Supreme Court dismisses appeal on pension law conflict, upholding lower court's rejection of termination claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the termination of an employment contract. The appellant argued that the contract was void due to a missing service verification certificate required by Law 1232/1982 and challenged the validity of a decree transferring the company to the public sector. The court ruled that the specific pension provisions of Law 1068/1980 remained in force despite the newer decree, and the missing certificate did not render the contract void as the law did not stipulate such a consequence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 of the Civil Code; Art. 21(11) of Law 1068/1980; Art. 1(1)(2) of Law 1232/1982; Art. 16(3) of Presidential Decree 597/1985: When a newer general law does not explicitly intend to repeal an older specific law, the specific law remains in force, and the absence of a statutory requirement for a service verification certificate does not invalidate an employment contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 758 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 758/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή), Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Φ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Τσάντη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Π." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Τάραντο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:583/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 609/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-1-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 10-2-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημήτριο Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 του ΑΚ ο νόμος διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Τούτο συμβαίνει όταν από την έννοια του περιεχομένου του προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι ο νεότερος νόμος αποσκοπεί στην κατάργηση του παλιού, γενικού ή ειδικού, και μάλιστα με ρύθμιση του ίδιου θέματος κατά τρόπο αντίθετο και ασυμβίβαστο προς αυτή του παλιού.
Έτσι η αρχή της κατάργησης του προγενέστερου νόμου με νεότερο δεν εφαρµόζεται όταν ο νεότερος νόμος είναι γενικός και ο παλιός ειδικός, εκτός αν από την έννοια του περιεχομένου του νεότερου νόμου προκύπτει ότι αυτός αποσκοπούσε στην κατάργηση και του ειδικού νόμου. Με την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 11 του Ν. 1068/1980 "Περί συστάσεως ενιαίου Φορέως Υδρεύσεως-Αποχετεύσεως Π." ορίζονται τα εξής: "Αι περί συνταξιοδοτήσεως διατάξεις, ως ισχύουν κατά την δημοσίευση του παρόντος διά το προσωπικόν των ενωποιουµένων νοµικών προσώπων Ο.Α.Π.
και Ε.Ε.Υ., εξακολουθούν ισχύουσαι αντιστοίχως και διά το ήδη υπηρετούν και μεταφερόμενο προσωπικόν αυτών εις την Ε.ΥΔ.Α.Π. Ισχύουσα διάταξη ήταν τότε η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του Β.Δ. 513/1972 "Περί κυρώσεως του Κανονισµού Προσωπικού της Ανωνύµου Ελληνικής Εταιρείας Υ. των πόλεων ... και περιχώρων", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1-3 του Ν. 3752/1929, και έχει ως εξής: "Το προσωπικόν της εταιρείας αποχωρεί υποχρεωτικώς της υπηρεσίας άµα τη συµπληρώσει του 65ου έτους της ηλικίας διά το άρρεν προσωπικόν και του 55ου έτους της ηλικίας διά το θήλυ τοιούτον".
Στο άρθρο 20 παρ. 1 του ως άνω Ν. 1068/1980 ορίζεται ότι "Δια κανονισµών, συντασσομένων συµφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόµου υπό του Διοικητικού Συµβουλίου της Εταιρείας, εντός ενός (1) έτους από της ισχύος του παρόντος και εγκρινομένων δια Προεδρικών Διαταγμάτων, εκδιδοµένων προτάσει του Υπουργού Συντονισµού, Εσωτερικών και ... (ορίσθηκε νέα προθεσµία µε το άρθρο 26 παρ. 6 του Ν. 1418/1984), καθορίζονται, εκτός άλλων, και ...
γ} η πρόσληψις και το αρµόδιον προς τούτο όργανον, τα προσόντα, η εξέλιξις, ο πειθαρχικός έλεγχος, η απόλυσις, η αποχώρησις και η εν γένει υπηρεσιακή κατάστασις του προσωπικού της Εταιρείας". Κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εκδόθηκε το Π.Δ. 597/1985 "Κανονισµός Προσωπικού Εταιρείας Υδρεύσεως - Αποχετεύσεως Π.", στο άρθρο 16 παρ. 3 του οποίου ορίζεται: "Όλο το προσωπικό της εταιρείας απολύεται υποχρεωτικώς από την Υπηρεσία:
α} Με την συµπλήρωση των προϋποθέσεων για πλήρη κύρια συνταξιοδότηση λόγω 35ετούς πραγµατικής και συντάξιμης υπηρεσίας, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ασφαλιστικού φορέα που ισχύουν κάθε φορά, β} Με την συµπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του". Εξάλλου, µε το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 915/1979 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ταµείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών ...
νοµοθεσίας" αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 3, 5, 6, 13 και 30 του από 20.11/4.12.1940 Β.Δ/τος, που αφορά το ταµείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών ... {Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.}, το οποίο είναι νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου και σκοπό έχει την παροχή συντάξεως ή εφάπαξ βοηθήµατος στους µετόχους ασφαλισµένους που παύουν να ασκούν το επάγγελµα, και ορίστηκαν {άρθρο 3} τα εξής: "1.
Συντάξεως λόγω γήρατος δικαιούται ο µέτοχος, ο εξερχόµενος της ασφαλίσεως και έχων συµπληρώσει: α} 35ετή χρόνον ασφαλίσεως ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. β} 25ετή χρόνον ασφαλίσεως και το 58ον έτος της ηλικίας του. γ} 20ετή χρόνον ασφαλίσεως και το 60όν έτος της ηλικίας του. Εις απάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις απαιτείται και 15ετής τουλάχιστον χρόνος πραγµατικής ασφαλίσεως εις το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.".
Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ.1του Ν.1232/1982"επαναφορά τριακοπενταετίας", µε το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ και αντικαταστάθηκε το άρθρο 1 του Ν.Δ. 4352/1964, "Οι δηµόσιοι πολιτικοί υπάλληλοι απολύονται αυτοδίκαια αµέσως µόλις συμπληρώσουν τριακονταπενταετή πραγµατική και συντάξιµη κατά τις κείµενες διατάξεις δηµόσια υπηρεσία, αλλά όχι πριν από τη συµπλήρωση του 56ου έτους της ηλικίας τους" {ήδη 60ού έτους, κατ’ άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 1902/1990}.
Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 παρ. 4 και 9 παρ. 1 του ίδιου νόµου {1232/1982}, εφαρµόζεται και στο προσωπικό των επιχειρήσεων που λειτουργούν µε τη µορφή ανώνυµης εταιρείας, αλλά ανήκουν στο Κράτος, όπως είναι και η αναιρεσίβλητη Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Π. {άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1068/1980, σχετ.
και άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, που ερµήνευσε το άρθρο 9 του Ν. 1232/1982}. Ο τελευταίος αυτός Ν. 1232/1982, που ρυθμίζει την υποχρεωτική αποχώρηση των δηµοσίων πολιτικών υπαλλήλων και των υπηρετούντων στις κρατικές υπηρεσίες και επιχειρήσεις µε τη συµπλήρωση τριακονταπενταετούς πραγµατικής και συντάξιμης υπηρεσίας, αλλά όχι πριν από 56ο (ήδη 60ό) έτος της ηλικίας, αποσκοπεί στην ανανέωση του εργατικού δυναµικού και την καταπολέµηση της ανεργίας.
Στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 1 του εν λόγω νόµου (1232/1982) ορίζονται οι εξαιρέσεις και στο άρθρο 19 παρ. 1 αυτού ότι" Κάθε διάταξη που είναι αντίθετη µε τις διατάξεις του νόµου αυτού ή ρυθµίζει τα θέµατα αυτά µε άλλο τρόπο καταργείται". Στην αυθεντική ερµηνεία του άρθρου 9 του Ν. 1232/1982, που έγινε, κατά τα άνω, µε το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, φαίνεται καθαρά η νοµοθετική βούληση να συµπεριλάβει όλους τους απασχολούµενους στον δηµόσιο τοµέα.
Ως προς τον χρόνο της συνταξιοδότησης των εργαζοµένων στην Ε.ΥΔ.Α.Π. (αναιρεσίβλητη), ο νόµος αυτός (1232/1982) είναι γενικός έναντι των διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 11 του Ν. 1068/1980 και του ισχύοντος τότε Κανονισµού της Ε.Ε.Υ. Ο νοµοθέτης, όµως, µε το νεότερο αυτό νόµο (1232/1982), όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, θέλησε να καταργήσει κάθε αντίθετη διάταξη, άρα και αυτή του Κανονισµού της Ε.Ε.Υ.
Πέραν τούτων, ο Κανονισµός της Ε.ΥΔ.Α.Π., που αποτελεί µεταγενέστερο κανόνα δικαίου και ρυθµίζει το ίδιο θέµα, άρα είναι και αυτός νόµος ειδικός, όπως ο Κανονισµός της Ε.Ε.Υ., ορίζει στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3 του Π.Δ. 597/1985 ότι "Όλο το προσωπικό της εταιρείας απολύεται υποχρεωτικώς από την Υπηρεσία ... " και έτσι κατήργησε την προηγούµενη ρύθµιση.
Στην προκείµενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόµενο της ένδικης από 28-3-2003 αγωγής του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόµενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει, ότι προσλήφθηκε από την εναγοµένη και ήδη αναιρεσίβλητη, µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, στις 16-10-1983, ως πολιτικός µηχανικός, πτυχιούχος του Ε.Μ.Π., ότι βάσει του ισχύοντος Κανονισµού Προσωπικού της εναγοµένης µονιµοποιήθηκε την 1-10-1986 µε την ειδικότητα αυτή, µε την οποία και απασχολήθηκε στην εναγοµένη έως 31-12-2002, που απολύθηκε υποχρεωτικά από την Υπηρεσία της, µε την αιτιολογία ότι είχε συµπληρώσει τριακονταπενταετή συντάξιµη υπηρεσία και το 60ό έτος της ηλικίας του.
Στην συνέχεια εκθέτει ο ενάγων, ότι, γεννηθείς στις 2-1-1942, κατά την απόλυσή του, στις 31-12-2002, είχε συµπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του, πλην όµως δεν είχε συµπληρώσει 35ετή πραγµατική συντάξιµη δηµόσια υπηρεσία, κατά την έννοια της περί υποχρεωτικής αποχωρήσεως των δηµοσίων πολιτικών υπαλλήλων και των υπηρετούντων στις κρατικές επιχειρήσεις νοµοθεσίας (Ν. 1232/1983), καθόσον είχε προσληφθεί από την εναγοµένη στις 16-10-1983, κατά την απόλυσή του (31-12-2002), είχε σ’ αυτήν υπηρεσία µόνο 19 ετών, 2 µηνών και 15 ηµερών, η εναγοµένη, όµως, εσφαλµένα .
παράνοµα και καταχρηστικά, προκειµένου να τον απολύσει, στις 31-12- 2002, συνυπολόγισε στην ως άνω υπηρεσία του σ’ αυτήν και προηγούµενη, από 17-8-1966 έως 16-10-1983, ασφάλισή του στο Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., ως ανεξάρτητου επαγγελματία πολιτικού µηχανικού, εργαζόµενου στον ιδιωτικό τοµέα, την οποία συνυπολόγισε κατά παράβαση του Ν. 1232/1982, ο οποίος οµιλεί µόνο για συµπλήρωση 35ετούς πραγµατικής και συντάξιμης υπηρεσίας στον δηµόσιο τοµέα και όχι για συµπλήρωση οποιασδήποτε υπηρεσίας (µη δηµόσιας).
Εκθέτοντας, τέλος, ο ενάγων ότι, αν η εναγοµένη δεν είχε υπολογίσει την ασφάλισή του στο Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. κατά τα έτη 1966 έως 1983, που εργαζόταν στον ιδιωτικό και όχι στον δηµόσιο τοµέα, θα έπρεπε να τον είχε απολύσει µε την συµπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, βάσει του άρθρου 16 παρ. 3 του Π.Δ. 597/1985, δηλαδή στις 2-1-2007, ζήτησε µε την ένδικη αγωγή να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της εργασιακής του συµβάσεως λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεώς του είναι απολύτως άκυρη, να υποχρεωθεί η εναγοµένη να τον απασχολεί πραγµατικά µέχρι την συµπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του (2-1-2007) και να του καταβάλει µισθούς υπερηµερίας.
Έχοντας το παραπάνω περιεχόµενο η αγωγή αυτή δεν είναι νόµιµη διότι, όπως από αυτό προκύπτει ο ενάγων - αναιρεσείων, γεννηθείς στις 2-1-1942 ήταν ασφαλισµένος στο Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. ως ανεξάρτητος επαγγελµατίας πολιτικός µηχανικός, εργαζόµενος στον ιδιωτικό τοµέα από 17-8-1966 έως 16-10-1983, που προσλήφθηκε από την εναγοµένη - αναιρεσίβλητη στην οποία υπηρέτησε επί 19 έτη, 2 µήνες και 15 ηµέρες, απολυθείς στις 31-12-2002 και εποµένως κατά την απόλυσή του είχε συµπληρώσει όλες τις κατ’ άρθρο 16 παρ. 3 του Π.Δ. 597/1985 προϋποθέσεις για πλήρη κύρια συνταξιοδότησή του, λόγω 35ετούς πραγµατικής και συντάξιμης υπηρεσίας, σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις του ασφαλιστικού του φορέα (άρθρα 3, 5, 6, 13 και 30 του από 20.11/4.12.1940 Β.Δ/τος, όπως αντικαταστάθηκαν µε το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 915/1979) ενόψει του ότι, σύµφωνα µε όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, ως συντάξιμος χρόνος δεν θεωρείται µόνον η υπηρεσία του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη (19 έτη 2 µήνες και 15 ηµέρες) αλλά και ο από 17-8-1966 έως 16-10-1983 χρόνος (17 έτη) πραγµατικής ασφαλίσεως αυτού στο Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., διότι, οι διατάξεις του ν. 1232/82, εφαρμόζονται αναλόγως, εφόσον δεν αντίκεινται προς αυτές του μεταγενέστερου χρόνου δικαίου, ήτοι του π.δ. 597/85 που έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση άλλου νόμου (ν. 1058/85).
Συνεπώς, το Εφετείο που µε την προσβαλλόµενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόµιµη και την απέρριψε, επικυρώνοντας (µε απόρριψη της εφέσεως του ενάγοντος) την πρωτόδικη υπ’ αριθµ. 583/2004 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει οµοίως, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, γιαυτό και οι, συναφείς, τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 παρ 1, με τους οποίους παραπονείται ο αναιρεσείων για την κακή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων από το Εφετείο, πρέπει ν’ απορριφθούν.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, που είχε προβληθεί και ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι η καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος ήταν άκυρη, διότι δεν του επιδόθηκε η εκ του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του ν. 1232/82 βεβαίωση κατά την οποία τρείς μήνες πριν την συμπλήρωση των 35 ετών πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας του υπαλλήλου, εκδίδεται και κοινοποιείται σ’ αυτόν πράξη με την οποία βεβαιώνεται αιτιολογημένα ο χρόνος υπηρεσίας (πραγματικός και συντάξιμος) που συμπληρώνει ο υπάλληλος μετά τη λήξη του τριμήνου.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί, για έλλειψη νόμιμης προϋποθέσεως, διότι ο νόμος 1232/82 θεσπίζει μεν στο άρθρο 1 παρ. 1 εδ 2 τη σύνταξη της βεβαίωσης αυτής, πλην όμως δεν τάσσει οποιαδήποτε ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, σε περίπτωση μη συντάξεώς της. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, αλυσιτελώς, προβάλλεται δεδομένου ότι ο ενάγων δεν αμφισβητεί το χρόνο υπηρεσίας (πραγματικό και συντάξιμο) που συμπλήρωσε μετά τη λήξη του τριμήνου (35 ετών), αλλά, αβασίμως, ισχυρίζεται, μόνο, ότι αυτός (χρόνος) δεν αποτελεί πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το ΠΔ 69/1996 περί "επαναφοράς της εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Π. (ΕΥΔΑΠ) στο Δημόσιο τομέα" εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και συνεπώς είναι αντισυνταγματικό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, γιατί η εκ νέου υπαγωγή της αναιρεσίβλητης στον Δημόσιο τομέα με το ΠΔ 69/1996 είναι άνευ εννόμου επιρροής, ενόψει της ισχύος της διατάξεως του (με κανονιστικό περιεχόμενο) άρθρου 16 παρ.3 του ΠΔ 597/1985 που ορίζει ειδικώς και ρητώς τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως που προαναφέρθηκαν και εφαρμόζονται αποκλειστικώς στο προσωπικό της αναιρεσίβλητης ανεξαρτήτως του αν αυτή υπάγεται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Κατά συνέπεια, αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η κρινόµενη αίτηση ν’ απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-1-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 609/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ