Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy fraud ruling due to lack of evidence proving intentional debt avoidance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's finding of fraudulent conduct in bankruptcy proceedings. The appellants argued they were forced into insolvency, but the court found they had knowingly accepted the risk of over-indebtedness by agreeing to numerous credit products despite anticipating financial inability. Consequently, the court ruled that the evidence did not establish the required intent for fraud under the relevant law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 paragraph 1 of Law 3869/2010 and 330 of the Civil Code; The court established that accepting the risk of insolvency by agreeing to multiple credit products while foreseeing financial inability does not constitute fraudulent intent required for bankruptcy fraud.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 758 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 758/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. και 2) Ε. Γ., κατοίκων … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Κασιμάτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "… ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Παπαθεοδωροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "… ΣΕ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "… ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της … με την επωνυμία "… ", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η τράπεζα αυτή με την επωνυμία "… " και έχει εγκαταστήσει Υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία "… " και "… " με διεύθυνση φορολογικής εγκατάστασης στη … και διεύθυνση αλληλογραφίας στο … , ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "… ", κατόπιν συγχώνευσης δι' απορρόφησης της τελευταίας από την "… " και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "… ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες (2η-3η-4η) δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γυθείου και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2017 μη οριστική και 22/2018 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ. … , … και … εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά Α. Κ. Π., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 30-10-2018 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-1-2020), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων: α) "… ΣΕ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΚΚΑΘΆΡΙΣΗΣ", Β) "… " και γ) "… ". Κατά συνέπεια, αφού οι εν λόγω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ).
Επί της από 1-5-2012 αιτήσεως των αναιρεσειόντων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γυθείου κατά των αναιρεσιβλήτων Τραπεζών, με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτές χρεών τους κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 2/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γυθείου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή ως βάσιμης της προταθείσας προφορικά στο ακροατήριο ενστάσεως δόλου. Μετά την από την από 13-6-2014 έφεση των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 22/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω έφεση. Κατά της απόφαση αυτής οι αιτούντες-εκκαλούντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή , απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και στη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων (π.χ. εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος κλπ).
Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που το θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύφος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, στοιχεία τα οποία άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδαφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη μπορούν να προκύψουν και από τις αποδείξεις. Τέλος, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 18/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, που είναι σύζυγοι, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά την προβολή σχετικού ισχυρισμού τους με λόγο εφέσεως και με τις προτάσεις τους ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου περί αοριστίας της ενστάσεως δόλου της πρώτης των εφεσιβλήτων πιστώτριας Τράπεζας (ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων), το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε τον περί αοριστίας της εν λόγω ενστάσεως ισχυρισμό τους και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 2/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γυθείου, το οποίο αφού δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ανωτέρω ένσταση, απέρριψε την αίτησή τους για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (έφεσης των αναιρεσειόντων, προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, πρακτικών συνεδριάσεων αυτών και αποφάσεων αυτών) προκύπτει ότι η ένσταση δόλου που υποβλήθηκε από την πρώτη των καθών η αίτηση και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γυθείου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, επαναφέρθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις της ως άνω ενισταμένης προς απόκρουση σχετικού λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ 2/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Γυθείου, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 769/2015).
Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση των αναιρεσειόντων έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ενστάσεως δόλου, δεχόμενο ότι οι αιτούντες και ήδη αναίρεσείοντες προέβλεψαν την αδυναμία πληρωμής των χρεών τους ως πιθανή και την αποδέχθηκαν. Την ένσταση δόλου η ως άνω πρώτη των αναιρεσιβλήτων επανέφερε με τις προτάσεις ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Δικαστηρίου, στις οποίες, σε σχέση με την ένσταση αυτή, αναφέρει τα ακόλουθα: "...ορθά η εκκαλουμένη έκρινε μεταξύ άλλων ότι η εκ μέρους των αντιδίκων δημιουργία εξαιρετικά μεγάλου ύψους χρεών, των οποίων αιτούνται τη ρύθμιση, οφείλεται σε δόλο των ιδίων.
Και τούτο διότι, όπως ορθά έκρινε, προέβαιναν σε συνεχή δανεισμό (στεγαστικά, αγροτικά, επιχειρηματικά, καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες), 14 προϊόντα ο πρώτος και 6 η δεύτερη, προκειμένου να διαβιώνουν πολυτελώς, πέραν από αυτό που τους επέτρεπαν τα εισοδήματά τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.
Αντίθετα δε με όσα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες στο σχετικό λόγο εφέσεώς τους, ουδόλως απέδειξαν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι ο δανεισμός τους ήταν δικαιολογημένος και εντός των εφικτών ορίων αποπληρωμής, ενώ την ίδια στιγμή οι οικονομικές τους προοπτικές δεν ήταν σε καμία περίπτωση τόσο ευοίωνες όσο οι ίδιοι επικαλούνται αφού τούτο θα σήμαινε λογικά την ανυπαρξία ανάγκης δανεισμού και ουχί την περαιτέρω συνεχόμενη και τακτική λήψη ολοένα και περισσότερων δανειακών προϊόντων...Κατά συνέπεια η κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι οι ίδιοι προέβλεψαν την αδυναμία πληρωμής των χρεών τους ως πιθανή και την αποδέχθηκαν, δηλαδή προέβλεψαν ότι οδηγούνται σε αδυναμία πληρωμής και δεν μετέβαλαν συμπεριφορά αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα...Σε κάθε περίπτωση αρνούμεθα την υποβληθείσα από τους αντιδίκους αντένσταση περί συνυπαιτιότητας ή αποκλειστικής μου υπαιτιότητας ως πιστώτριας, η οποία υποβάλλεται το μεν αόριστα, το δε αβάσιμα και καταχρηστικά για τους κάτωθι λόγους...".
Ζήτησε δε να γίνουν δεκτοί όλοι οι προβαλλόμενοι με τις προτάσεις της ισχυρισμοί και ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση περί δόλιας περιελεύσεως των αιτούντων οφειλετών και ήδη αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους, οφειλόμενη σε ενδεχόμενο δόλο τους.
Η ένσταση αυτή παραδεκτά επαναφέρθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και είναι πλήρως ορισμένη καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα ότι οι αιτούντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των οφειλετών. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο έννατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο ".... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 426/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2/2018 αίτηση των Π. Μ. και Ε. Γ., για αναίρεση της 22/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ