Legislator Case Law & Legislation
759/2010 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal against lower court's finding of debt assumption and statute of limitations bar.

Case Number 759/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court found that the insured's insurance certificate constituted a proposal for debt assumption, rendering the claim time-barred due to the five-year limitation period starting from the accident date. The court held that the appellate court did not violate substantive law by accepting this legal characterization and rejected the appellant's procedural complaints as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361 and 477 of the Civil Code; The submission of an insurance certificate by the at-fault party's insurer constitutes a proposal for debt assumption, thereby triggering the five-year statute of limitations for third-party claims.

Keywords

AI generated
debt assumption statute of limitations insurance certificate third party claim Civil Code appeal dismissal procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 134 paragraph 1 item a of the Code of Civil Procedure
Regulation 1393/2007 of the European Parliament and of the Council
Article 361 of the Civil Code
Article 477 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 759 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 759/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπανάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/4/2004 και 17/5/2005 αγωγές νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 31/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3968/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6177/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/3/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 24/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Ειδικότερα, ως προς τα Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η ..., σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008, ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών.

Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού, (άρθρα 2 ως 7, 10, 19 και 20), τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος Ψ, κάτοικος ... , δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στη σημειούμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο. Από την ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11-3-2009 αίτησης, με την επισυναπτόμενη σ' αυτή επίσημη μετάφραση στη ...γλώσσα, για αναίρεση της 6177/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (5-3-2010), καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στον αναιρεσίβλητο.

Εξάλλου, από τα λοιπά έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα και ιδίως τη μεταξύ του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των αρμοδίων αρχών της ... αλληλογραφία, προκύπτει ότι το παραπάνω έγγραφο, (με τη συνημμένη επίσημη μετάφραση στη ... γλώσσα), επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, στις 10-11-2009, όπως βεβαιώνεται από τη συσχετισθείσα υπηρεσιακώς στο φάκελο της υπόθεσης με αριθμό 934 b Ε 2466/17-11-2009 απάντηση. 'Ετσι, η κλήτευση του αναιρεσίβλητου έγινε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ώστε η απουσία του δεν κωλύει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που πρέπει να γίνει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία του.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 Ν. 489/1976, η οποία ορίζει ότι "το ζημιωθέν πρόσωπο έχει εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως και μέχρι του ποσού αυτής ιδίαν αξίωση κατά του ασφαλιστού, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 2, εδ. α', 5 παρ. 2-3, 6 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου, συνάγεται ότι σε περίπτωση που επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και προξενηθεί ζημία σε τρίτο πρόσωπο από αυτοκίνητο, για το οποίο υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη, ο τρίτος παθών, χωρίς καμιά άλλη προϋπόθεση, έχει ιδίαν αξίωση (ευθεία αγωγή) κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ο κύριος ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου έχει ασφαλισθεί, προς πληρωμή του ασφαλίσματος, αφού με την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως δημιουργείται από το νόμο σωρευτική αναδοχή χρέους μελλοντικού και ενδεχόμενου της εταιρείας απέναντι σε όλους αθροιστικά τους παθόντες (ΟλΑΠ 686/1964, ΑΠ 616/1983, 269/1986) και μέχρι του ύψους του ασφαλιστικού ποσού.

Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1986 ορίζει ότι η αξίωση του ζημιωθέντος προσώπου παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από της ημέρας του ατυχήματος. Δεν ισχύει όμως η τελευταία αυτή παραγραφή όταν ο παθών θεμελιώνει την κατά του ασφαλιστή αγωγή του για αποζημίωση στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους.

Με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που είναι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμοστέος ως εκ του χρόνου του ατυχήματος, ορίστηκε ότι "δεν έχουν εφαρμογή επί αυτοκινήτων οχημάτων κατά την έννοια του παρόντος Κώδικος, οι περί κρατήσεως υπό της Αστυνομικής Αρχής διατάξεις του άρθρου 11 του ν. ΓΠΝ/1911 αν ο οδηγός συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και κατέθεσε αποδεικτικό ασφαλίσεως (βεβαίωση αναγνωρισμένης στην Ελλάδα ασφαλιστικής εταιρείας) του οχήματος ή αποδείξει ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης, τα οποία αποτελούν δήλωση αναδοχής χρέους για τα ισχύοντα στην Ελλάδα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης.." Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι κατά ρητή νομοθετική επιταγή ειδικώς η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρεία ή η από τον οδηγό απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης, και τα δύο αυτά στοιχεία αποτελούν, κατά πλάσμα του νόμου, πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας, που εξέδωσε τη βεβαίωση ή το δελτίο αυτό, σύμφωνα προς την οποία, απευθυνόμενη αορίστως προς τους δικαιούχους αποζημιώσεως τρίτους, ότι σε περίπτωση πραγματώσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων, εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό και δεν είναι κατώτερη από τα ισχύοντα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης, που προβλέπονται κάθε φορά από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων και έτσι, με την αποδοχή αυτή της προτάσεως, η οποία μπορεί να γίνει και με την έγερση της σχετικής από τον ενδιαφερόμενο αγωγής κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχομένου απέναντι του προσώπου που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του παραπάνω ποσού.

Στην περίπτωση αυτή της συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους η έκταση της ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται κατά τις λοιπές γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ και επομένως αυτός, δηλαδή εδώ ο ασφαλιστής, υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση, όπως και ο οφειλέτης-ζημιώσας, με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και άρα, εφ' όσον η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου στηρίζεται σε αδικοπραξία, που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, κατά τους όρους του άρθρου 937 ΑΚ, ο συμβατικός αναδοχέας-ασφαλιστής, αυτήν την παραγραφή απαιτήσεως μπορεί να προτείνει (ΑΠ 1612/2007, 934/1992).

Περαιτέρω, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ελέγχεται η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, με την ένδικη αγωγή του, επικαλούμενος ευθύνη της αναιρεσείουσας, λόγω σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρ. 477 ΑΚ), που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και του ιδίου, ότι "με πρότασή της, που υλοποιήθηκε με την κατοχή κατά το ατύχημα και κατάθεση στις αρμόδιες αρχές, που επιλήφθηκαν του επιδίκου ατυχήματος, από τον οδηγό του ασφαλισμένου της οχήματος βεβαίωσης ασφαλίσεως", το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε, όσον αφορά τη βάση της υπό κρίση αγωγής τη στρεφόμενη κατά της εναγομένης-εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και στηριζομένη στη σωρευτική αναδοχή χρέους, τα εξής? "Στις 6-6-2000 ο εκκαλών - εναγόμενος (στις από 19.4.2004 και 17.5.2005 παραπάνω αγωγές και μη διάδικος στην (ένδικη) από 31.5.2005 αγωγή) Ζ, οδηγώντας το ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ( και στις τρεις παραπάνω αγωγές) ασφαλιστική εταιρία με αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρίας εκμίσθωσης οχημάτων "SΙΧΤ-LIΟΝ RENTAL, ΑΕ", στην Εθνική Οδό ..., με κατεύθυνση από ... και με συνεπιβάτη στη θέση του συνοδηγού τον εφεσίβλητο - ενάγοντα Ψ. Στις 11.30 ώρα, δέκα (10) περίπου χιλιόμετρα πριν από το ..., ο οδηγός Ζ, μη επιδεικνύοντας την επιβαλλόμενη από το νόμο, (άρθρο 12 παρ. 1 Ν. 2696/1999 Κ.Ο.Κ.), σύνεση και τεταμένη προσοχή, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, εκτράπηκε της πορείας του προς τ' αριστερά, παραβίασε τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 4 Κ.Ο.Κ.

και συγκρούστηκε μετωπικά με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, που εκείνη τη στιγμή οδηγούσε κανονικά προς την αντίθετη κατεύθυνση, στο ρεύμα πορείας του, ο .... Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής, οφειλόμενης αποκλειστικώς στον οδηγό Ζ, ήταν ο τραυματισμός του ενάγοντα συνοδηγού του, που έπαθε "εκρηκτικό κάταγμα, (εγκάρσια τομή της σπονδυλικής στήλης), του σπονδύλου 02 και κατάληψη του νωτιαίου καναλιού κατά 90%, με αιμωδίες και κυστικές διαταραχές, διαταραχή της ακουστικότητας στο ίδιο επίπεδο, κυρίως (αριστερά), με μείωση της μυϊκής ισχύος, κακώσεις και εκδορές στην περιοχή του δεξιού ώμου του βραχιονίου και θλάση στην περιοχή της αριστερής άκρας χειρός...

Ακολούθως, με την από 31-5-2005, υπό κρίση, δεύτερη αγωγή, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 6-6-2005... ο ενάγων ζήτησε την αποκατάσταση του συνεχόμενου μέρους της ιδίας αποθετικής ζημίας, δηλαδή αυτού που αντιστοιχούσε στις απολεσθείσες προσόδους του από 1-1-2001 έως 31-12-2011...Η διετής, όμως, παραγραφή δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και ισχυρίζεται η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με τον πρώτο (σημ.

δεύτερο) λόγο της εφέσεώς της, διότι ο ενάγων θεμελιώνει τις ένδικες αξιώσεις του στη σωρευτική αναδοχή χρέους, (άρθρο 477 ΑΚ). Όπως δε αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ενάγοντα Δελτίο από το Βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων της Τροχαίας ..., με αριθ. πρωτ. ..., η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία αναγράφεται ως ασφαλιστική εταιρία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γεγονός που επιτρέπει στο Δικαστήριο να συναγάγει το συμπέρασμα ότι ο υπαίτιος οδηγός κατείχε τη βεβαίωση ασφάλισης, που αποδεικνύει την ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην εκκαλούσα κατά το χρόνο του ατυχήματος και γι' αυτόν το λόγο έγινε και η σχετική εγγραφή στο παραπάνω δελτίο της Τροχαίας.

Επομένως, αποδείχθηκε η κατάρτιση της σωρευτικής αναδοχής χρέους και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων είναι πενταετής και, αρχομένη από του χρόνου του ατυχήματος (6.6.2000), δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της αγωγής, στις 6.6.2005". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, (άρθρα 361 ΑΚ 43 παρ. 6 ν. 2696/1999, σε συνδ.

με 477 ΑΚ), σύμφωνα με τις οποίες η κατά τα άνω κατάθεση από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου βεβαιώσεως ασφαλίσεως αυτού από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρεία αποτελεί, κατά πλάσμα του νόμου, πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας που εξέδωσε τη βεβαίωση, η οποία απευθύνεται αορίστως προς τους δικαιούχους αποζημιώσεως τρίτους, σε περίπτωση πραγματώσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και σύμφωνα με την οποία ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων, εφ' όσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό και έτσι με την αποδοχή της προτάσεως, η οποία μπορεί να γίνει και με την έγερση της αγωγής από τον ενδιαφερόμενο κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής, που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου απέναντι του προσώπου που ζημιώθηκε, αφού η πρόταση, που διατυπώνεται με την κατάθεση της βεβαιώσεως ασφαλίσεως, απευθύνεται, αορίστως, προς τους δικαιούχους της αποζημιώσεως τρίτους, σε περίπτωση πραγματώσεως του ασφαλιστικού κινδύνου.

Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες διατάξεις του νόμου, αφού, για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής, δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της επίδικης αξίωσης. Παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες ζήτημα της σωρευτικής αναδοχής χρέους, ο δε μη προσδιορισμός των λοιπών στοιχείων που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως αφορά την ανάλυση επιχειρημάτων και πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, ότι δηλαδή συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση σωρευτική αναδοχή χρέους.

Κατόπιν αυτών, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 (ο πρώτος) και αριθ. 19 (ο δεύτερος) του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-3-2009 αίτηση της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΑΕ, για αναίρεση της 6177/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ