

Το γεγονός ότι οι καθυστερημένες οφειλές του ενάγοντος δεν πληρούσαν τα πιστοδοτικά κριτήρια της Τράπεζας για έκδοση νέας κάρτας τον ανάγκασε να ζητήσει και να λάβει στις 5-4-05 την έγκριση της Δ/ντριας για την αύξηση του πιστωτικού ορίου της ήδη υπάρχουσας πιστωτικής κάρτας Νο ... στο ποσό των € 18.000. Στη συνέχεια, επειδή προφανώς η αρμόδια διευθύντρια δεν θα ενέκρινε άλλες αυξήσεις, καταστρατήγησε τις σχετικές οδηγίες και μετέβαλε ο ίδιος το πιστωτικό όριο της προσωπικής του κάρτας στο ανώτερο για την Τράπεζα επίπεδο (€ 40.000).

Ως εξουσιοδοτημένος, όμως, λειτουργός της Τράπεζας θα έπρεπε να γνωρίζει ο ενάγων ότι προϋπόθεση για τις αυξήσεις πιστωτικών ορίων καρτών είναι η έγκριση του αρμόδιου, λόγου ύψους κλιμακίου (στην προκειμένη περίπτωση Α' υπογραφή), αφού επί της ουσίας αποτελεί μορφή χρηματοδότησης, 2) όσον αφορά στη λήψη προκαταβολών σημαντικού ύψους, σημειώνεται ότι η Τράπεζα για την εξυπηρέτηση εκτάκτων αναγκών του προσωπικού της, έχει αρμόδια επιτροπή μικροδανείων, για τη διευκόλυνση των υπαλλήλων της, στην οποία και θα έπρεπε να είχε απευθυνθεί με όλα τα σχετικά δικαιολογητικά.

Περαιτέρω, στις έγγραφες απόψεις του ο ενάγων αναγνωρίζει το λάθος του, παραδέχεται τις αντικανονικές του ενέργειες και εκ των υστέρων δηλώνει μετανιωμένος για το πρόβλημα που δημιούργησε στο κατάστημα. Εκτιμά, ότι θα έπρεπε να ενεργήσει διαφορετικά, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα έκτακτα οικονομικά προβλήματα που επικαλείται ότι ανέκυψαν στην οικογένεια του, λόγω της σοβαρής και ανίατης ασθένειας της μητέρας του.

Τέλος, δηλώνει ότι θα προχωρήσει άμεσα στην εξόφληση των οφειλών, οι οποίες παραμένουν ατακτοποίητες και ζητά την επιείκεια της Τράπεζας, επικαλούμενος τη μέχρι πρότινος πολυετή υπηρεσιακή του εντιμότητα και προσφορά. Η Δ/ντρια της Μονάδας Γ. Κ. δήλωσε εγγράφως ότι οι αυξήσεις ορίων στην πιστωτική κάρτα του ενάγοντος, μετά την 5-04-05, διενεργήθηκαν χωρίς την έγκρισή της (το γεγονός επιβεβαιώνεται τόσο από το σύστημα διότι δεν υπάρχει η ηλεκτρονική υπογραφή της, αλλά και από τα φυσικά παραστατικά του p/c, τα οποία επίσης δεν φέρουν την υπογραφή της).

Όσον αφορά στις προκαταβολές που έλαβε ο ενάγων σημειώνει ότι ήταν ενήμερη μόνον για τις 4 πρώτες (συνολικού ποσού € 1.250). Για την πέμπτη προκαταβολή (ποσού € 500), η οποία ελήφθη στις 9-5-06 δεν είχε λάβει γνώση, διότι βρισκόταν σε κανονική άδεια και διευθυντής στο κατάστημα ήταν ο ενάγων, ενώ τα σχετικά παραστατικά δεν φέρουν την ενυπόγραφη έγκριση της ως άνω διευθύντριας της μονάδας.

Κατόπιν των ανωτέρω, η εναγομένη - εφεσίβλητη προέβη στις 17-7-2006 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με έγγραφο που του επέδωσε στις 2-8-2006, για "σπουδαίο λόγο", σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ και, συγκεκριμένα "διότι, ως υπεύθυνος πωλήσεων του καταστήματος Ευαγγελισμού, εκμεταλλευόμενος τη θέση που του εμπιστεύθηκε η Tράπεζα, κατά παρέκκλιση της προβλεπόμενης διαδικασίας, χωρίς να δικαιούται και πέραν των οικονομικών του δυνατοτήτων, προέβη κατ' επανάληψη σε αύξηση του ορίου της πιστωτικής του κάρτας, χωρίς να ενημερώσει, ως όφειλε, τη διευθύντρια του καταστήματος ή/και τα ανώτερά του κλιμάκια".

Η ανωτέρω παραβατική συμπεριφορά του ενάγοντος είχε σαν αποτέλεσμα να κλονιστεί η εμπιστοσύνη της εναγομένης Τράπεζας απέναντι στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο οποίος μέχρι την ημερομηνία της συζήτησης της υπό κρίση υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν είχε προβεί στην ολοκληρωτική εξόφληση των οφειλών του".

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι, με βάση τις παραδοχές αυτές, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν δικαιολογημένη η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος κατ' άρθρο 672 ΑΚ, ότι η άσκησή της δεν παραβιάζει τα τεθέντα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια ως και ότι η ύπαρξη στην επιχείρηση πειθαρχικής διαδικασίας δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του εργοδότη να καταγγείλει για σπουδαίο λόγο την εργατική σχέση κατ' άρθρο 672 ΑΚ, αφού με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σπουδαίος λόγος κατά το άρθρο 672 ΑΚ που δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, ενώ η άσκησή της δεν υπερβαίνει τα τεθέντα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια.

Και τούτο γιατί, όπως στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, "η παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του που αφορούσαν στη τήρηση των κανόνων που είχε θεσπίσει η τράπεζα για την αύξηση των ορίων πιστωτικής κάρτας και για τις χρηματοδοτήσεις και μάλιστα, προς ίδιο όφελος, αποτελούν ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, η οποία κλονίζει την εμπιστοσύνη της τελευταίας προς το πρόσωπο του ενάγοντος και καθιστά μη ανεκτή για την εργοδότιδα Τράπεζα την περαιτέρω συνέχιση της σύμβασης εργασίας, αφού υπήρχε κίνδυνος επαναλήψεως της παραβατικής αυτής συμπεριφοράς και στο μέλλον".

Κατ' ακολουθίαν αυτών το Εφετείο, αφού απέρριψε ως αβασίμους του λόγους εφέσεως, οι οποίοι έπλητταν την πρωτοδίκη απόφαση γιατί δέχθηκε την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, ο οποίος δικαιολογεί την πρόωρη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος - εκκαλούντος και γιατί απέρριψε τους προβληθέντες, επικουρικά, ισχυρισμούς του, περί του ότι η άσκηση της καταγγελίας είναι καταχρηστική, αφού, όπως δέχθηκε, "στηρίζονται στην εσφαλμένη εκδοχή ότι οι προαναφερθείσες αντισυμβατικές και υπαίτιες ενέργειες, του εκκαλούντος - ενάγοντος αποτελούσαν απλώς τυπική παράβαση της υπηρεσιακής του υποχρεώσεως για ενημέρωση της προϊσταμένης και όχι ουσιώδη παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, αφού εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη της προϊσταμένης του, που είχε αποκτήσει, και την εν συνεχεία απουσία της, παραβίασε προς ίδιο όφελος τους γνωστούς σ' αυτόν κανόνες περί χρηματοδοτήσεων που είχε θεσπίσει η Τράπεζα και συγκεκριμένα, με την αύξηση του ορίου της πιστωτικής του κάρτας και με τη λήψη προσωρινών οικονομικών διευκολύνσεων κατά παράβαση των κανόνων αυτών".

Επίσης απέρριψε, ως αβάσιμο, το λόγο εφέσεως που έπληττε την εκκαλουμένη απόφαση για παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, διότι, όπως έκρινε, "κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η βαρύτητα του παραπτώματος του ενάγοντος δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης του τελευταίου, χωρίς να προσκρούει στους νομίμως επιβαλλόμενους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από το άρθρο 25 το Συντάγματος".

ΙΙ. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με τις πιο άνω παραδοχές του, δεχόμενο την ύπαρξη σπουδαίου λόγου υπό την έννοια του άρθρου 672 Α.Κ., και απορρίπτοντας κατόπιν τούτου την ως άνω κυρία βάση της ένδικης αγωγής του, παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου την ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 672 Α.Κ., με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Τούτο δε διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η γενόμενη "κατ' επανάληψη αύξηση του ορίου της πιστωτικής του κάρτας, χωρίς να ενημερώσει για όλες τις αυξήσεις αυτές την Διευθύντρια του Καταστήματος", οφείλεται στο γεγονός και μόνον ότι η μητέρα του έπασχε από σοβαρή και ανίατη ασθένεια εκ της οποίας και απεβίωσε και υποχρεώθηκε να πράξει τούτο προκειμένου να καλύψει τα απαιτούμενα έξοδα της αναγκαίας ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεώς της.

Επίσης με τους τρίτο και τέταρτο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε την στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, υπό τα δεκτά γενόμενα με την απόφαση πραγματικά περιστατικά η περιγραφόμενη σε αυτή αντισυμβατική και μάλιστα κατ' επανάληψη, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, στοιχειοθετεί σπουδαίο λόγο, κατά το άρθρο 672 ΑΚ, που δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, αφού η κατά τον περιγραφόμενο στην αγωγή τρόπο παράβαση των συμβατικών αυτών υποχρεώσεων, που αφορούσαν στη τήρηση των κανόνων που είχε θεσπίσει η τράπεζα για την αύξηση των ορίων πιστωτικής κάρτας και για τις χρηματοδοτήσεις, εκμεταλλευόμενος, προς ίδιο όφελος, την θέση που του εμπιστεύθηκε η εργοδότρια Τράπεζα, αποτελούν ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, η οποία εκλόνησε την εμπιστοσύνη της τελευταίας προς το πρόσωπό του και καθιστά μη ανεκτή για την εργοδότιδα Τράπεζα την περαιτέρω συνέχιση της σύμβασης εργασίας, αφού υπήρχε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, κίνδυνος επαναλήψεως της παραβατικής αυτής συμπεριφοράς και στο μέλλον.

Αυτό τούτο το γεγονός της ασθένειας της μητέρας του αναιρεσείοντος δεν είναι ουσιώδες, με την έννοια ότι, και αληθές υποτιθέμενο, δεν αίρει τον χαρακτήρα των αντισυμβατικών ενεργειών του, ως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως, αφού αρκεί ότι η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος κλόνησε οριστικά την εμπιστοσύνη της Τράπεζας προς το πρόσωπό του και μάλιστα σε θέση και καθήκοντα που η εμπιστοσύνη αυτή είναι αναγκαίο προαπαιτούμενο.

Γι' αυτό άλλωστε ο σπουδαίος λόγος δεν προϋποθέτει αναγκαίως υπαιτιότητα στο πρόσωπο εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία. Εξάλλου, κατά τις παραδοχές τις απόφασης, ακόμη και αν το συμβάν της ασθένειας της μητέρας του ενάγοντος - αναιρεσείοντος ήταν αληθές, αυτός είχε τρόπο να αντιμετωπίσει τα έξοδα νοσηλείας, αφού η εργοδότρια Τράπεζα, για την εξυπηρέτηση εκτάκτων αναγκών του προσωπικού της, είχε προβλέψει διαδικασία για τη χορήγηση μικροδανείων, διαδικασία που ο αναιρεσείων, παρέκαμψε κατά τον πιο πάνω τρόπο.

Άλλωστε, επίσης κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο ίδιος ο αναιρεσείων αναγνώρισε το λάθος του και ότι "εκτιμά ότι θα έπρεπε να ενεργήσει διαφορετικά" για την αντιμετώπιση των εξόδων, εξαιτίας της ασθένειας της μητέρας του. Επομένως τα όσα ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ανεξαρτήτως του ότι είναι αλυσιτελή, αφού δεν αίρουν τον χαρακτήρα των αντισυμβατικών ενεργειών του, ως σπουδαίου λόγου, είναι και αβάσιμα με την έννοια ότι ο αναιρεσείων, όπως και ο ίδιος δέχεται, μπορούσε να αντιμετωπίσει το οικογενειακό του πρόβλημα και με άλλο τρόπο.

Επίσης, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης, η βαρύτητα του παραπτώματος του ενάγοντος δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης του τελευταίου, χωρίς να προσκρούει στους νομίμως επιβαλλόμενους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από το άρθρο 25 το Συντάγματος, ενώ δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης, με τις δυσμενείς για τον αναιρεσείοντα συνέπειες (απώλεια της εργασίας σε ηλικία 43 ετών κ.λπ.), έστω και αν ο ενάγων δεν είχε προβεί στο παρελθόν σε άλλη παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων.

Επομένως με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή πλαγίως τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτον τον αναιρετικό έλεγχο. Επίσης δεν παραβίασε την στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνακόλουθα οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πρώτος, αλλά και τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται η κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προβάλλει, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η γενόμενη απ' αυτόν αύξηση του πιστωτικού ορίου της κάρτας του οφείλεται "προκειμένου να αντιμετωπίσει τα έκτακτα οικονομικά προβλήματα που επικαλείται ότι ανέκυψαν στην οικογένεια του λόγω σοβαρής και ανίατης ασθένειας της μητρός του", ότι είχε επικαλεσθεί στον πρώτο βαθμό, με τις προτάσεις του, αλλά και στο Εφετείο με την έφεσή του, σχετική ομολογία της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.

Πλην όμως, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η ομολογία αυτή που προτάθηκε ως ίδιο αποδεικτικό μέσο (339 ΚΠολΔ), δεν λήφθηκε υπ' όψη από το Εφετείο. Επίσης ο αναιρεσείων προβάλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που είχε επικαλεσθεί και ειδικότερα: α) την από 24.1.2005 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γ.

ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", και β) απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου της μητέρας του, με αριθμό πρωτοκόλλου 1751/27.6.2006, καθώς και αντίγραφο του από 24.6.2006 ιατρικού πιστοποιητικού θανάτου της, από τα οποία προέκυπτε ότι η κρισιμότητα της κατάστασης της μητέρας του, καθώς και οι μηνιαίες δαπάνες στις οποίες έπρεπε να υποβληθεί για την αγορά των απαραίτητων φαρμακευτικών ειδών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που επιδιώκεται η απόδειξη της βασιμότητας της κυρίας βάσεως της αγωγής, αφού το αναφερόμενο προς απόδειξη, με τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, περιστατικό, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, δεν είναι ουσιώδες.

Περαιτέρω ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, αφενός μεν, διότι ουδεμία "ομολογία" του πιο πάνω περιστατικού προκύπτει από την αναιρεσίβλητη (στις προτάσεις της η αναιρεσίβλητη αναφέρεται στους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος όπως τους επικαλείται ο ίδιος), αφετέρου δε, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα.

IV. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, κατά το στηριζόμενο στη διάταξη αυτή του ΚΠολΔ μέρος τους, καταλογίζει στο Εφετείο, ότι είχε ισχυρισθεί πρωτοδίκως με την αγωγή του, αλλά και στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, επικουρικά, ότι η ένδικη καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως "αποτελεί κατάφωρη παραβίαση της υπό του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος προβλεπομένης αρχής της αναλογικότητας" και ότι έγινε καθ' υπέρβαση προφανώς των κατά το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, και ότι, με βάση τα αναφερόμενα στους εξεταζόμενους λόγους αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί τις επικουρικές αυτές βάσεις της αγωγής του και να αναγνωρίσει την ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται η κατά 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει εξ αυτής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο ερεύνησε τους στηρίζοντες τις επικουρικές βάσεις της αγωγής πιο πάνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε. Κατά το μέρος που προβάλλεται η κατά 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι, όπως ήδη κρίθηκε πιο πάνω (παρ.

ΙΙ). Κατά τα λοιπά οι διαλαμβανόμενες στους εξεταζόμενους λόγους αιτιάσεις, κατά τις οποίες, με βάση τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο περιστατικά, έπρεπε να γίνουν δεκτές οι επικουρικές αυτές βάσεις της αγωγής, απαραδέκτως προβάλλονται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι με την επίφαση της ιδρύσεως του από την διάταξη αυτή αναιρετικού λόγου, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση της ουσίας των πραγματικών περιστατικών.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί o αναιρεσείων, ως ηττωμένος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης Τράπεζας (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2009 αίτηση (αρ. καταθ. 1082/14-10-2009) για αναίρεση της 5697/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ