Supreme Court allows appeal against insurance company's liability ruling, remanding case due to insurer's fault in assigning driving rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision, which had dismissed the insurance company's liability claim. The court found the insurer's argument invalid because the insured owner was liable for the driver's actions due to their own fault in assigning driving rights, not merely by virtue of ownership. Consequently, the case was remanded for retrial with a different judge, and the insurance company was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 614 of the Code of Civil Procedure; Article 361 of the Civil Code: The owner of a vehicle is liable for damages caused by the driver only if the owner is at fault for assigning the driving rights, requiring proof of the owner's knowledge or inability to know that the driver was using the vehicle differently than authorized.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 758 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 758/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγομένη Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Λευκαρίτη που ανακάλεσε την από 17/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2017 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 25/4/2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12267/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2248/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/1/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 27-1-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 614 ΚΠολΔ) υπ' αριθμ. 2248/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (και ειδικότερα, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας), το οποίο δικάζοντας μεταξύ άλλων και την έφεση της αναιρεσιβλήτου-εκκαλούσας-παρεμπιπτόντως ενάγουσας, κατά της υπ' αριθ. 12267/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει κατ` ουσίαν την από 25-4-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της τελευταίας λόγω παραβίασης του ασφαλιστικού βάρους,δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσιβλήτου δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 KΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος αυτής, που αφορά την παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας, προκύπτει ότι στις 30-7-2015 στη δημοτική οδό που συνδέει την Παραλία Διονυσίου με τον οικισμό Διονυσίου στη Χαλκιδική, συνέβη τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο το με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧ ημιφορτηγό αυτοκίνητο (τύπου αγροτικό), ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, που οδηγούσε ο Α. Θ. (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας εταιρίας, η οποία στο σημείο εκείνο εκτελούσε το έργο της διαπλάτυνσης και κρασπέδωσης της ως άνω οδού και είχε προστήσει τον οδηγό-εργαζόμενο στο έργο, στην οδήγηση αυτού, έχοντας ως επιβάτες στην ανοικτή καρότσα του άλλους τρείς εργαζόμενους στην ιδιοκτήτρια-εργοδότρια εταιρία, μεταξύ των οποίων και ο Ρ.
Ν., κινήθηκε στο δεξιό τη άνω οδού και ο προαναφερθείς επιβαίνων στην καρότσα κατέπεσε στο οδόστρωμα και χτύπησε στο κεφάλι με συνέπεια να τραυματιστεί θανάσιμα. Οι συγγενείς του θανόντος (γονείς και 4 αδελφοί-μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), άσκησαν σε βάρος της αναιρεσείουσας-ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος, του οδηγού και της αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας, την από 29-3-2017 (αρ.
κατ. 5090/30-3-2017) κύρια αγωγή, με την οποία αξίωναν το ποσό των 100.000 ευρώ καθένας των γονέων και 80.000 ευρώ καθένας των αδελφών αντίστοιχα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Παράλληλα, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την ιδιότητά της ως 3ης κυρίως εναγομένης, άσκησε κατά της αναιρεσείουσας-ιδιοκτήτριας και ασφαλισμένης της και του οδηγού (1ης και 2ου αντίστοιχα των κυρίως συνεναγομένων αυτής), την από 25-4-2017 (αρ.
κατ. 7380/10-5-2017) παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, με την οποία ζήτησε, σε περίπτωση ευδοκίμησης της εναντίον της κύριας αγωγής, να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι- ασφαλισμένοι, ιδιοκτήτρια και οδηγός, να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, όποιο ποσό αυτή θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, διότι, όπως ισχυρίστηκε, είχε ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, επειδή οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι κατά το ατύχημα, έκαναν διαφορετική χρήση του οχήματος, από αυτήν που καθορίστηκε με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την άδεια κυκλοφορίας, αφού μεταφέρθηκε πρόσωπο στην ανοικτή καρότσα, ήτοι χρησιμοποιήθηκε ως επιβατικό σε χώρο που προοριζόταν για τη μεταφορά αντικειμένων και εμπορευμάτων.
Επί της κύριας αγωγής και της αναγωγής, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η οριστική υπ` αριθμ. 12267/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε, ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από συγκλίνουσα υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) και του θανόντος, σε ποσοστό 40% και 60% αντίστοιχα και υποχρέωσε τους κυρίως εναγομένους (μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι της παρούσας αναιρετικής δίκης) να καταβάλουν σε καθένα των δύο πρώτων των κυρίως εναγόντων το ποσό των 15.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών το ποσό των 10.000 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν σε καθένα των δύο πρώτων των εναγόντων το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε, ότι αναφορικά με τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο οδηγό, ενεργοποιήθηκε ο όρος 13 §8 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, διότι το ζημιογόνο όχημα χρησιμοποιήθηκε από τον οδηγό για άλλη χρήση από αυτήν που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο και την άδεια κυκλοφορίας, και κατόπιν αυτού δέχτηκε και την αγωγή εξ αναγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ως προς τον οδηγό, πλην όμως αναφορικά με την παρεμπιπτόντως εναγομένη ιδιοκτήτρια αυτού-ήδη αναιρεσείουσα, δέχθηκε ότι αυτή δεν γνώριζε ούτε και μπορούσε να γνωρίζει τη διαφορετική αυτή χρήση εκ μέρους του οδηγού και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς αυτήν.
Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις και ειδικότερα, άσκησαν έφεση οι κυρίως ενάγοντες, οι υπόχρεοι κυρίως εναγόμενοι, ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία-ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη κεφάλαιο της αναγωγής, με την από 9-11-2018 (αρ.
κατ.549/78/14-1-2019) υπό στοιχείο Β` έφεση σύμφωνα με την αρίθμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ζήτησε την παραδοχή της αγωγής της εξ' αναγωγής και κατά της ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος. Οι εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κατά το κεφάλαιο της αναγωγής, που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, και αφού εξαφάνισε κατά το σχετικό μέρος την πρωτοβάθμια απόφαση και δίκασε την παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε την αγωγή εξ αναγωγής ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς την ιδιοκτήτρια του οχήματος-ήδη αναιρεσείουσα, κρίνοντας, ότι αυτή ως προστήσασα τον οδηγό είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει την εκ μέρους του τελευταίου διαφορετική χρήση του ζημιογόνου οχήματος στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, ακολούθως δε την υποχρέωσε, εις ολόκληρον με τον οδηγό, να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το 10% όποιου ποσού υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει επί πλέον το 90% όποιου ποσού υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες.
ΙΙΙ. Α'. Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β' , 914 και 932 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση του θανατωθέντος προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (επομένως και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας.
Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στον άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Τέτοια περίπτωση πρόστησης υπάρχει μεταξύ άλλων, όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος ενός αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του, ή αναθέτει την οδήγησή του σε υπάλληλό του στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και υπό τις οδηγίες του, ή αν σύζυγος επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου από τη σύζυγό του ή ο πατέρας από το γυιό του, πράγμα που μπορεί να συμβεί, είτε όταν ο παραχωρήσας συνεπιβαίνει στο αυτοκίνητο, είτε όταν δεν συνεπιβαίνει.
Στην περίπτωση αυτή ο παραχωρήσας ή εμπιστευθείς την οδήγηση κάτοχος ή ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου χαρακτηρίζεται ως προστήσας κατά την έννοια της ΑΚ 922. Σχέση εξάλλου πρόστησης υπάρχει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο της αγωγής δεν χρησιμοποιείται ρητώς ή λέξη πρόστηση, όμως παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν και την εξειδικεύουν, όπως τούτο συμβαίνει όταν στην αγωγή παρατίθεται ότι ο επιβαίνων στο ζημιογόνο αυτοκίνητο ως συνοδηγός ιδιοκτήτης του για οποιοδήποτε λόγο εμπιστεύεται και παραχωρεί την οδήγησή του σε άλλο πρόσωπο προς εκτέλεση συγκεκριμένης διαδρομής.
Η διάταξη θεσπίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος, δηλαδή ευθύνη ανεξάρτητη από ίδιο πταίσμα του προστήσαντος. Επομένως στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστήσαντος ή ως προς την επίβλεψή του ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς είχε αναπτύξει πρωτοβουλία κατά την παροχή της υπηρεσίας που του ανατέθηκε (ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 401/2017, ΑΠ 1003/2011).
Β'. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του π.δ/τος 237/1986 "Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή", ενώ από το άρθρο 11 παρ. 1 του δ/τος αυτού σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, προκύπτει ότι η καλύπτουσα ασφαλιστικά την αστική ευθύνη από αυτοκίνητο εταιρεία, σε περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική ευθύνη, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 158/2015) αλλά δικαιούται αν εναχθεί από τον ζημιωθέντα τρίτο, να στραφεί αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλόμενου και του οδηγού, απαιτώντας όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.
Το δικαίωμα αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή, που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή πριν από την καταβολή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος, ο αντισυμβαλλόμενος και ο οδηγός. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ.
Ε' του ΚΠολΔ, δηλαδή είναι επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο (ΑΠ 322/2020, ΑΠ 86/2019). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ` του Ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795, τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει ότι: "1.
Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999, ΦΕΚ Α` 57), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος ..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος".
Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη, ενώ κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη (άρθρ. 6β παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος).
Κατά την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου "Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο". Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η παρεμπίπτουσα αγωγή του ασφαλιστή κατά του αντισυμβαλλόμενου και του ασφαλισμένου του, με την οποία στρέφεται αυτός (ασφαλιστής) κατά τούτων και αξιώνει από αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, λόγω παράβασης του καθιερούμενου από την άνω διάταξη ασφαλιστικού βάρους, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικά με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, καθώς και το αντικειμενικό περιστατικό της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, ενώ δεν είναι απαραίτητο για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής να γίνεται και επίκληση της υπαιτιότητας των προαναφερόμενων προσώπων.
Ειδικότερα, τα πρόσωπα, κατά των οποίων δύναται να στραφεί αναγωγικά ο ασφαλιστής, σε περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη και να ζητήσει όσα κατέβαλε ή πρόκειται να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, είναι κατά τα άνω ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (ΑΠ 86/2019).
Καθένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου εκ των προσώπων αυτών, έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 2277/2009). Τα ως άνω πρόσωπα, όμως, δεν έχουν ευθύνη εξ αναγωγής, από μόνο το γεγονός ότι φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Προϋπόθεση είναι να μπορεί η παράβαση να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκάστου από τα ως άνω πρόσωπα, δηλαδή του οδηγού, του ασφαλισμένου και του αντισυμβαλλομένου, εάν τα δύο τελευταία πρόσωπα είναι διαφορετικά από τον οδηγό.
Το ζήτημα αυτό δεν ρυθμίζεται (γενικά ή ειδικά) ούτε στο άρθρ. 6β του π.δ 237/1986, ούτε στο Ν. 2496/1997 υπάρχουν ειδικές ή γενικές ρυθμίσεις από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί ερμηνευτικά απάντηση στο εν λόγω ζήτημα. Επομένως, η απάντηση πρέπει να δοθεί με αξιοποίηση των γενικών αρχών, όπως είναι η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής που εκδηλώνεται με την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη ή την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής (βλ.
ΑΚ 330, 335, 336, 337 και 382). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ευθύνη του οφειλέτη στις περιπτώσεις της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής διέπεται από την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας. Επομένως, η ύπαρξη της υπαιτιότητας τεκμαίρεται, κατ' αρχήν, ότι υπάρχει και στο πρόσωπο του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχώρησε την οδήγηση αυτού.
Ο εναγόμενος-ιδιοκτήτης, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει να επικαλεστεί (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του, δεν ήταν ικανό προς οδήγηση, κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, ή ότι τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών ή ότι έκανε χρήση διαφορετική από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας (ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 2277/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 779/2007).
ΙV. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του KΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 2067/2014, ΑΠ 538/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 KΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 845/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου, επικαλούμενη, παραβίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν νόμιμα και ειδικότερα δέχθηκε την ύπαρξη γνώσης στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας-ασφαλισμένης - ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αναφορικά με την παραβίαση του ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του προστηθέντος οδηγού του αυτοκινήτου, αν και ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός-πράγμα δεν αναφερόταν στην παρεπίμπτουσα εξ' αναγωγής αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία (παρεμπίπτουσα αγωγή), ήταν εκ του λόγου αυτού αόριστη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (561 παρ.2 ΚΠολΔ) της ένδικης από 25-4-2017 παρεμπίπτουσας εξ' αναγωγής αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, προκύπτει ότι αναφέρεται σ` αυτήν η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης σχετικά με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, καθώς και το αντικειμενικό περιστατικό της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, ήτοι της διαφορετικής χρήσης του ζημιογόνου αυτοκινήτου από την καθορισθείσα με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την άδεια κυκλοφορίας του, εκ μέρους των εναγομένων, ήτοι του οδηγού και της ασφαλισμένης-ιδιοκτήτριας-ήδη αναιρεσείουσας.
Τα ανωτέρω στοιχεία θεωρούνται κατά νόμο αρκετά για το ορισμένο και την πληρότητα της παρεμπίπτουσας αγωγής, του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου και δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής να γίνεται και επίκληση της υπαιτιότητας-γνώσης του τελευταίου, αφού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη η ύπαρξη της υπαιτιότητας τεκμαίρεται, κατ' αρχήν, ότι υπάρχει και στο πρόσωπο του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχώρησε την οδήγηση αυτού, ο οποίος για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει να επικαλεστεί (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει την παραβίαση του ασφαλιστικού βάρους.
Κατά συνέπεια ο ως άνω πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση των από 17-4-2019 προτάσεων της αναιρεσείουσας, ως εφεσίβλητης, επί της έφεσης της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν προκύπτει η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού περί αοριστίας κατά τούτο της παρεμπίπτουσας αγωγής, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία (προβολή) απαιτείται κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του θεμελιούμενου επί του εν λόγω ισχυρισμού λόγου αναίρεσης, κατά πάσα δε περίπτωση και ως αβάσιμος, καθόσον η έλλειψη γνώσης του ιδιοκτήτη δεν συνιστά στοιχείο για το ορισμένο της αναγωγής, αλλά αποτελεί ένσταση του ιδιοκτήτη, του οποίου τεκμαίρεται η υπαιτιότητα, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται.
V. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2006, ΑΠ 1132/2019).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992 ΑΠ 1132/2019).
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο με τις παραδοχές του παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και συγκεκριμένα, τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ την οποία εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 6β περ.
γ' π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), αλλά και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές, αναφορικά με την ύπαρξη υπαιτιότητας στην παραβίαση εκ μέρους της του ασφαλιστικού βάρους και συγκεκριμένα γιατί δέχθηκε την εναντίον της αναιρεσείουσας-ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος παρεμπίπτουσα αγωγή, απορρίπτοντας τον καταρρίπτοντα το τεκμήριο της υπαιτιότητας αυτής ισχυρισμό περί του ότι αγνοούσε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου προέβη σε διαφορετική χρήση αυτού, από την αναγραφόμενη στην ασφαλιστική σύμβαση και την άδεια κυκλοφορίας του, θεμελιώνοντας τη γνώση αυτής σε μόνη την ιδιότητά της ως προστήσασας τον οδηγό στην οδήγηση αυτού, χωρίς να αναφέρει άλλα στοιχεία αναφορικά με την υπαιτιότητα-γνώση της ασφαλισμένης ιδιοκτήτριας, μη αρκούσης ωστόσο για τη θεμελίωση της ευθύνης της εξ αναγωγής, της ύπαρξης μόνο σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτής και του οδηγού.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), ως προς τα ζητήματα της ευθύνης της ιδιοκτήτριας-αναιρεσείουσας και της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την από 25-4-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα-ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και ο οδηγός αυτού (μη διάδικος) να της καταβάλουν εις ολόκληρον ό,τι αυτή θα υποχρεωθεί να πληρώσει στους κυρίως ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας της θανάτωσης του Ρ.
Ν. : "...Στην προκειμένη περίπτωση και ως προς την άνω παρεμπίπτουσα αγωγή από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Όπως προαναφέρθηκε, το άνω ζημιογόνο ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος προστηθείς στην οδήγηση του, κατά τα προαναφερόμενα, από την πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη η οποία και ήταν κυρία νομεύς και κάτοχος αυτού, ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για το χρονικό διάστημα από 25-7-2015 έως 25-1-2016 στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δυνάμει του ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου που διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις δηλαδή τις διατάξεις των νόμων 400/1970 και 2496/1997, του νόμου 489/1976 όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 3557/2007, και το άρθρο 169 του ν. 4261/2014, καθώς και από τους γενικούς και ειδικούς όρους που επισυνάφθηκαν στο άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Κατά το άρθρο 13 παρ. 8 των εν λόγω γενικών όρων που αναφέρεται στις γενικές εξαιρέσεις για την κάλυψη αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία του ασφαλισμένου οχήματος, " Ανεξαρτήτως από το εάν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια και εκτός εάν ρητά και ειδικά συμφωνήθηκε με το ασφαλιστήριο το αντίθετο αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν... 8) Αν το όχημα χρησιμοποιείται για άλλη χρήση από αυτήν που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο ή την άδεια κυκλοφορίας του".
Η συνομολόγηση της ως άνω απαλλακτικής ρήτρας δεν αμφισβητείται ειδικά από τους παρεμπιπτόντως εναγομένους και από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων συνάγεται, κατά τη κρίση του δικαστηρίου, ότι συνομολογείται (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι όμως αρνούνται ότι προβλέφθηκε τόσο στο άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο όσο και στην άδεια κυκλοφορίας η χρήση του παραπάνω οχήματος.
Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία. Ειδικότερα η συμφωνηθείσα χρήση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου αναφέρεται στο άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως "Φ.Ι.Χ." και "θέσεις 2" και στην άδεια κυκλοφορίας του στον κωδικό J(7) ως είδος του οχήματος "ΦΟΡΤΗΓΟ";στον κωδικό J(8) ως χρήση του "ΙΔΙΩΤΙΚΗ", στον κωδικό (13) που αφορά τον τύπο της αμάξης "ΑΝΟΙΚΤΟ" και.
στον κωδικό (S1) που αφορά τον αριθμό θέσεων για καθήμενους επιβάτες συμπεριλαμβανομένου του οδηγού ο αριθμός "2".
Συνεπώς, προβλεπόταν τόσο στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο η χρήση του οχήματος ως ιδιωτικού φορτηγού με εργοστασιακή ανοικτή καρότσα για μεταφορά αντικειμένων και εμπορευμάτων, της κυρίας αυτού πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης, προς εξυπηρέτηση της άνω επιχειρηματικής της δραστηριότητας και όχι ως επιβατικού, με θέσεις μόνο για δυο μεταφερόμενα πρόσωπα, ήτοι του οδηγού και του συνοδηγού στην κλειστή καμπίνα του, αφού οι θέσεις φορτηγού οχήματος με ανοικτή καρότσα, ιδιωτικής χρήσης, είναι μόνο οι θέσεις στην κλειστή καμπίνα οδήγησης του.
Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το ένδικο συμβάν προκλήθηκε, λόγω του ότι μεταφέρθηκε με το άνω όχημα, πρόσωπο στην ανοικτή καρότσα του, καίτοι δεν υπήρχαν εκεί θέσεις επιβατών και συνεπώς, το εν λόγω όχημα χρησιμοποιήθηκε διαφορετικά από το ότι προβλεπόταν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας του, δηλαδή ως επιβατικό σε χώρο που προοριζόταν αποκλειστικά για μεταφορά αντικειμένων και εμπορευμάτων της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης.
Η χρήση δε αυτή, κατά τα προαναφερόμενα, συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των παρεμπιπτόντως εναγομένων είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξ άλλου συντρέχει υπαιτιότητα του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου, καθόσον αυτός εν γνώσει του, κατά τα προαναφερόμενα, έκανε ως άνω διαφορετική χρήση του άνω οχήματος της πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένης, το οποίο ως προστηθείς από αυτήν, οδηγούσε στα πλαίσια της μεταξύ των ως άνω συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, από την οποία διαφορετική χρήση προκλήθηκε και από αμέλεια του, το ένδικο συμβάν με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα, ενώ και η τελευταία, ως προστήσασα αυτόν, είχε την δυνατότητα να γνωρίζει, ότι τούτος έκανε διαφορετική χρήση του οχήματος της, καθόσον αυτή στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, ευθύνεται για την εν λόγω άδικη πράξη του τελευταίου προστηθέντος οδηγού, αφού αυτή τελέστηκε με την ευκαιρία της εν λόγω υπηρεσίας που του είχε αναθέσει με βάση την άνω μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ενόψει του ότι ο προστηθείς δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός τελούσε κατά την εκτέλεση της εν λόγω άδικης πράξης υπό τις οδηγίες και εντολές των νομίμων εκπροσώπων της ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του και υπό την επίβλεψη του άνω τοπογράφου μηχανικού Κ.
Ζ. που είχε προστηθεί από αυτήν για την επίβλεψη του παραπάνω έργου και είχε γνώση, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε να γνωρίζει λόγω της καθημερινής παρουσίας στον τόπο του ατυχήματος για την επίβλεψη του άνω έργου, που του είχε ανατεθεί από την εργοδότρια του πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη, για την εν λόγω διαφορετική χρήση, λόγω του ότι είχε επαναληφθεί και τις προηγούμενες του ατυχήματος ημέρες, κατά τα προαναφερόμενα, και δεν την είχε αποτρέψει.
Επομένως ο ισχυρισμός των παρεμπιπτόντως εναγομένων περί έλλειψης υπαιτιότητας τους ως προς τη διαφορετική χρήση του ζημιογόνου οχήματος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ' ακολουθία οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλλουν αναγωγικά στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλλει η τελευταία στους κυρίως ενάγοντες (για κεφάλαιο τόκους και δικαστικά έξοδα), καθόσον συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη με βάση το νόμο και την άνω ασφαλιστική σύμβαση, την οποία δεν μπορεί να αντιτάξει κατά των κυρίως εναγόντων, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη".
Έτσι, το Εφετείο, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης-ιδιοκτήτριας και ήδη αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι αυτή δεν γνώριζε ούτε και μπορούσε να γνωρίζει τη διαφορετική αυτή χρήση εκ μέρους του οδηγού, ακολούθως, κράτησε και δίκασε την παρεμπίπτουσα αγωγή, και δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς την ιδιοκτήτρια του οχήματος-ήδη αναιρεσείουσα, κρίνοντας, ότι αυτή ως προστήσασα τον οδηγό είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει την εκ μέρους του τελευταίου διαφορετική χρήση του ζημιογόνου οχήματος, καθόσον στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, ευθύνεται για την άδικη πράξη του τελευταίου, και σε κάθε περίπτωση μπορούσε να γνωρίζει την εν λόγω διαφορετική χρήση και μέσω του τοπογράφου μηχανικού Κ.
Ζ., τον οποίο επίσης είχε προστήσει για την επίβλεψη του παραπάνω έργου, στο οποίο εργαζόταν και ο προστηθείς οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, ακολούθως δε την υποχρέωσε, εις ολόκληρον με τον οδηγό, να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το 10% όποιου ποσού υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει επί πλέον το 90% όποιου ποσού υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες.
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας από την ασφαλιστική κάλυψη της ασφαλισμένης της, ήδη αναιρεσείουσας, λόγω της ενεργοποίησης του όρου εξαίρεσης λόγω διαφορετικής χρήσης του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από την αναγραφόμενη στην ασφαλιστική σύμβαση και την άδεια κυκλοφορίας του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 922 ΑΚ που εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέο και του άρθρου 6β §1περ.
γ' π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), διότι, κατά την υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για το κρίσιμο ζήτημα της εξαίρεσης από ασφαλιστική κάλυψη λόγω διαφορετικής χρήσης το ασφαλισμένου αυτοκινήτου.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές του το Εφετείο δέχτηκε αφενός ότι, προκειμένου να λειτουργήσουν οι συνέπειες της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους υπέρ του ασφαλιστή, απαιτείται και αρκεί σχέση πρόστησης μεταξύ του ασφαλισμένου και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο οποίος κάνει διαφορετική χρήση του οχήματος από αυτήν που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την άδεια κυκλοφορίας του, αφετέρου δε με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε ότι συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση απαλλαγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας έναντι της ασφαλισμένης αναιρεσείουσας, χωρίς να διευκρινίζει αν η τελευταία, όντας κυρία (και μη οδηγός) του ζημιογόνου αυτοκινήτου, βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα ως προς την παράβαση του ως άνω ασφαλιστικού βάρους.
Και ναι μεν η ύπαρξη της υπαιτιότητας τεκμαίρεται κατ' αρχήν, ότι υπάρχει και στο πρόσωπο του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχώρησε την οδήγηση αυτού, πλην όμως, ενόψει του γεγονότος ότι η εναγομένη-ιδιοκτήτρια και ήδη αναιρεσείουσα, είχε προβάλλει νομίμως τον καταρρίπτοντα το τεκμήριο της υπαιτιότητας αυτής ισχυρισμό περί του ότι αγνοούσε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου προέβη σε διαφορετική χρήση αυτού, από την αναγραφόμενη στην ασφαλιστική σύμβαση και την άδεια κυκλοφορίας του, θα έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά καταδεικνύοντα την υπαιτιότητα-γνώση της αναιρεσείουσας αναφορικά με την παραβίαση του ασφαλιστικού βάρους, μη αρκούσης μόνον της αναφοράς περί ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτής και του οδηγού, λόγω μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ.
Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη (IV μέρος), η αναγωγική υποχρέωση της ασφαλισμένης και ιδιοκτήτριας (μη οδηγού) του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν θεμελιώνεται στην ιδιότητά της ως προστήσασας τον οδηγό (άρθρ. 922 ΑΚ), αλλά στις διατάξεις των άρθρων 6β περ.γ', 10 παρ.1, 11 παρ.1 Ν. 489/76, όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986 και διαμορφώθηκε με το άρθρο 4 του Ν.3557/2007, σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 1, 2, 5, 8 & 9 1 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" και 361 του ΑΚ, και επομένως δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση η αντικειμενική ευθύνη της ιδιοκτήτριας- προστήσασας αφού δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 και επ.
ΑΚ), αλλά οι ανωτέρω νομικές διατάξεις που διέπουν την ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με τις οποίες, για την κατάφαση ευθύνης του ιδιοκτήτη, απαιτείται να βαρύνεται και ο ίδιος με υπαιτιότητα, ως προς την παράβαση του εκάστοτε επικαλούμενου ασφαλιστικού βάρους, η ύπαρξη της οποίας τεκμαίρεται, κατ' αρχήν, ότι υπάρχει και στο πρόσωπο του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχώρησε την οδήγηση αυτού, ο οποίος για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει να επικαλεστεί (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του, έκανε διαφορετική χρήση, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου(άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 2248/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών του άρθρ. 614 ΚΠολΔ (ζημιές από αυτοκίνητα καθώς και απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου), κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο αυτής που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή ως προς την αναιρεσείουσα, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το προαναφερθέν μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ