Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested judgment was remitted to the same court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the psychiatric hospital's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court erred by relying on prior case law regarding wage adjustments, claiming it violated the principle of res judicata. The court ruled the appeal inadmissible because the contested judgment was a remittal to the same court, which Article 562 of the Code of Civil Procedure explicitly prohibits as a ground for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 16 KPolD; Art. 562 para. 1 KPolD: An appeal is inadmissible if it challenges a remittal judgment to the same court under the grounds of Article 559 no. 16.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 759 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 759/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/4/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 448/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 6938/1997 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 272/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 9060/2000 απόφαση. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1429/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6062/2005 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/10/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 16/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη ιστορώντας με την ένδικη από 12.4.1994 αγωγή της ότι προσλήφθηκε από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στις 23.12.1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκε σ' αυτό ως καθαρίστρια με αποδοχές αυτές που προβλέπονταν από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ και ότι το αναιρεσίβλητο για το διάστημα από 1.1.1989 έως 31.12.1993 της οφείλει για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων κλπ και αμοιβών για εργασία κατά Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, λόγω μη υπολογισμού αυτών με βάση το εκάστοτε κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη που προβλέπουν οι ΕΓΣΣΕ και με εφαρμογή κατά τα λοιπά του νομικού καθεστώτος της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς, το συνολικό ποσό των 19.202.475 δρχ., ζήτησε με αυτή μετά τον παραδεκτό ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περιορισμό του αιτήματός της σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να της καταβάλει 49.000 δρχ.
και ν' αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το υπόλοιπο ποσό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 448/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την έκανε εν μέρει δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις, από δε την αναιρεσίβλητη και αντέφεση με τις προτάσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 6938/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, καθόσον έγινε δεκτό ότι από 1.7.1988 είχε επεκταθεί με την από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και στους εργαζομένους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, όπως το αναιρεσείον, το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και συνεπώς, έκτοτε, δεν ίσχυε το θεμελιούμενο στην 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, σε συνδυασμό με τις ισχύσασες από 1.1.1989 και εφεξής ΕΓΣΣΕ, μισθολογικό καθεστώς στο οποίο θεμελιωνόταν η ένδικη αγωγή, ενώ παράλληλα απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί δεδικασμένου ως προς το ζήτημα αυτό, που απέρρεε από τις 8535/1991, 349/1995 και 3805/1995 αποφάσεις αυτού.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της άνω απόφασης εκδόθηκε η 272/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αυτή αναιρέθηκε και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού κρίθηκε ότι από τις παραπάνω αποφάσεις του Εφετείου παράγεται δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά περί του ότι η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο για το μέχρι τις 31.12.1993 κρίσιμο χρονικό διάστημα τις προβλεπόμενες από το μισθολογικό καθεστώς που προϊσχυσε εκείνου της από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.
Στη συνέχεια το Εφετείο εξέδωσε την 9060/2000 απόφασή του με την οποία δεχόμενο κατά συμμόρφωση προς την αναιρετική, ότι παράγεται δεδικασμένο από τις παραπάνω αποφάσεις του ως προς το ζήτημα του νομικού καθεστώτος που έχει εφαρμογή στην ένδικη διαφορά για τον προσδιορισμό των αποδοχών της αναιρεσίβλητης, όχι όμως και ως προς το ύψος του ημερομισθίου αυτής, όπως ισχυρίσθηκε το αναιρεσείον, δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων και έκαμε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1429/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία, κατά παραδοχή του δεύτερου εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, έγινε δεκτό ότι από τις παραπάνω αποφάσεις του Εφετείου προέκυπτε δεδικασμένο και ως προς το ύψος του ημερομισθίου με βάση το οποίο ήσαν υπολογιστέες οι εν γένει αποδοχές της αναιρεσίβλητης για το διάστημα από 1.1.1989 έως 31.12.1992 και κατόπιν αυτού ανήρεσε την άνω απόφαση κατά το μέρος που επιδίκασε και αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει στην αναιρεσίβλητη διαφορές αποδοχών κλπ για το εν λόγω διάστημα και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση.
Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ κατά τον οποίο το Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων της παρ. 28 της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς, της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών και των αναφερόμενων ΕΓΣΣΕ υπολόγισε τα επιδόματα που εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη από 1.1.1993 έως 31.12.1993 επί των γενικών κατώτατων ορίων των ημερομισθίων των ΕΓΣΣΕ και όχι βάσει βασικού ημερομισθίου 645 δρχ.
Το Εφετείο που επιλήφθηκε στη συνέχεια της υπόθεσης και εξέτασε τις εφέσεις των διαδίκων στα όρια που διαγράφονταν από την παραπάνω αναιρετική απόφαση, δηλαδή κατά το μέρος που οι αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.1989 έως 31.12.1992, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία έκανε αυτές (εφέσεις) δεκτές και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει στην αναιρεσίβλητη για διαφορές προσαυξήσεων της αμοιβής της για εργασία τις Κυριακές και αργίες κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1992 έως 31.12.1992, 152.924 δρχ.
Περαιτέρω δε, δεχόμενο ότι με την 9060/2000 απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή δεν αναιρέθηκε, αναγνωρίσθηκε αμετακλήτως ότι το αναιρεσείον οφείλει στην αναιρεσίβλητη για διαφορές αποδοχών κλπ για το διάστημα από 1.1.1993 έως 31.12.1993, συνολικά 4.881.002 δρχ. και ότι το ποσό αυτό πρέπει να ενσωματωθεί στην προσβαλλόμενη απόφασή του χάριν του ενιαίου της εκτελέσεως των διατάξεων (της απόφασης) που κρίθηκαν ορθές, υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη 143,80 ευρώ και αναγνώρισε ότι αυτό οφείλει στην τελευταία 14.629,27 ευρώ.
Ενόψει των ανωτέρω, ο μοναδικός εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούταν τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών και προσθέτων αμοιβών της του χρονικού διαστήματος από 1.1.1993 έως 31.12.1993 με βάση το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς των 42/1981 και 24/1988 αποφάσεων των ΔΔΔΔ Πειραιώς και Αθηνών αντίστοιχα, ως εκ του περί τούτου δεδικασμένου από τις αναφερόμενες αποφάσεις του Εφετείου που έκριναν διαφορές αποδοχών προηγουμένων χρονικών διαστημάτων υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, παραβλέποντας την κρατούσα νομολογιακή άποψη (Ολ.
ΑΠ 10/2002) ότι η εκάστοτε έκδοση κάθε μιας ΕΓΣΣΕ, στις οποίες παραπέμπει η διάταξη της παρ. 28 της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς, μεταβάλλει το νομικό καθεστώς καθορισμού των νομίμων αποδοχών της αναιρεσίβλητης και το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από προγενέστερο δεδικασμένο απόφασης που εκδόθηκε με βάση προηγούμενη ΕΓΣΣΕ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.10.2005 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" για αναίρεση της 6062/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ