Legislator Case Law & Legislation
758/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding evidence and common sense application without specific facts.

Case Number 758/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant raised vague grounds alleging the lower court failed to prove certain claims and improperly rejected the application of common sense principles without specifying which facts or principles were at issue. The court ruled that these arguments were inadmissible because they lacked the necessary specificity required by law to challenge the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the exact factual claim accepted without proof or the specific common sense principle allegedly misapplied, rendering the argument too general to justify a review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds vague legal argument common sense principles burden of proof specific factual claim Code of Civil Procedure appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 758 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 758/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Κωνσταντίνου Κουτσουλέλου και Πέτρου Τσαντίνη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Μ. του Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Παπανικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 238/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4110/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικός της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνο η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αρχές, διότι δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου.

Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση της άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημοσίας τάξης, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 92 παρ. 2 του κυρωθέντος με το ν.δ 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία ορίζεται ο τρόπος καθορισμού του ελάχιστου ορίου της πάγιας περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του. (ΟλΑΠ 33 και 34/2005).

Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη : "Στον ενάγοντα, Δικηγόρο …, ανατέθηκε το έτος 2006 από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ο χειρισμός όλων των φορολογικών υποθέσεων της. Στα πλαίσια της εντολής αυτής ο ενάγων συνέταξε 1) την από 24/10/2008 προσφυγή απευθυνόμενη ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με αντικείμενο το ποσό

του επιστρεπτέου φόρου εισοδήματος ύψους 3.084.380,06 ευρώ χρήσης 2006, 2) την από 24/10/2008 προσφυγή απευθυνόμενη ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών με αντικείμενο το ποσό του επιστρεπτέου φόρου εισοδήματος ύψους 2.977.573,86 ευρώ χρήσης 2007, 3) την από 14/10/2009 προσφυγή απευθυνόμενη ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών με αντικείμενο το ποσό του επιστρεπτέου φόρου εισοδήματος ύψους 5.413.684,13 ευρώ χρήσης 2008 και το ποσό των 10.909, 520,59 ευρώ που αντιστοιχεί στην ωφέλεια της εναγομένης από την αναγνώριση ως εκπεστέας της δαπάνης ζημίας 54.547.602,95 ευρώ, 4) την από 11/4/2010 προσφυγή απευθυνόμενη ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών με αντικείμενο το ποσό επιστρεπτέας διαφοράς ύψους 1.418.050,89 ευρώ, και 5) την από 11/10/2010 προσφυγή απευθυνόμενη ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών με αντικείμενο το ποσό του επιτρεπτέου φόρου εισοδήματος ύψους 3.625.092,25 ευρώ χρήσης 2009.

Οι προσφυγές αυτές παραπέμφθηκαν και ακόμη εκκρεμούν στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Στην ανωτέρω εντολή δεν γίνεται αναφορά στο ύψος της αμοιβής του ενάγοντος και συνεπώς, αφού δεν προκύπτει ιδιαίτερη συμφωνία, αυτή θα πρέπει να προσδιορισθεί από τον κώδικα περί δικηγόρων, ήτοι σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της κάθε προσφυγής.

Κατά ακολουθία των ανωτέρω ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση των προαναφερομένων προσφυγών: 1) για την από 24/10/2008 προσφυγή το ποσό των 61.687 ευρώ (=3.084.380,06 ευρώ Χ 2%), 2) για την από 24/10/2008 προσφυγή το ποσό των 59.551 ευρώ (=2.977.573,86 ευρώ Χ 2%), και συνολικά το ποσό των 121.238 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη του κατέβαλε στις 22/12/2008 το ποσό των 80.000 ευρώ και του οφείλει τη διαφορά ύψους 41.238 ευρώ (121, 238 - 80.000), 3) για την από 14/10/2009 προσφυγή το ποσό των 326.464 ευρώ (=5.413.684,13 + 10.909,520,59 ευρώ = 16.323.204,72 Χ 2%), έναντι των οποίων η εναγομένη του κατέβαλε στις 23/3/2010 το ποσό των 130.000 ευρώ και του οφείλει το υπόλοιπο, ύψους 196.464 ευρώ (326.446 - 130.000), 4) για την από 11/4/2010 προσφυγή το ποσό των 28.361 ευρώ (1.418.050,89 Χ 2%), έναντι των οποίων η εναγομένη του κατέβαλε στις 29/6/2010 το ποσό των 10.000 ευρώ και του οφείλει το υπόλοιπο ύψους 18.361 ευρώ, και 5) για την από 11/10/2010 προσφυγή το ποσό των 72.500 ευρώ (3.625.092,25 ευρώ Χ 2%), έναντι των οποίων η εναγομένη του κατέβαλε στις 1/2/2011 το ποσό των 12.000 ευρώ και του οφείλει το υπόλοιπο ύψους 60.500 ευρώ, και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 316.563 ευρώ.

Την καταβολή του ποσού αυτού ζήτησε ο ενάγων με το από 4/1/2012 έγγραφο του και τη συνημμένη σ' αυτό αναλυτική σχετική κατάσταση χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έτσι μετά την πάροδο ευλόγου χρονικού διαστήματος άσκησε την από 23/11/2012 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων προσδιόρισε μονομερώς το ύψος της αμοιβής του, παραιτούμενος εμμέσως από την προβλεπόμενη στον κώδικα περί δικηγόρων, καθώς και ότι ουδέποτε ζήτησε την καταβολή επιπλέον αμοιβής, πρέπει να απορριφθεί.

Και τούτο διότι ο ενάγων, ήδη από το μήνα Δεκέμβριο 2009, με την από 2/12/2009 επιστολή του προς την εναγομένη ζήτησε για τη σύνταξη της από 19/10/2009 ως άνω προσφυγής που συνέταξε για λογαριασμό της το ποσό των 130.000 ευρώ "έναντι της αμοιβής του", στη δε υπ' αριθμ. …98/23-3-2010 αντίστοιχη απόδειξη παροχής υπηρεσιών του αναγράφεται ρητώς "αμοιβή έναντι για την από 19/10/2009 προσφυγή", γεγονότα για τα οποία έλαβε άμεσα γνώση η εναγομένη, χωρίς μάλιστα να εκφράσει διαμαρτυρία ή αμφισβήτηση για αυτά.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των από 24/10/2010 και από 20/1/2011 δύο επιστολών του ενάγοντος προς την εναγομένη με τις οποίες ζητεί για τις δύο πρώτες προσφυγές το ποσό των 80.000 ευρώ και για την τελευταία προσφυγή το ποσό των 15.000 ευρώ, δεν δηλώνει σ' αυτές ρητά ο ενάγων ότι θεωρεί ότι εξοφλείται με τα ποσά αυτά ή ότι δεν διατηρεί κατά της εναγομένης καμία απαίτηση για τις συγκεκριμένες ενέργειες ή σε κάθε περίπτωση, ότι παραιτείται από το υπόλοιπο των οφειλομένων ελάχιστων νόμιμων αμοιβών του.

Περαιτέρω, το διάστημα των τριών ετών από την καταβολή (22/12/2008) από την εναγομένη στον ενάγοντα των 80.000 ευρώ για τις δύο πρώτες ενέργειες του μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, το διάστημα των δύο και πλέον ετών από την καταβολή (23/3/2010 και 29/6/2010) από την εναγομένη στον ενάγοντα των 130.000 ευρώ και 10.000 ευρώ για τη σύνταξη και κατάθεση της τρίτης και τέταρτης των προσφύγων, αντιστοίχως, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής και το διάστημα του ενός και πλέον έτους από την καταβολή (1/2/2011) από την εναγομένη στον ενάγοντα των 12.000 ευρώ για τη σύνταξη και κατάθεση της πέμπτης προσφυγής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν δύναται να θεωρηθούν ως χρονικά διαστήματα ικανά να εδραιώσουν αδράνεια του ενάγοντος για αναζήτηση του υπολοίπου της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του.

Κατόπιν των ανωτέρω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθίσταται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει το υπόλοιπο της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του, αφού οι εκτιθέμενες περιστάσεις δεν δικαιολογούν τη δημιουργία τέτοιας πεποίθησης στην υπόχρεη εναγομένη και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των επιδίκων νομίμων αξιώσεων του ενάγοντος, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει έντονη εντύπωση της αδικίας και έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.

Συνεπώς, η προταθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκρινε τα ίδια και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση αυτή ορθά το νόμο εφάρμοσε και καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον (μοναδικό) λόγο της έφεσης και τους πρόσθετους λόγους έφεσης (ενιαία εκτιμώμενους) είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η υπό κρίση έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης στο σύνολο τους".

Με τις κρίσεις αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ''ουσίαν την έφεση και του πρόσθετους λόγους αυτής της ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η ήδη αγωγή του αναιρεσίβλητου, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στην εκτεθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ.

που εφάρμοσε, την οποία δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην έλλειψη των προϋποθέσεων που τάσσονται από την ανωτέρω διάταξη και καταφάσκουν την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους σχετικούς λόγους αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως οι περί του αντίθετου, πρώτος κατ το τρίτο σκέλος αυτού, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠ.Δ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψιν. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση είναι αβάσιμοι οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος και τρίτος κατά το τέταρτο σκέλος του λόγοι του αναιρετηρίου κατά το μέρος αυτών με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών της.

Τούτο δε, διότι από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε το σύνολο του προαχθέντος αποδεικτικού υλικού.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432Τ465 Κ.Πολ,Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2008).

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 374/2013, 1643/2005).

Στην κρινόμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο της αιτήσεως, κατά την επιτρεπτή νοηματική του, απόδοση αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 4-12-2008 επιστολής του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου αναφέροντας ως ημερομηνία αυτής την 24-10-2010.

Ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η άνω αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Τούτο δε διότι ουδόλως η αναιρεσείουσα προσδιορίζει στο αναιρετήριο (και) το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε στο συγκεκριμένο έγγραφο το Εφετείο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από την αντιπαραβολή των δυο κειμένων, δηλαδή του θεωρούμενου ως ορθού από την αναιρεσείουσα και εκεινου που προσέδωσε σ' αυτό το Εφετείο συγκρινόμενων μεταξύ τους να καθίσταται εμφανές το αποδιδόμενο διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.

Η εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται κατά την περίπτωση εκείνη, που το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εξετάσει παραδεκτώς προβληθέντες αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ολΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 153/2001, ΑΠ 163/2004, ΑΠ 967/2012).

Η αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται, μεταξύ των άλλων, όταν το δικαστήριο παραλείπει να εξετάσει αγωγικές βάσεις, οι οποίες αποτελούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι, όμως, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εξετάζει τις βάσεις της αγωγής, στη συνέχεια δε απορρίπτει ως αβάσιμους τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς.

Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως είναι απαραίτητο να προσδιορίζει ο αναιρεσείων τον αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος παρέμεινε ανεξέταστος, καθώς και την ουσιώδη επιρροή του στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επί του διατακτικού της αποφάσεως (βλ. ΑΠ 1933/2006, ΑΠ 178/2011). Επίσης, θα πρέπει να αναφέρει ο αναιρεσείων ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είτε αποτέλεσε στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής είτε προβλήθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1933/2006).

2. Η εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε η επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν ή όταν το δικαστήριο αφήνει μια παραδεκτώς υποβληθείσα αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας αδίκαστη (ΑΠ 132/2004, ΑΠ 42/2007, ΑΠ 101/2008). Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται τι επιδίκασε το δικαστήριο πλέον των αιτηθέντων ή ποια αίτηση έμεινε αδίκαστη, καθώς επίσης ότι αυτή υπεβλήθη παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ1682/2000, ΑΠ 44/2003).

Στην υπό κρίση περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επικαλείται τις εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 αναιρετικές πλημμέλειες, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει ποιοι ήταν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ελήφθησαν υπόψη από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εάν αυτοί προβλήθηκαν παραδεκτώς και εάν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως επίσης χωρίς να εξειδικεύει τι επιδικάσθηκε πλέον των αιτηθέντων με την αγωγή ή ποιο από τα αιτήματα της έμεινε αδίκαστο, ώστε να καταστεί δυνατή η θεμελίωση του σχετικού λόγου αναιρέσεως.

Συνεπώς, ο τρίτος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και κατ' επέκταση απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Η εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται κατά την περίπτωση που το δικαστήριο δέχθηκε ουσιώδεις αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθείς χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί κάποιο αποδεικτικό μέσο ως προς αυτούς, καθώς επίσης όταν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει με βάση ποια αποδεικτικά μέσα έκρινε τους ισχυρισμούς ως αποδεδειγμένους (ΑΠ 936/2002, ΑΠ 1385/2006).

Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως είναι απαραίτητο να προσδιορίζει ο αναιρεσείων τον αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος έγινε δεκτός ως ουσία βάσιμος χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1158/2013), καθώς επίσης να αναφέρει είτε ότι ο φέρων το βάρος αποδείξεως του εν λόγω ισχυρισμού διάδικος δεν προσκόμισε αποδεικτικά μέσα προς απόδειξή του είτε ότι τα εκ μέρους του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα αφορούσαν την απόδειξη άλλων ισχυρισμών. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως επικαλείται την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει, ποιος αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κρίθηκε ως ουσία βάσιμος χωρίς απόδειξη, ποιος διάδικος φέρει το βάρος αποδείξεως του και για ποιο λόγο τα εκ μέρους του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν είναι σε θέση να αποδείξουν την ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και κατ' επέκταση απαράδεκτος.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Με τον τέταρτο (4ο) λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1εδ.β, του ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να αρνηθεί αναιτιολογήτως να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Ο λόγος αυτός, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν γίνεται με αυτόν επίκληση συγκεκριμένου διδάγματος κοινής πείρας, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης, είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες.

Κατόπιν αυτών,πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176 και 183 ΚπολΔ.) , όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2018 αίτησή για αναίρεση της 4110/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ