Supreme Court dismisses appeal against eviction of public rental contract due to abuse of termination right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Employees' Pension Fund against the Athens Court of Appeal's decision to evict a public entity from a commercial lease. The court found that the lower court correctly interpreted Article 41 of the 1995 Commercial Leases Code, which prohibits termination for personal use before the contractual term expires. The court ruled that the appellant's attempt to reclassify the termination as abuse of right was legally unfounded and procedurally inadmissible due to lack of contradictory reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) C.Pol.D.; Art. 559(8) C.Pol.D.; An appeal is inadmissible if the lower court did not enter the substance of the case, and an appeal based on abuse of right is rejected when the statutory conditions for termination have not been met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 758 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 758/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατρά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 382/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6828/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/3/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 5/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχτηκαν (ΟλΑΠ 44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του π.
δ/τος 34/1995, "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", Δήμος ή κοινότητα και τα εξαρτώμενα από αυτούς νομικά πρόσωπα, ιδρύματα και επιχειρήσεις μπορούν μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης να καταγγείλουν αυτή τη μίσθωση, εφόσον το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί για να εγκατασταθούν και να λειτουργήσουν γενικώς οι υπηρεσίες τους.
Για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου κάθε δήμος ή κοινότητα λογίζεται σαν ένα και το ίδιο πρόσωπο μαζί με τα εξαρτώμενα από αυτόν δημοτικά ή κοινοτικά νομικά πρόσωπα, ιδρύματα και επιχειρήσεις είτε η καταγγελία γίνεται από τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης είτε από το νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή επιχείρηση.
Οι προϋποθέσεις για τη νόμιμη άσκηση της προβλεπόμενης από την υπόψη διάταξη καταγγελίας είναι: α) η πάροδος του συμφωνημένου χρόνου μίσθωσης, ανεξάρτητα αν είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος εκείνου της νόμιμης διάρκειας αυτής... και β) πρόθεση και δυνατότητα ιδιόχρησης για την εγκατάσταση και λειτουργία γενικά των υπηρεσιών των, ως άνω, οργανισμών...
Σχετικά με τις μισθώσεις Ν.Π.Δ.Δ. το άρθρο 46 παρ. 1 του π. δ/τος 715/1979, "Περί τρόπου ενεργείας υπό των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων κινητών πραγμάτων, ως και εκτελέσεως εργασιών", παρεμφερώς προβλέπει τη δυνατότητα (του Ν.Π.Δ.Δ.) καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του συλλογικού οργάνου, που το διοικεί, προκειμένου να ιδιοχρησιμοποιήσει το μίσθιο, μετά τήρηση των αναφερόμενων διατυπώσεων.
Πιο συγκεκριμένα, προειδοποίηση, που κοινοποιείται στο μισθωτή τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από τη λύση της μίσθωσης, χωρίς δικαίωμα του μισθωτή για αποζημίωση. Αναφορικά με το αμφισβητούμενο ζήτημα αν η πιο πάνω διάταξη ίσχυε και στις εμπορικές μισθώσεις και επομένως αν επιτρεπόταν καταγγελία για ιδιόχρηση υπέρ νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με τις προϋποθέσεις αυτού, (άρθρου 46 παρ. 1 π.
δ/τος 715/1979) ή του ν. 813/1978 (= π. δ/τος 34/1995), ήδη, με το άρθρο 2 παρ. 12 του ν. 2235/1994, προστέθηκε εδάφιο γ' στο άρθρο 9 παρ. 8 του ν. 813/1978 ( = 41 παρ. 2 π. δ/τος 34/1995), με το οποίο ορίστηκε ότι, η διάταξη του, ως άνω, άρθρου 41 παρ. 1 του π. δ/τος 34/1995, για την καταγγελία των Δήμων-Κοινοτήτων κλπ, εφαρμόζεται ανάλογα και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Επομένως, όσα έχουν ήδη ειπωθεί, σε σχέση με τις προϋποθέσεις για τη νόμιμη άσκηση της καταγγελίας της μισθωτικής σύμβασης, ισχύουν και εδώ. Τούτο σημαίνει, ότι, για την άσκηση της καταγγελίας για ιδιόχρηση από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ρητή προϋπόθεση είναι η πάροδος του συμβατικού χρόνου, ήτοι του χρονικού διαστήματος, που, σύμφωνα με τη σύμβαση, ορίστηκε ότι θα διαρκέσει η μίσθωση, άσχετα αν είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος εκείνου της νόμιμης διάρκειας αυτής...
Η εκτεθείσα ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 41 του π. δ/τος 34/1995 είναι ειδική, αλλά και εξαιρετική, αποβλέπει δε στην ικανοποίηση των αναγκών των παραπάνω νομικών προσώπων για άμεση και κατά παρέκκλιση των λοιπών διατάξεων του π. δ/τος 34/1995 στέγαση των υπηρεσιών τους, σταθμίζοντας το συμφέρον αυτό προς τα συμφέροντα των μισθωτών.
Ως εκ τούτου, είναι επικρατέστερη της διάταξης του άρθρου 46 του π. δ/τος 715/1979... Με βάση τα πιο πάνω νομικά δεδομένα, η προκείμενη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, με την οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το ενάγον νομικό πρόσωπο, επιδιώκει την απόδοση της χρήσης των συνενωμένων μισθίων από το μισθωτή, ως μετενέργεια της λυμένης πλέον με καταγγελία μεταξύ τους σύμβασης μίσθωσης, λόγω άμεσης ανάγκης στέγασης των υπηρεσιών του, δηλαδή για λόγο που προβλέπει το άρθρο 46 του π.
δ/τος 715/1979, όπως, χωρίς αμφιβολία, προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου της, ελέγχεται ως αβάσιμη από νομική άποψη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο, ειδικότερα, καθότι η συγκεκριμένη μίσθωση, που, αξίζει να επισημανθεί, καταρτίστηκε στις 18 - 5 - 2000, μετά, δηλαδή την 22 - 10 - 1998, με μισθωτή το Ελληνικό Δημόσιο, για τη στέγαση των υπηρεσιών του, κατά την ειδικότερη αναφορά στην οικεία θέση, υπάγεται, με το άρθρο 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998, "περί ρυθμίσεων δασμολογικού και φορολογικού περιεχομένου, τροποποίησης του Κωδ.
Φορ. Δικονομίας και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ τ. Α 238/22 - 10 - 1998), στις προστατευτικές διατάξεις του π. δ/τος 34/1995, οι οποίες, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας αιτιολογίες, είναι επικρατέστερες του π. δ/τος 715/1979, αλλά και του π. δ/τος 19/19 - 11 - 1932, που ρυθμίζει τις μισθώσεις του Δημοσίου. Πιο συγκεκριμένα, ισχύουν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διάρκεια της μίσθωσης, (άρθρο 5 π.δ. 34/1995), με συνέπεια η μίσθωση του εναγόμενου Δημοσίου να έχει δωδεκαετή διάρκεια.
Μπορεί, όμως, και αυτή να λυθεί με νεότερη συμφωνία κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 5. Εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις για την ιδιόχρηση, (άρθρα 16 - 22, 27 - 35 π. δ. 34/1995), πράγμα που σημαίνει ότι ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, που έχει συνάψει με το Δημόσιο, λόγω ιδιόχρησης, με τη συνδρομή των οριζόμενων στο άνω άρθρο 41 του π.
δ/τος 34/1995 προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων είναι, όπως ειπώθηκε ήδη, και η πάροδος του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, η οποία, όμως, από τα επικαλούμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει. Ενόψει των παραπάνω παραδοχών η περιεχόμενη στην κρινόμενη από 17 - 5 - 2007 αγωγή του εκκαλούντος καταγγελία, για τον εξεταζόμενο λόγο, ως ασκούμενη χωρίς τη συνδρομή νόμιμης προϋπόθεσης, δηλαδή παρά το νόμο, εφόσον ασκήθηκε πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου, που, σύμφωνα με τη σύμβαση, ορίστηκε, ότι θα διαρκέσει η μίσθωση, (άξιο επισήμανσης είναι ότι υπάρχει σύμπτωση συμβατικού και νόμιμου χρόνου), είναι άκυρη, δεν συνεπάγεται δε τη λύση της μισθωτικής σύμβασης και εντεύθεν δεν στηρίζει το επικαλούμενο δικαίωμα απόδοσης του μισθίου, το οποίο προϋποθέτει (ΑΚ 587, 599 παρ. 1) λύση αυτής.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, όπως έχει ήδη τονιστεί, με βάση την ίδια, πιο πάνω, αιτιολογία, ότι, δηλαδή οι διατάξεις για τις εμπορικές μισθώσεις επικρατούν των διατάξεων του π. δ/τος 715/1979 και τις, ως άνω, παραδοχές, δέχτηκε, περαιτέρω, ότι η αγωγή, κατά την ερευνώμενη κύρια βάση της, είναι νομικά αβάσιμη και συνακόλουθα, απορριπτέα, δεν έσφαλε, αλλά, αντίθετα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις νόμου, που διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη και στηρίζουν την επίδικη αξίωση.
Γι' αυτό, όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν στο σχετικό λόγο της έφεσής του, για εσφαλμένη απόρριψη της κύριας αγωγικής βάσης, ήτοι καθόσον επικαλείται ότι η επίμαχη σύμβαση μίσθωσης διέπεται από τις διατάξεις του π. δ/τος 715/1979, που είναι κατ' αυτό επικρατέστερες σε σχέση με τις διατάξεις του π. δ/τος 34/1995, και επομένως επιτρέπεται η καταγγελία για στέγαση των υπηρεσιών του, δηλαδή για λόγο που προβλέπει το άρθρο 46 του υπόψη π.
δ/τος, οπότε δεν χρειάζεται τάχα η συνδρομή παρόδου του συμφωνημένου χρόνου, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν". Το Εφετείο, με το να απορρίψει, με τις ανωτέρω σκέψεις, την κύρια βάση της αγωγής ως νομικά αβάσιμη δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 1, 2 του π.
δ. 34/1995 και 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998, οι οποίες αποβλέπουν στην εξασφάλιση της απρόσκοπτης και αποτελεσματικής λειτουργίας των υπηρεσιών και την ασφάλεια των συναλλαγών, ως ειδικές, είναι επικρατέστερες των γενικών του άρθρου 46 του π. δ. 715/1979, οι οποίες δεν ισχύουν στην προκείμενη περίπτωση σε όση έκταση αντίκεινται στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, (ΑΠ 1429/2000, 480/1992), και συνεπώς ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν είναι πράγματα, όμως, με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 469/1984). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του, αποδίδεται η πλημμέλεια αληθώς από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθ. 9, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι "η άποψη ότι εν προκειμένω δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 46 του π.
δ. 715/1979, αλλά οι διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, παραβιάζει την αρχή της ισότητας των διαδίκων και τούτο διότι στις μισθώσεις όπου εκμισθωτής είναι το Δημόσιο, ο νόμος παρέχει αντίστοιχο δικαίωμα στο Δημόσιο να καταγγείλει τη μίσθωση για ιδιόχρηση...". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος:
α) λόγω της αοριστίας του, γιατί το αναιρεσείον δεν αναφέρει τις συγκεκριμένες διατάξεις που, κατά την άποψή του, εφαρμόστηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά παράβαση της πιο πάνω Συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας και β) διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του νόμου, αλλά νομικό ισχυρισμό, που προβλήθηκε ως επιχείρημα.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, δεν διέλαβε δε καθόλου αιτιολογίες ή διέλαβε αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές στην ελάσσονα πρόταση του περί αυτής δικανικού συλλογισμού του.
Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή για άλλον τυπικό λόγο ή ως μη νόμιμη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του, αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε, χωρίς αιτιολογία, να εξετάσει και εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος, που αναφέρεται στην ισότητα ενώπιον του νόμου.
Ο λόγος από τον αριθ. 1 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως αναφέρθηκε στον προηγούμενο λόγο από τον αριθ. 8, ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε ως επιχείρημα. Σε κάθε πάντως περίπτωση, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, εφόσον οι διατάξεις του άρθρου 41 του π. δ/τος 34/1995, στις οποίες παραπέμπει η παράγραφος 17 α του Ν. 2648/1998 και οι οποίες εφαρμόστηκαν από το Εφετείο, ισχύουν και εφαρμόζονται, χωρίς διακρίσεις, τόσο για το δημόσιο, όσο και για τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως είναι το αναιρεσείον.
Ο δε λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, αφού, το Εφετείο, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη.
IV. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, αναφορικά με την επικουρική βάση της καταγγελίας της μίσθωσης για σπουδαίο λόγο, τα ακόλουθα: "Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672 και 766 του ΑΚ συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκής ενοχική σχέση, όπως η μίσθωση, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο το δικαίωμα καταγγελίας.
Τέτοιος λόγος συντρέχει και όταν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συνέχιση της μίσθωσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη, είτε για τα δύο μέρη είτε για ένα μόνο από αυτά, όπως συμβαίνει όταν τούτο οφείλεται σε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξάρτητα συνδρομής ή μη υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής.
Στο δίκαιο της μίσθωσης ο νόμος, (ΑΚ και ειδικοί νόμοι), έχει καθιερώσει μεγάλο αριθμό λόγων, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των οποίων επιτρέπεται η καταγγελία και η άσκηση αγωγής απόδοσης του μισθίου, μάλιστα και εναντίον της αρχής pacta sunt servanda, (άρθρο 361 ΑΚ), όπως στην εμπορική προστατευόμενη από το π.δ. 34/1995 μίσθωση για ιδιόχρηση κλπ.
Ενόψει του γεγονότος αυτού, πρέπει το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου να προσδιορίζεται στενά, για να μην δημιουργείται ανασφάλεια στα συμβαλλόμενα μέρη, σχετικά με τη διάρκεια της σύμβασης (ΑΠ 639/2007, ΑΠ 1639/2005, ΑΠ 441/2000, ...). Για τους ίδιους λόγους πρέπει, εξάλλου, να γίνει δεκτό ότι η πιο πάνω καταγγελία είναι επικουρική από άποψη ουσιαστικού (και όχι δικονομικού) δικαίου, με την έννοια ότι αν προβλέπεται από το νόμο (ΑΚ ή το π.
δ. 34/1995) άλλος λόγος καταγγελίας, έστω και επαχθέστερος για τον εκμισθωτή (που μας ενδιαφέρει εδώ) ή το μισθωτή, πρέπει να επιδιώκεται η λύση της μίσθωσης και η απόδοση της χρήσης του μισθίου με τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες αυτού. Δεν θεμελιώνεται, κατά συνέπεια, σπουδαίος λόγος καταγγελίας της μίσθωσης, όταν τα περιστατικά που τον συγκροτούν (το σπουδαίο λόγο), με άλλη διάταξη νόμου, χορηγούν δικαίωμα καταγγελίας στον εκμισθωτή με τις συντρέχουσες ειδικότερες προϋποθέσεις για τη συγκρότηση του συγκεκριμένου λόγου απόδοσης.
Είναι πρόδηλο, βέβαια, ότι τα περιστατικά του σπουδαίου λόγου, που συνάμα στοιχειοθετούν το πραγματικό του προβλεπόμενου στο νόμο λόγου απόδοσης του μισθίου, δεν πρέπει να αποκλείουν το δικαίωμα καταγγελίας, γιατί έτσι με το νομικό ένδυμα του σπουδαίου λόγου νομιμοποιείται επιδίωξη που από άλλη διάταξη απαγορεύεται, κατά καταστρατήγηση της απαγόρευσης και μάλιστα στο όνομα της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως, επίσης, λέχτηκε, το ενάγον και ήδη εκκαλούν νομικό πρόσωπο, με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής του, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να του αποδώσει τη χρήση του επίδικου μίσθιου ακινήτου, επειδή η προαναφερόμενη καταγγελία του επέφερε τη λύση της μίσθωσης για σπουδαίο λόγο στο πρόσωπό του, ως εκμισθωτή.
Για τη θεμελίωση του σπουδαίου λόγου προβάλλει τα ίδια πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αγωγής απόδοσης του μισθίου για ιδιόχρηση, για την οποία έγινε αναφορά στην προηγούμενη ανάπτυξη. Πιο συγκεκριμένα το ενάγον διατείνεται ότι οι, ως άνω, τρεις (3) όροφοι (6ος, 7ος και 8ος) της επίμαχης πολυώροφης οικοδομής, όπου στεγάζονται οι υπηρεσίες του, αδυνατούν πλέον να καλύψουν τις άμεσες στεγαστικές ανάγκες του, λόγω ανεπάρκειας των χώρων αυτών, καθώς, μετά το χρόνο κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης, αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των υπαλλήλων του, αφού, από είκοσι τέσσερις (24), που αρχικά υπηρετούσαν, ήδη απασχολούνται εξήντα τρεις (63) υπάλληλοι.
Και αυτό γιατί το εναγόμενο, με σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις, κατά την ειδικότερη αναφορά, συγχώνευσε στο ενάγον, αλλά και δημιούργησε νέους κλάδους υπηρεσιών, για την εξυπηρέτηση των οποίων συστάθηκαν νέες οργανικές θέσεις υπαλλήλων, οι οποίες επανδρώθηκαν ήδη από νέους υπαλλήλους, ενώ έχουν προκηρυχθεί και άλλες θέσεις, μόνιμων υπαλλήλων, όπως ειδικότερα προσδιορίζονται.
Η αγωγή αυτή, κατά την επικουρική βάση της, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, που προηγήθηκε, δεν είναι νόμιμη, καθόσον δεν συμπορεύεται με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών η επιδίωξη από τον εκμισθωτή απόδοσης του μισθίου για σπουδαίο λόγο, όταν για τον ίδιο λόγο προβλέπεται ειδικά στο νόμο, (άρθρο 41 π.
δ/τος 34/1995), η δυνατότητα καταγγελίας, προκειμένου να το ιδιοχρησιμοποιήσει ο ίδιος, ακόμη και αν δεν έχει αποκτηθεί το δικαίωμα, λόγω έλλειψης νόμιμης προϋπόθεσης, όπως έχει αναφερθεί, σχετικά με την πάροδο του συμβατικού χρόνου. Λέχθηκε, ήδη, ότι το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά, ακριβώς γιατί στο δίκαιο της μίσθωσης ο νόμος έχει καθιερώσει μεγάλο αριθμό λόγων απόδοσης του μισθίου.
Ενόψει τούτων, αλλά και γιατί τα περιστατικά που συγκροτούν το σπουδαίο λόγο δεν επιτρέπουν, κατά τα προεκτεθέντα, το δικαίωμα καταγγελίας για ιδιόχρηση, η καταγγελία για τον εξεταζόμενο λόγο και δη με τον τίτλο του σπουδαίου λόγου γίνεται κατά καταστρατήγηση της, ως άνω, διάταξης, (άρθρου 41 π. δ/τος 34/1995), που απαγορεύει το δικαίωμα καταγγελίας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως ήδη έχει ειπωθεί, έκρινε την αγωγή, κατά την παραπάνω, επικουρική, βάση της ως νόμιμη και ακολούθως την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με τη σκέψη ότι δεν αποδείχτηκε ότι η εξακολούθηση της επίδικης μίσθωσης αποβαίνει αξιώσιμη σύμφωνα με την καλή πίστη και ότι, επομένως, συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος να επιβάλλει να μη συνεχιστεί αυτή.
Έτσι, όμως, κρίνοντας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το νόμο, (τις διατάξεις που ήδη αναφέρθηκαν). Το εκκαλούν, με την έφεσή του, παραπονείται για την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής του. Στην περίπτωση αυτή, επειδή το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως, (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου), τη νομιμότητα της αγωγής, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, (άρθρο 522 ΚΠολΔ), μπορεί να την απορρίψει ως νομικά αβάσιμη.
Η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για το εκκαλούν-ενάγον, σε σχέση με την εκκαλούμενη απόφαση, και οι συνέπειες από την απόρριψη της αγωγής για τον ένα ή τον άλλο λόγο διαφορετικές. Γι' αυτό δεν αντικαθίστανται οι αιτιολογίες, κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, αλλά εξαφανίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή, ως μη νόμιμη.
Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και η προσβαλλόμενη απόφαση να εξαφανιστεί, μόνο, όμως, κατά το μέρος που αναφέρεται στην επικουρική βάση της αγωγής και...να απορρίψει την αγωγή κατά την, πιο πάνω, βάση, (επικουρική), ως νόμω αβάσιμη". Το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τις ανωτέρω σκέψεις, την, ως άνω, επικουρική βάση της αγωγής, με την παραδοχή ότι "δεν συμπορεύεται με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών η επιδίωξη από τον εκμισθωτή απόδοσης του μισθίου για σπουδαίο λόγο, όταν για τον ίδιο λόγο προβλέπεται ειδικά στο νόμο, (άρθρο 41 π.
δ/τος 34/1995), η δυνατότητα καταγγελίας..., αλλά και γιατί τα περιστατικά που συγκροτούν το σπουδαίο λόγο δεν επιτρέπουν... το δικαίωμα καταγγελίας για ιδιόχρηση, η καταγγελία για τον εξεταζόμενο λόγο και δη με τον τίτλο του σπουδαίου λόγου γίνεται κατά καταστρατήγηση της, ως άνω, διάταξης του άρθρου 41 του π.
δ/τος 34/1995, που απαγορεύει το δικαίωμα καταγγελίας", δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα της καταγγελίας της μίσθωσης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, πράγμα το οποίο δεν συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, με την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης.
VI. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, προβάλλεται πλημμέλεια, αληθώς από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 9, για το λόγο ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν εξέτασε ότι το αναιρεσίβλητο μπορεί να στεγάσει την υπηρεσία του σε όμορο κενό κτίριο, το οποίο βρίσκεται στην οδό ..., το οποίο ανήκει στο ΤΣΑΥ και το οποίο προσφέρει προς εκμίσθωση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης του σπουδαίου λόγου και εκ του πράγματος τον απέρριψε, με την αναφορά ότι η επίκληση του σπουδαίου λόγου γίνεται κατά καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 41 του π.
δ/τος 34/1995 και ότι το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά. Έτσι, το Εφετείο δέχεται ότι με μία απλή μετονομασία, το αναιρεσείον θα επιτύγχανε τη λύση της συμβάσεως για ιδιόχρηση, χωρίς να εκπληρώνονται οι κατά νόμο αναγκαίες προϋποθέσεις της ιδιοχρήσεως, πριν δηλαδή την παρέλευση του συμβατικού χρόνου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, μειωμένη, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, (άρθρ. 22 παρ.1 ν.3693/1957, σε συνδυασμό προς άρθρο 2 της 1344/23/1992 κοινής απόφασης Υπ. Οικ. και Δ/νης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987, άρθρο 14 παρ.3 του α.ν. 627/1968, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν.513/76, σε συνδυασμό προς άρθρο 34 παρ.2 Π/Δ/ 414/1998).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-3-2009 αίτηση του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων ΝΠΔΔ, για αναίρεση της 6828/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ