Appeal partially allowed for some employees regarding permanent contract status; dismissed for others based on constitutional timeline.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding employment contracts at the Technological Educational Institute of Chalkida. While the appeal was rejected for three employees hired after the constitutional ban on automatic permanent contracts took effect, it was allowed for seven others hired prior to that date. The court remanded the case for the first group to determine if their contracts should be converted to permanent status, while dismissing the second group's claims as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; The court must distinguish between employees hired before and after the constitutional prohibition on automatic permanent contracts, remanding the former for conversion proceedings while dismissing the latter's claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 758 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 758/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., 3) Α. Β. του Β., κατοίκου ..., 4) Σ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 5) Α. Ν. του Β., κατοίκου ..., 6) Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 7) Ά. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 8) Ν. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 9) Ε. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., 10) Α. Ο. του Α., κατοίκου ... και 11) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ... . Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5η, 7η, 8ος, 9η, 10ος και 11η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μπαμπαλιούτα και ο 6ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Χαλκίδας" (ΤΕΙ Χαλκίδας), που εδρεύει στα Ψαχνά Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 9-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος τους.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη με επίκληση 11270/19-9-2011 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. Επομένως αφού το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε κατά την άνω, νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόν και αυτό (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.
Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Κατά την παγιωθείσα δε στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΠΟλ 7/2011), κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ.. ΑΠΟλ.7/2011, ΑΠ 1109/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με άλλους δέκα πέντε συναδέλφους τους (συνολικά 26), που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος την από 16-2-2004 αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η σχέση εργασίας που τους συνδέει με το αναιρεσίβλητο ΤΕΙ Χαλκίδας, από το οποίο προσλήφθηκαν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με τις αναφερόμενες στην αγωγή τους ειδικότητες, καλύπτοντες πάγιες και διαρκείς εκπαιδευτικές ανάγκες του ΤΕΙ Χαλκίδας, είναι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, από της 10ης Ιουλίου 2001, οπότε έπρεπε να ενσωματωθεί στο Ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 81/2003 η οδηγία 1999/70/ΕΚ (από 6-7-2003 ή επικουρικώς από 22-9-2003 για τον τρίτο αναιρεσείοντα Α.
Β. και για τον έκτο αναιρεσείοντα Ι. Ρ.), άλλως και όλως επικουρικώς από της 2ας Απριλίου 2003 (από 6-7-2003 ή επικουρικώς από 22-9-2003 για Α. Β. και για τον Ι. Ρ.). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 234/2004 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι ο καθένας από τους ενάγοντες συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 2.4.2003 και εφεξής και επί εφέσεως που άσκησε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΤΕΙ κατά της αποφάσεως αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που δίκασε στη μεταβατική του έδρα στη Χαλκίδα), με την οποία έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι προσελήφθησαν από το εναγόμενο - εκκαλούν ίδρυμα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως μέλη του έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού των Τμημάτων των Σχολών αυτού Διοίκησης και Οικονομίας, Τεχνολογικών Εφαρμογών και του Κέντρου του Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, τις οποίες και προσέφεραν έκτοτε, αντί ωριαίας αντιμισθίας, ως εργαστηριακοί συνεργάτες, επιστημονικοί συνεργάτες, ή εκπαιδευτικοί ειδικών μαθημάτων, με ανάθεση διδακτικού έργου, σε συγκεκριμένα μαθήματα που ορίστηκαν στον καθένα.
Οι συμβάσεις τους αυτές, ανανεώνονταν διαδοχικά κάθε διδακτικό έτος, όπως θα εκτεθεί ειδικότερα κατωτέρω, με έναρξη της τελευταίας ανανέωσης των συμβάσεων όλων των εναγόντων στις 22-9-2003, η οποία διήρκεσε, μέχρι τη σύνταξη της αγωγής (16-2-2004), όπως επικαλούνται και οι ίδιοι οι ενάγοντες στο δικόγραφο αυτής, και προσέφεραν συνεχώς τις ίδιες υπηρεσίες, με τις ίδιες συνθήκες στο εναγόμενο.
Ειδικότερα, 1) Ο πρώτος ενάγων (Χ. Λ.) προσελήφθη από 21-9-1998 έως 5-7-1999, η σύμβασή του ανανεώθηκε από 30-9-1999 έως 5-7-2000, από 3-10-2000 έως 5-7-2001, από 24-9-2001 έως 5-7-2002, από 3-10-2002 έως 5-7-2003 και από 22-9-2003, έως τη σύνταξη της αγωγής. 2) Ο δεύτερος (Ε. Π.) προσελήφθη στις 24-9-2001 έως τις 5-7-2002 και η σύμβασή του ανανεώθηκε από 3-10-2002 έως 23-10-2002, από 24-10-2002 έως 5-7-2003 και από 22-9-2003, μέχρι τη σύνταξη της αγωγής. ... 4) Ο τέταρτος (Α.
Β.ς) προσελήφθη στις 3-10-2002 έως τις 23-10-2003 και η σύμβασή του ανανεώθηκε από 24-10-2003 έως 5-7-2003, από 3-4-2003 έως 5-7-2003, από 3-9-2003 έως 5-7-2004, από 22-9-2003 έως 30-9-2003 και από 1-10-2003 έως την σύνταξη της αγωγής. 5) Ο πέμπτος (Σ. Ν.) προσελήφθη από 28-9-1992 έως 28-2-1993 και η σύμβασή του ανανεώθηκε από 1-3-1993 έως 5-7-1993, από 27-9-1993 έως 20-2-1994, από 21-2-1994 έως 5-7-1994, από 26-9-1994 έως 6-3-1995, από 7-3-1995 έως 5-7-1995, από 25-9-1995 έως 25-2-1996, από 26-2-1996 έως 5-7-1996, από 31-10-1996 έως 4-7-1997, από 24-9-1997 έως 3-7-1998, από 21-9-1998 έως 21-2-1999, από 23-9-1999 έως 5-7-2000, από 25-9-2000 έως 6-3-2001, από 24-9-2001 έως 5-7-2002, από 3-10-2002 έως 5-7-2003 και από 22-9-2003 έως τη σύνταξη της αγωγής. ... 8) Η όγδοη (Α.
Ν.) προσελήφθη στις 8-11-1999 έως τις 5-7-2000 και η σύμβασή της ανανεώθηκε από 3-10-2000 έως 5-7-2001, από 24-9-2001 έως 5-7-2002, από 3-10-2002 έως 5-7-2003 και 22-9-2003 έως τη σύνταξη της αγωγής. 9) Ο ένατος (Ι. Ρ.ς) προσελήφθη στις 3-10-2002 έως τις 3-7-2003 και η σύμβασή του ανανεώθηκε από 25-9-2003 έως τη σύνταξη της αγωγής. 10) Η δέκατη (Ά. Φ.) προσελήφθη στις 9-10-1990 έως τις 5-7-1991 και η σύμβασή της ανανεώθηκε από 30-9-1991 έως 3-7-1992, από 28-9-1992 έως 5-7-1993, από 27-9-1993 έως 5-7-1994, από 4-10-1994 έως 5-7-1995, από 20-9-1995 έως 5-7-1996, από 16-10-1996 έως 4-7-1997, από 22-9-1997 έως 3-7-1998, από 21-9-1998 έως 5-7-1999, από 23-9-1999 έως 5-7-2000, από 25-9-2000 έως 5-7-2001, από 24-9-2001 έως 5-7-2002, από 3-10-2002 έως 5-7-2003 από 22-9-2003 έως τη σύνταξη της αγωγής. 11) Ο ενδέκατος (Ν.
Γ.) προσελήφθη από 3-10-2000 έως τις 5-7-2001 και η σύμβασή του ανανεώθηκε από 17-10-2001 έως 5-7-2002, από 24-10-2002 έως 5-7-2002 και από 22-9-2003 έως τη σύνταξη της αγωγής. ... 15) Η δέκατη πέμπτη (Ε. Ξ.) προσελήφθη στις 9-3-1998 έως τις 3-7-1998 και η σύμβασή της ανανεώθηκε από 20-10-1998 έως 5-7-1999. Ακολούθως, κατήρτισε νέα σύμβαση από 3-10-2002 έως 5-7-2003, η οποία ανανεώθηκε από 22-9-2003 έως 28-9-2003, από 29-9-2003 έως τη σύνταξη της αγωγής. ... 25) Ο εικοστός πέμπτος (Α.
Ο.) προσελήφθη στις 16-10-1996 έως τις 4-7-1997 και η σύμβασή του ανανεώθηκε από 22-9-1997 έως 3-7-1998, από 21-9-1998 έως 5-7-1999, από 23-9-1999 έως 31-10-1999, από 1-11-1999 έως 5-7-2000, από 25-9-2000 έως 5-7-2001, από 24-9-2001 έως 5-7-2002, από 3-10-2002 έως 23-10-2002, από 24-10-2002 έως 3-3-2003, από 4-3-2003 έως 5-7-2003 και από 22-9-2003 έως τη σύνταξη της αγωγής και 26) Η εικοστή έκτη (Α. Κ.) προσελήφθη στις 21-10-1996 έως τις 4-7-1997 και η σύμβασή της ανανεώθηκε από 22-9-1997 έως 3-7-1998, από 21-9-1998 έως 5-7-1999, από 23-9-1999 έως 5-7-2000, από 25-9-2000 έως 5-7-2001, από 24-9-2001 έως 5-7-2001, από 3-10-2002 έως 5-7-2003 και από 22-9-2003 μέχρι τη σύνταξη της αγωγής.
Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά που αποδείχθηκαν, οι ένδικες συμβάσεις εργασίας, αφού καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου (και ανανεώθηκαν ως τέτοιες), δεν επιτρέπεται να χαρακτηριστούν ή να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως αν οι ενάγοντες με την εργασία τους, κάλυπταν ή όχι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920.
Σημειωτέον ότι μέχρι την κατάθεση (16-2-2004) της ένδικης αγωγής (η επίδοση αυτής δεν προκύπτει πότε έγινε), δεν είχε δημοσιευθεί και τεθεί σε ισχύ το προαναφερόμενο Π.Δ. 164/2004 και ως εκ τούτου, δεν υπάρχει σχετική βάση της αγωγής από τις διατάξεις του διατάγματος αυτού και συνακόλουθα δεν τίθεται θέμα έρευνας αν οι επίδικες συμβάσεις πληρούν τις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτού για το χαρακτηρισμό τους ως αορίστου χρόνου".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε και ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση και απέρριψε την αγωγή, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δεχόμενο ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι αορίστου χρόνου. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη, απόφασή του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 ΑΚ, 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/20, όπως ισχύει, 14 και 21 του Ν. 2190/1994, 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, κατέληξε στην αμέσως πιο πάνω κρίση, δηλαδή ότι "οι ένδικες συμβάσεις εργασίας, αφού καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου (και ανανεώθηκαν ως τέτοιες), δεν επιτρέπεται να χαρακτηριστούν ή να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως αν οι ενάγοντες με την εργασία τους, κάλυπταν ή όχι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920", παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103 § 7, 8 του Συντάγματος, 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 21 ν. 2190/1994 καθώς και των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., ως προς τους αναιρεσείοντες Χ.
Λ., Σ. Ν., Α. Ν., Ά. Φ., Ν. Γ., Ε. Ξ., Α. Ο. και Α. Κ.. Ειδικότερα, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, και δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, η πρώτη των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των πιο πάνω αναιρεσειόντων καταρτίστηκε, αντιστοίχως, στις 21-9-1998, 28-9-1992, 8-11-1999, 9-10-1990, 3-10-2000, 9-3-1998, 16-10-1996 και στις 21-10-1996, δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, και ισχύουν από 18-4-2001, αλλά και πριν από την έναρξη της ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, αυτές θα είχαν ήδη προσλάβει τον χαρακτήρα της (ενιαίας) σύμβασης αορίστου χρόνου, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο χρονικός περιορισμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας ήταν καταχρηστικός και δεν δικαιολογείτο από τη φύση των υπηρεσιών των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και των καλυπτόμενων παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, αφού, όπως αναφέρεται στην αγωγή, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, και κατά τα μη ερευνηθέντα από το Εφετείο, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους, περιστατικά, οι ενάγοντες αυτοί είχαν εξ αρχής προσληφθεί για να εξυπηρετήσουν, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου αναιρεσιβλήτου με μόνιμη εργασιακή απασχόλησή τους, με αποτέλεσμα οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων αυτών συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.
Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι βάσιμη, ανεξαρτήτως αν οι ενάγοντες με την εργασία τους, κάλυπταν ή όχι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος) καθώς και των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ.
που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 21 ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 § 7, 8 του Συντάγματος, δεχόμενο ότι η ένδικη σύμβαση καταρτίστηκε υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών του Συντάγματος και ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, και μόνο κατά το μέρος που, όπως εκτιμάται, προβάλλονται οι πιο πάνω πλημμέλειες του Εφετείου (απορριπτομένων των λοιπών που αναφέρονται στην παραβίαση της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ., των διατάξεων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος κ.λπ.), είναι βάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο με την πιο πάνω παραδοχή του, κατά την οποία η ένδικη αγωγή δεν είναι βάσιμη, ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, "ανεξαρτήτως αν οι ενάγοντες με την εργασία τους, κάλυπταν ή όχι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου", διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα αν οι αναιρεσείοντες κάλυπταν ή όχι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου και από πότε, (δηλαδή αν εξαρχής - από την ημερομηνία που καταρτίστηκε η πρώτη σύμβαση, ως ορισμένου χρόνου ή μεταγενέστερα, ενόψει και του κυρίως αιτήματος της αγωγής - αλλά και των επικουρικών αιτημάτων - να αναγνωρισθεί ότι οι επίμαχες συμβάσεις είναι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, "από της 10ης Ιουλίου 2001", δηλαδή μετά το χρόνο ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, και ισχύουν από 18-4-2001.
Επίσης δεν είναι σαφές αν το Δικαστήριο έκρινε νόμιμη τη αγωγή, δεδομένου ότι την έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη με βάση τα αναφερόμενα στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, ταυτίζονται με εκείνα που εκτίθενται στην αγωγή (δηλαδή η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη με βάση τα περιστατικά αυτά, άλλως κρινόμενη ως νόμιμη, η πιο πάνω επί της ουσίας κρίση είναι αντιφατική).
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε και στην από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον προταθέντα από τον Εισηγητή, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως σχετικό λόγο αναιρέσεως. Αντίθετα, ως προς τους αναιρεσείοντες Ε. Π., Α. Β. και Ι. Ρ., που προσλήφθηκαν, αντιστοίχως, στις 24-9-2001, 3-10-2002 και 3-10-2002, δηλαδή μετά από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, το Εφετείο, σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα, έστω και με εν μέρει με εσφαλμένες αιτιολογίες (578 ΚΠολΔ) και συνεπώς δεν παραβίασε με τις πιο πάνω παραδοχές του τις προαναφερόμενες διατάξεις, και οι αυτοί, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως με τις αυτές αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Σημειώνεται, εκ περισσού, σχετικά με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που για πρώτη φορά προβάλλονται με τις προτάσεις τους, κατά τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και ως προς τους πιο πάνω αναιρεσείοντες, διότι συντρέχουν, ως προς αυτούς οι προϋποθέσεις του άρ. 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/19-7-2004, για τον χαρακτηρισμό των συμβάσεών τους, ως αορίστου χρόνου, αλλά και διότι, ως προς αυτούς δεν εφαρμόζεται η απαγορευτική διάταξη του αρ. 103 του Συντάγματος, ως ασκούντων δημόσιο λειτούργημα, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού, ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται με σχετικούς λόγους αναιρέσεως, ούτε, άλλωστε, οι αναιρεσείοντες στήριξαν την από 16-2-2004, προγενέστερη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, αγωγή τους στις βάσεις αυτές.
Μετά από αυτά, πρέπει: Α) κατά παραδοχή, ως βασίμων, των παραπάνω λόγων αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ως προς τους αναιρεσείοντες Χ. Λ., Σ. Ν., Α. Ν., Ά. Φ., Ν. Γ., Ε. Ξ., Α. Ο. και Α. Κ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/12), και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΤΕΙ στα δικαστικά έξοδα των πιο άνω αναιρεσειόντων και Β) Να απορριφθεί η αναίρεση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες Ε.
Π., Α. Β. και Ι. Ρ., χωρίς να επιδικασθούν σε βάρος τους δικαστικά έξοδα του μη παρασταθέντος αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 232/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), ως προς τους αναιρεσείοντες Χ. Λ., Σ. Ν., Α. Ν., Ά. Φ., Ν. Γ., Ε. Ξ., Α. Ο. και Α. Κ..
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές, ως προς τους πιο πάνω αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Χαλκίδας στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων αυτών, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Απορρίπτει την από 14-9-2011 αίτηση αναιρέσεως της ίδιας αποφάσεως, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες Ε. Π., Α. Β. και Ι. Ρ..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ